Supreme Court allows appeal on procedural grounds, remands traffic accident case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by eight plaintiffs against a traffic accident judgment, while dismissing the appeal regarding the eighth defendant who failed to appear. The court accepted the procedural defect argument regarding the eighth defendant's participation but deemed the examination of other substantive arguments unnecessary due to the scope of the accepted ground. Consequently, the judgment was annulled and the case was remanded for retrial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 580, 589, 176, 183, 189, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; If an appeal is based on a procedural defect affecting all parties, the court may accept it without examining other grounds, remanding the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 260 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 260/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) … και 8) E. R. S., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 1η έως και ο 7ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Ν. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 8η δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) R. - D. D. του D., κατοίκου Αθηνών, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σ. Ν. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν. Π., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-5-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 4-12-2017 και 15-5-2017 αγωγές των 1ης και 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-10-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ, ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής:
α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε με ιδιωτικό έγγραφο , εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων, γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της, δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ`αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση ή με ιδιωτικό έγγραφο , εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια , δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.
Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΟλΑΠ 8/2009, ΟλΑΠ 9/2003,ΑΠ 1522/2023 ΑΠ 683/2021, ΑΠ 838/2017) και 2) σε περίπτωση περισσοτέρων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στο φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νομίμως παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΟλΑΠ 36/1007, ΟλΑΠ 4/1994, ΑΠ 182/2022, ΑΠ 95/2022, ΑΠ 1553/2021, ΑΠ2062/2017, ΑΠ 1863/2017).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104, 159 παρ. 1, 211, 217 παρ. 2 και 238 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παρέστη δικηγόρος, που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενέστερα τις πράξεις του δικηγόρου αυτού, που προηγήθηκαν. Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρά, σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης, οπότε θεραπεύονται και οι προηγηθείσες άκυρες διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 1536/2022, ΑΠ 1252/2013, ΑΠ 683/2013) .
Στη προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 8-10-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...) αίτηση για αναίρεση της υπ`αριθμ.... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015), δικάσιμος της οποίας, με πράξη της Προέδρου αυτού του Τμήματος, ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (5-4-2024).
Περαιτέρω, Α) Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η όγδοη αναιρεσείουσα E. R. του S. δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι`αυτήν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ενώ οι λοιποί παρακάτω αναφερόμενοι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ν.
Ν.. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι την ένδικη αίτηση αναίρεσης, την οποία υπογράφει ο δικηγόρος Ν. Ν., προσήγαγε για τον προσδιορισμό δικασίμου (κατ`άρθρο 568 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η δικηγόρος Β. Γ., ενώ την κλήση προς τους αναιρεσίβλητους για τη συζήτηση της αίτησης για την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο συνέταξε ο δικηγόρος που υπέγραψε την αίτηση (Ν.
Ν.). Από τα με αριθμό ... πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Αθηνών Ο. Μ. προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες E. χήρα P. T. ενεργούσα για το εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Ρ. T. και Π. T., 2) M. T. του K., 3)M.-M. T. του K., 4) I. T. του M. και 5)V. R. N. παρέσχαν στον ως άνω δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να ασκήσει αίτηση για αναίρεση της με αριθμό ...
απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και δήλωσαν ότι εγκρίνουν και αναγνωρίζουν όλες τις πράξεις του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, που ενήργησε ή θα ενεργήσει στα πλαίσια των παρεχόμενων εντολών, ως νόμιμες, έγκυρες και ισχυρές και απρόσβλητες σαν να έγιναν από αυτούς τους ίδιους. Με την ως άνω πληρεξουσιότητα οι ως άνω αναιρεσείοντες και επισπεύδοντες τη συζήτηση, ενέκριναν όλες τις προπαρασκευαστικές, έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, πράξεις του προαναφερόμενου δικηγόρου.
Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι η όγδοη αναιρεσείουσα, που επίσης φέρεται να επισπεύδει τη συζήτηση, είχε χορηγήσει στον ως άνω, φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο όλων των αναιρεσειόντων, πληρεξουσιότητα, με έναν από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, δεν προκύπτει ότι η ίδια πιο πάνω αναιρεσείουσα (για την οποία δεν προκύπτει ότι είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα), έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους λοιπούς αναιρεσείοντες (που επισπεύδουν εγκύρως τη συζήτηση), με αποτέλεσμα να είναι δικονομικά απούσα.
Συνεπώς, ενόψει του ότι - όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτά - οι αναιρεσείοντες, συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει, κατ`εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β`του ΚΠολΔ, να χωριστεί η υπόθεση ως προς την όγδοη αναιρεσείουσα και ως προς αυτήν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Περαιτέρω, κατά την εκφώνηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η τρίτη αναιρεσίβλητη R.-D. D. του D. δεν εμφανίσθηκe, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτήν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ενώ η μεν πρώτη αναιρεσίβλητη Χ.
Λ. εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σ. Ν., η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν. Π.. Από τη με αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χ. Π., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι και επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 8-10-2022 (αριθμ.
εκθ. καταθ. ...) αίτησης αναίρεσης , με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-4-2024) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
Τέλος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 4-5-2020 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 5-10-2022, δεδομένου ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 του Ν.4690/2020 και 83 παρ. 1 του Ν.4790/2021, (όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 25 Ν. 4792/2021), τα χρονικά διαστήματα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13/3//2020 - 31/5/2020 και 7/11/2020 - 5/4/2021 αντιστοίχως), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού COVID-19, δεν υπολογίζονται, μεταξύ άλλων, και στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, ενώ, κατά το άρθρο 49 παρ.1 Ν.4963/2022 "κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του πρώτου εδάφιου της περ.
α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της ...παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας" και επομένως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ για την άσκηση της αναίρεσης, η οποία λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας τω δικαστηρίων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 άρχισε την 1-6-2020, διακόπηκε εκ νέου από 7-11-2020 έως 5-4-2021 και άρχισε πάλι να τρέχει από την 6-4-2021 και θα έληγε μετά παρέλευση δέκα ημερών από τη συμπλήρωση των δυο ετών, δεν είχε λήξει όταν ασκήθηκε αυτή.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1-5-2016 (αριθμ.
καταθ. δικ. ...) αγωγή με την οποία εξέθεταν ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη οδηγώντας το αναφερόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", προκάλεσε από υπαιτιότητά της το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους P. T..
Ζήτησαν, δε, Α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, σύζυγο του θανόντος, σε ολόκληρο έκαστος, το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστη, και [Β] να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα εις ολόκληρον έκαστος, 1) στην πρώτη ενάγουσα για τον εαυτό της ατομικά α) εφάπαξ το ποσό των διακοσίων έξι χιλιάδων τριακοσίων ευρώ [206.300€] συνεπεία της στέρησης υπηρεσιών και μέρους της διατροφής, β) το ποσό των εκατόν ογδόντα χιλιάδων ευρώ [180.000€] ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστη, γ) σε περιοδικές παροχές μηνιαίως προκαταβλητέες την πρώτη ημέρα κάθε μήνα κατά το χρονικό διάστημα που εκτείνεται από 1.5.2017 έως την 1.1.2065 το ποσό των εξακοσίων ευρώ [600€] για στέρηση υπηρεσιών δ) το ποσό των τριακοσίων ευρώ [300€] για στέρηση μέρους της διατροφής για κάθε μήνα, προσαυξανόμενες κάθε έτος σε ποσοστό 3%, και 2) στην πρώτη ενάγουσα για λογαριασμό εκάστου τέκνου της εφάπαξ α)το ποσό των διακοσίων δύο χιλιάδων εκατό ευρώ [202.100€] συνεπεία της στέρησης της διατροφής, β) το ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ [200.000€] ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, γ) σε περιοδικές παροχές μηνιαίως προκαταβλητέες την πρώτη ημέρα κάθε μήνα κατά το χρονικό διάστημα από την 1.5.2017 έως την 1.1.2039 το ποσό των τριακοσίων ευρώ [300€] για στέρηση διατροφής για κάθε μήνα, προσαυξανόμενες κάθε έτος σε ποσοστό 3%, 3) στον τέταρτο και στην πέμπτη των εναγόντων ήδη τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσειόντων (γονείς του θανόντος) [σε έκαστο] το ποσό των εκατόν ογδόντα χιλιάδων ευρώ [180.000€] ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, 4) στον έκτο εξ αυτών και ήδη έκτο αναιρεσείοντα (αδελφό του θανόντος) το ποσό των ογδόντα χιλιάδων ευρώ [80.000€] ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστη, και (5) στον έβδομο και την όγδοη των εναγόντων και ήδη έβδομο και όγδοη των αναιρεσειόντων(πεθεροί του θανόντος) [σε έκαστο] το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ [20.000€] ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, και όλα τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο επιδικίας.
Επίσης, η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Χ. Λ., με την από 4.12.2017 (με αριθμ. κατάθ. ...) αγωγή της εξέθετε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο P. T. οδηγώντας την ασφαλισμένη στην εναγόμενη και μη διάδικο στην παρούσα δίκη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", προκάλεσε από υπαιτιότητά του την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου της κατά την σύγκρουση των οχημάτων αυτών, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση για τη θετική της ζημία και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής της βλάβης. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, με την από 15-5-2017 (αριθμ.
καταθ. δικογρ. ...) αγωγή, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αναιρετικής έρευνας, και την οποία άσκησε η R.-D. D. (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), εκδόθηκε η με αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος τον θανόντα οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας P. T., απέρριψε την αγωγή των ως άνω συγγενών του τελευταίου (και ήδη αναιρεσειόντων), ενώ δέχθηκε εν μέρει τις λοιπές αγωγές.
Μετά την άσκηση εφέσεων από τους ενάγοντες στην από 1-5-2016 αγωγή (ήδη αναιρεσείοντες), την ενάγουσα στην από 4-12-2017 αγωγή και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Χ. Λ. και την R.-D. D. - ενάγουσα στην από 15-5-2017, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, αντιμωλία των διαδίκων, τις απέρριψε κατ' ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδαφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 919/2024, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 919/2024, ΑΠ 213/2023, ΑΠ 1178/2023, ΑΠ 607/2020, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 85/2019).
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 919/2024, ΑΠ 250/2023,ΑΠ 223/2023, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 68/2020).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΟλΑΠ15/2006, ΑΠ 1331/2023, ΑΠ 1072/2023, ΑΠ 230/2020, ΑΠ632/2017).
Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 330/2024, ΑΠ 990/2023, ΑΠ 610/2023,ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020).
Στη προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ.... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα, αναφορικά με συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων το ένδικο ατύχημα: "....Στις 26.9.2016 και ώρα 12:30π.μ.
η Χ. Λ. του Α. (πρώτη αναιρεσίβλητη) έβαινε κινούμενη στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα επί της Λεωφόρου ... με κατεύθυνση προς την Αθήνα οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Toyota μοντέλου Yaris. Την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή ο P. T., οδηγός της ... μοτοσικλέτας εργοστασίου κατασκευής Kawasaki 748 κυβικών εκατοστών, ασφαλισμένης για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..."(μη διάδικο στην παρούσα δίκη) , ο οποίος κινείτο στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της ως άνω μοτοσικλέτας στο οπίσθιο μέρος του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Toyota μοντέλου Yaris [ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη)]. Συνεπεία της ως άνω σύγκρουσης η παραπάνω μοτοσικλέτα ανατράπηκε ενώ παράλληλα ο P. T.
τραυματίστηκε θανάσιμα, και η R.-D. D.(ήδη Τρίτη αναιρεσίβλητη), η οποία επέβαινε στην προαναφερόμενη μοτοσικλέτα διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής Κ.Α.Τ., όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση εξωτερικής οστεοσύνθεσης και παρέμεινε νοσηλευόμενη έως τις 7.10.2016. Κατά τη στιγμή που έλαβε χώρα το ως άνω ατύχημα η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική και η κυκλοφορία των πεζών αραιή.
Εξάλλου, στο συγκεκριμένο σημείο της Λεωφόρου ..., η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης με τέσσερις [4] λωρίδες [τρεις (3) + μία (1) βοηθητική για όσους επιθυμούν να κατευθυνθούν αριστερά] κυκλοφορίας στο ρεύμα προς την Αθήνα, δεν υπάρχουν σηματοδότες και διαβάσεις πεζών, ενώ παράλληλα υφίσταται πινακίδα Ρ-32 σε απόσταση ενός χιλιομέτρου, σύμφωνα με την οποία η ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα ορίζεται στα εβδομήντα [70] χιλιόμετρα ανά ώρα.
Επίσης, στο τόπο του ατυχήματος βρέθηκαν (ι) ίχνη τροχοπέδησης μήκους δέκα μέτρων και τριάντα εκατοστών [10,30m], τα οποία προέρχονται από τη μοτοσικλέτα του P. T., καθώς και (ιι) χαραγές μήκους δώδεκα μέτρων και εξήντα εκατοστών [12,60m], οι οποίες επίσης προέρχονται από την ως άνω μοτοσικλέτα. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο P. T., οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του, δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε, ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός και μπορούσε, υπό τις εκτιθέμενες περιστάσεις και τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες να καταβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 330 εδάφιο β' ΑΚ, όπως άλλωστε θα έπραττε οποιοσδήποτε άλλος συνετός οδηγός κάτω από παρόμοιες με αυτόν συνθήκες και περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και λογική και την οποία επιμέλεια και προσοχή αν επιδείκνυε θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει την προαναφερόμενη σύγκρουση και το επελθόν από αυτήν ζημιογόνο αποτέλεσμα.....
Ειδικότερα, ο P. T. ήταν υποχρεωμένος: (α) να τηρεί αρκετή απόσταση από τα προπορευόμενα αυτοκίνητα για την αποφυγή σύγκρουσης [19 παρ.7 Κ.Ο.Κ], (β) να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες οδικές συνθήκες κυκλοφορίας, καθώς και το γεγονός ότι στη μοτοσικλέτα επέβαινε και δεύτερο άτομο [γεγονός που καθιστούσε δυσχερέστερη τη διακοπή της πορείας του με τροχοπέδηση], ώστε να είναι σε θέση να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς [19 παρ.1 & 2 Κ.Ο.Κ], και (γ) να οδηγεί αποφεύγοντας κάθε συμπεριφορά που ενδεχομένως να εξέθετε σε κίνδυνο ή να δημιουργούσε εμπόδια στην κυκλοφορία, έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και ασκώντας τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε.
Ωστόσο, αυτός δεν συμμορφώθηκε με τις παραπάνω υποχρεώσεις του, αλλά κινούμενος ανελέγκτως επί της Λεωφόρου ..., όπως αναφέρθηκε, δεν τηρούσε την επιβαλλόμενη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτοκίνητο που οδηγούσε η Χ. Λ., η οποία θα εξασφάλιζε σε αυτόν τη δυνατότητα έγκαιρης τροχοπέδησης προς αποφυγή της σύγκρουσης.
Περαιτέρω, εάν ο P. T. είχε τεταμένη την προσοχή του και εάν είχε μειώσει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του σε 50 Χ/Ω ήτοι και κάτω του νόμιμου ορίου των 70 Χ/Ω, θα μπορούσε να αντιληφθεί το έμπροσθέν του όχημα και να αποφύγει τη σύγκρουση πραγματοποιώντας αποτελεσματική τροχοπέδηση. Στοιχεία, τα οποία να θεμελιώνουν οποιοσδήποτε μορφής υπαιτιότητα της Χ.
Λ. δεν προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, από τις οποίες, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η επέλευση του επίδικου τροχαίου δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή της. Ο ισχυρισμός των εναγόντων συγγενών του θανόντος P. T. καθώς και της R.- D. D. ότι η Χ. Λ. πραγματοποίησε αιφνιδιαστικά αναστροφή προς τα αριστερά δεν αποδείχτηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, πολύ δε περισσότερο από τις φωτογραφίες του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Toyota Yaris που απεικονίζουν τα σημεία επαφής που εντοπίζονται. Ενισχυτικό των ως άνω αποδειχθέντων [βλ. σχετική Έκθεση Πρακτικών και Απόφασης της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου με την οποία κρίθηκε αθώα η Χ. Λ. για το ένδικο ατύχημα και για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, το σκεπτικό της όποιας ανάμεσα σε αλλά έχει επί λέξει ως εξής: "Αποδείχτηκε ακόμη, ότι στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 135, ενώ το όχημα της κατηγορουμένης έβαινε κανονικά στην πορεία του, με ταχύτητα περίπου 70 χιλιόμετρα ανά ώρα, ο οδηγός της δίκυκλης 'μοτοσυκλέτας, έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα για τις περιστάσεις ταχύτητα, ακριβές ύψος της οποίας δεν κατέστη εφικτό να προσδιοριστεί, αλλά σίγουρα υπερέβαινε τουλάχιστον τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα (βλ.
και την επ ακροατηρίω ένορκη κατάθεση του Γ. Π. ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας επιτάχυνε, προκειμένου να διέλθει από φωτεινό σηματοδότη που είχε πορτοκαλί ένδειξη), απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, και, αφού διενήργησε αναποτελεσματική πέδηση περί τα 10,30 μέτρα (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίας), προσέκρουσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσυκλέτας στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του προπορευόμενου ΙΧΕ (βλ.
επισκοπηθείσα στο ακροατήριο φωτογραφία του οπίσθιου τμήματος του ΙΧΕ. ληφθείσα από την τροχαία Ν. Ιωνίας στο σημείο του ατυχήματος, που απεικονίζει την παραμόρφωση του ΙΧΕ. που ξεκινάει από το οπίσθιο αριστερό τμήμα του, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της σφοδρότητας της σύγκρουσης, λόγω της αυξημένης ταχύτητας της μοτοσυκλέτας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές , το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα ήταν ο θανών οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας P. T. συγγενής των ήδη αναιρεσειόντων και ότι ουδεμία υπαιτιότητα δύναται να αποδοθεί στην οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Χ.
Λ.. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε, εκ πλαγίου, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, του ΑΚ, που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη και τις αναφερόμενες διατάξεις του ΚΟΚ, και διέλαβε στην απόφασή του μη επαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς 1) τις συνθήκες του ατυχήματος, 2) την ύπαρξη (αποκλειστικής) υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην πρόκληση αυτού και την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας και 3) την έλλειψη υπαιτιότητας στο πρόσωπο της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και την 4) έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς της οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, εξαιτίας της οποίας θανατώθηκε ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας P. T., που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν.
Ειδικότερα, δεν αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, ώστε να κριθεί αφενός η υπαιτιότητα εκάστου των εμπλακέντων οδηγών και αφετέρου εάν μπορούσε να αποφευχθεί η σύγκρουση. Πλέον συγκεκριμένα: 1) δεν αναφέρονται το πλάτος και τα χαρακτηριστικά του οδοστρώματος και της κάθε λωρίδας κυκλοφορίας στην λεωφόρο ...
στην κατεύθυνσή της προς Αθήνα, 2) δεν αποσαφηνίζεται η ακριβής λωρίδα, στην οποία έβαινε κινούμενος ο κάθε οδηγός και συνακόλουθα το ακριβές σημείο της σύγκρουσης. Συγκεκριμένα, ενώ στην αρχή αναφέρεται ότι και οι δυο εμπλακέντες οδηγοί κινούντο στην δεύτερη από αριστερά λωρίδα επί της Λεωφόρου ... με κατεύθυνση προς Αθήνα, στη συνέχεια αναφέρεται ότι, "στο σημείο της σύγκρουσης η λεωφόρος ...
στην κατεύθυνσή της προς Αθήνα έχει τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας, ήτοι τρείς και μία βοηθητική για εκείνους που επιθυμούν να κατευθυνθούν προς τα αριστερά" χωρίς να προσδιορίζεται αν ως "δεύτερη από αριστερά λωρίδα" (στην οποία κατά τις παραδοχές αποτελούσε τη λωρίδα, στην οποία κινούντο η οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ο οδηγός της μοτοσικλέτας) περιγράφεται η λωρίδα πριν το σημείο εκείνο, στο οποίο, κατά τις παραδοχές, προστίθεται η τέταρτη λωρίδα κυκλοφορίας γι αυτούς που επιθυμούν να στρίψουν αριστερά, οπότε η κρίσιμη λωρίδα δηλαδή η λωρίδα στην οποία συνέβη η σύγκρουση είναι η μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, ή (εάν περιγράφεται η λωρίδα αυτή) στο τμήμα όπου προστίθεται λωρίδα κυκλοφορίας γι αυτούς που επιθυμούν να στρίψουν αριστερά και επομένως η κρίσιμη λωρίδα δεν είναι η μεσαία λωρίδα, 3) αορίστως αναφέρεται ότι τα ίχνη τροχοπέδησης της δίκυκλης μοτοσικλέτας μήκους 10,30 εκατοστών και οι χαραγές μήκους 12,60 εκατοστών βρέθηκαν "στον τόπο του ατυχήματος", χωρίς να προσδιορίζεται σε ποια ακριβώς λωρίδα κυκλοφορίας (μεσαία ή αριστερή κατά τα ως άνω) σε και σε πόση απόσταση από το σημείο σύγκρουσης εντοπίζονται αυτά, 4) δεν προσδιορίζεται η θέση στην οποία ανευρέθηκαν μετά τη σύγκρουση τα εμπλακέντα οχήματα σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, 5) δεν προσδιορίζεται το ακριβές σημείο (κέντρο, δεξιά ή αριστερά) του οπίσθιου τμήματος του ΙΧΕ αυτοκινήτου - στο οποίο επέπεσε η δίκυκλη μοτοσικλέτα, αλλά απλά μνημονεύεται αόριστα ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας κινούμενος στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας με το ΙΧΕ αυτοκίνητο και πίσω από αυτό "επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του στο οπίσθιο μέρος του ΙΧΕ αυτοκινήτου", 6) δεν προσδιορίζεται στην απόφαση ποία ήταν η κατά το ατύχημα ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ήτοι αν υπερέβαινε ή όχι το νόμιμο όριο των 70 χλμ/ώρα, αλλά απλώς αναφέρεται αόριστα και αντιφατικά αφενός ότι κινείτο "ανέλεγκτα" και αφετέρου ότι έπρεπε να "μειώσει την ταχύτητα σε 50 χλμ/ώρα ήτοι κάτω του νομίμου ορίου των 70 χλμ /ώρα".
Τα ως άνω στοιχεία, ήτοι η μη αναφορά των χαρακτηριστικών της οδού, η ασάφεια σχετικά με την λωρίδα στην οποία κινείτο το κάθε εμπλακέν όχημα, του μη προσδιορισμού του σημείου-λωρίδας εντός της οποίας επήλθε η σύγκρουση, όπως και του σημείου-λωρίδας εντός της οποίας ανευρέθησαν οι χαραγές και τα ίχνη τροχοπέδησης της δίκυκλης μοτοσικλέτας, η ανακριβής περιγραφή των συγκρουσθέντων τμημάτων των εμπλακέντων οχημάτων και η μη αναφορά του τελικού σημείου στο οποίο αυτά (τα συγκρουσθέντα οχήματα) ανευρέθησαν δημιουργούν ασάφεια και κενό ως προς τα ουσιώδη ζητήματα 1) της αμέλειας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και της αποδοθείσας σε βάρος του αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και στον θανάσιμο τραυματισμό του, 2) της έλλειψης υπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι το Εφετείο ελλειπώς αιτιολογεί την έλλειψη οιασδήποτε υπαιτιότητας της τελευταίας χωρίς παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, αρκούμενο ο ι) στην γενική και αόριστη παραδοχή ότι: "στοιχεία, τα οποία να θεμελιώνουν οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα της Χ. Λ., δεν προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, από τις οποίες, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η επέλευση του επίδικου τροχαίου δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή της.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων συγγενών του θανόντος P. T. καθώς και της R.- D. D. ότι η Χ. Λ. πραγματοποίησε αιφνιδιαστικά αναστροφή προς τα αριστερά δεν αποδείχτηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας.." και ιι) στην απλή αναφορά σε φωτογραφίες και στα αποδειχθέντα ενώπιον του ακροατηρίου του ποινικού δικαστηρίου και όχι ενώπιον του, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο επί του ουσιώδους αυτού ζητήματος, 3) της υπαγωγής όλων των πραγματικών περιστατικών, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Περαιτέρω, 7) δεν αποσαφηνίζεται στην απόφαση με ποιο τρόπο η ρύθμιση της ταχύτητας της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην ενδεδειγμένη, κατά τις παραδοχές, ταχύτητα των 50χλμ ανά ώρα (ενώ η επιτρεπόμενη είναι 70 χλμ/ώρα) με βάση τις αναφερόμενες συνθήκες κυκλοφορίας, ήτοι "κατάσταση οδού ξηρά, κυκλοφορία οχημάτων κανονική και κυκλοφορία πεζών αραιή", θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποφυγή του ένδικου ατυχήματος, ούτε πώς η έγκαιρη, όπως αναφέρεται τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας θα απέτρεπε τη σύγκρουση με το όχημα της πρώτης αναιρεσίβλητης οδηγού. 8) Σχετικά με το ίδιο στοιχείο, ήτοι της ταχύτητας της δίκυκλης μοτοσικλέτας και με δεδομένο, ότι μόνη η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, δεν αναφέρονται στην εκκαλούμενη απόφαση επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σε σχέση με το αν η υπέρβαση του επιτρεπομένου ή ενδεδειγμένου ορίου ταχύτητας, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και ενόψει των όλων συνθηκών, θεωρείται πρόσφορος τρόπος τέλεσης του άνω ατυχήματος.
Οι ανωτέρω παραλείψεις στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης (ανεπαρκείς), στερούν αυτή νομίμου βάσεως, διότι δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων των προαναφερθέντων διατάξεων του ΑΚ και του Κ.Ο.Κ. που εφαρμόσθηκαν σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας ή μη των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα, ούτε επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθότητας του πορίσματος στο οποίο, η απόφαση αυτή κατέληξε, σε σχέση με το προαναφερθέν ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας.
και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προηγηθείσας του ατυχήματος συμπεριφοράς του και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως και οι ο πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αληθώς, η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, που αφορούν το ίδιο κεφάλαιο της πληττόμενης απόφασης (υπαιτιότητα ή όχι των δύο οδηγών και αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και του ζημιογόνου αποτελέσματος), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο του κεφαλαίου τούτου της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης (ΑΠ 550/2023, ΑΠ 309/2019,ΑΠ 1637/2018, ΑΠ 1999/2017, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1840/2007), ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους καταθέσαντες του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1.1.2016, ένδικα μέσα) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς την όγδοη αναιρεσείουσα E. R. του S. στην από 5-10-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...) αίτηση αναίρεσης
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτήν.
Δέχεται κατά τα λοιπά την από 5-10-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...) αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί στο σύνολό της τη με αρ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων: E. χήρας P. T. ενεργούσας για το εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Ρ. T. και Π. T., M. T. του K., M.-M. T. του K., I. T. του M. και V. R. του N. σε βάρος των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει σε (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ