Legislator Case Law & Legislation
260/2022 AI generated

260/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 260/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

260/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
destruction of crops financial loss economic consequences production quotas production levy production refunds
AI generated
60/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
833/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Αυγούστου 1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2001 του ιδίου Δικαστηρίου και 530/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του.
551/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
984/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/1/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1093/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 260 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 260/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Θ., κατοίκου ... οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Καρρά, που ανακάλεσε την από 1/10/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Α. του Φ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φουρλή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5962/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13429/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/1/2020 αίτησή του.

Κατά την συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27-1-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 13429/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας ως Εφετείο την από 12-12-2017 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 5962/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης - το οποίο είχε απορρίψει την από 26-11-2015 αγωγή αυτού (αναιρεσιβλήτου) κατά το σκέλος που αφορούσε την αξίωση διαφυγόντων κερδών ως αόριστη και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την ίδια αγωγή κατά το υπόλοιπο μέρος της ως βάσιμη από ουσιαστικής απόψεως και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσόν των διακοσίων εξήντα έξι ευρώ (266 €) νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής του μέχρις εξοφλήσεως - έκανε δεκτή την ως άνω έφεση και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση ως προς το προαναφερθέν μέρος της, δηλαδή ως προς την αξίωση καταβολής των αιτηθέντων διαφυγόντων κερδών, ακολούθως έκρινε ως ορισμένο το ως άνω υποβληθέν αίτημα περί καταβολής διαφυγόντων κερδών, έκανε εν μέρει δεκτή την εν λόγω ασκηθείσα αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το (συνολικό) χρηματικό ποσόν των εννέα χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι επτά ευρώ και τριάντα λεπτών (9.423,30 €) νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής του μέχρις εξοφλήσεως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Το άρθρο 560 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για την θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για την θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Για την διαμόρφωση έτσι της αποδεικτικής κρίσεως του δικαστή ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας στο μέλλον, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη.

Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη έχει μικτό χαρακτήρα, δηλαδή είναι ουσιαστική, ως προς τον καθορισμό από αυτή των παραγωγικών της εν λόγω αξιώσεως στοιχείων και δικονομική, ως προς την επάρκεια της πιθανολογήσεως του διαφυγόντος κέρδους. Κατά συνέπειαν, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί της υπάρξεως ή μη πιθανότητας επελεύσεως της μελλοντικής ζημίας, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξελίξεως πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1932/2017, ΑΠ 1385/2012).

Όταν ζητείται αποζημίωση λόγω διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή τα συγκεκριμένα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια (ΟλΑΠ 20/1992).

Δεν είναι απαραίτητο όμως να αναγράφεται στην αγωγή και ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να αφαιρείται η εξοικονομηθείσα, ούτε να εξειδικεύονται τα προσδίδοντα την δυναμική του προσδοκώμενου κέρδους στοιχεία με αναφορά συγκεκριμένων συναλλαγών, προσώπων και παραστατικών. Επίσης κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ο αιτούμενος την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντος κέρδους πρέπει και αρκεί να προσδιορίζει αυτή με βάση ένα ή περισσότερα αριθμητικά μεγέθη (όπως είναι και η αγοραία τιμή ενός εμπορεύματος ή η αγοραία αμοιβή μιας υπηρεσίας σε ορισμένο τόπο και χρόνο), το οποίο, κατά την κοινή περί τούτου αντίληψη και το συνήθως συμβαίνον, είναι ή δύναται να γίνει γνωστό στους συναλλασσομένους του επαγγελματικού χώρου των διαδίκων και κυρίως εκείνου του εναγομένου και έτσι να είναι περαιτέρω δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης και απόδειξης (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 496/ 2016, ΑΠ 730/2015).

Περαιτέρω σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ως και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984).

Άν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Για την πληρότητα του λόγου αν το παράπονο συνίσταται στην μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποιά ήταν τα "πράγματα" που προτάθηκαν και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο (ΑΠ 401/2019).

Στην κρινομένη υπόθεση από την παραδεκτή κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του σχετικού αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προς θεμελίωση της επικαλούμενης ζημίας που προκλήθηκε εις βάρος του από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, συνισταμένη στην πρόκληση εξ αμελείας του εναγομένου (και ήδη αναιρεσείοντος) πυρκαγιάς, η οποία εξαπλώθηκε στο όμορο αγρόκτημά του (δηλαδή του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου) καταστρέφοντας τις αναφερόμενες στο δικόγραφο, συκιές, τις οποίες ο ίδιος (ενάγων) καλλιεργούσε και εκμεταλλευόταν προβαίνοντας κατ' έτος στην συλλογή και στην πώληση σύκων, ιστορούσε επί λέξει τα εξής: "...Από την πυρκαγιά που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου και σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση της γεωπόνου Α) καταστράφηκε ολοσχερώς η παραγωγή του τρέχοντος έτους, 2014.

Η συγκομιδή των σύκων γίνεται κατά τον μήνα Αύγουστο, οπότε την ημέρα της πυρκαγιάς καταστράφηκαν ολοσχερώς οι καρποί και συνεπώς, απώλεσα την βέβαιη παραγωγή του έτους 2014, η οποία ήταν 15 κιλά ανά δέντρο Χ 124 δέντρα = 1.860 κιλά Χ 1,5 ευρώ/κιλό = 2.790 ευρώ. Από την καταστροφή αυτή τα δέντρα υπέστησαν τέτοια ζημιά που για να επανέλθουν στην πρότερη κατάστασή τους χρειάζονται τρία έτη από την καταστροφή τους.

Β) Οπότε για το έτος 2015 η αναμενόμενη και βέβαιη παραγωγή ήταν 2.480 (124 δέντρα Χ 20 κιλά/δέντρο) κιλά σύμφωνα με την ηλικία και τη δυνατότητα παραγωγής των δέντρων, μετά όμως από την καταστροφή του τα δέντρα μπορούν να αποδώσουν το 20% της συνηθισμένης παραγωγής, συνεπώς μόνο 4 κιλά ανά δέντρο και συνολικά 496 κιλά σύκα τα 124 δέντρα.

Η απώλεια παραγωγής ανέρχεται στα 1.984 κιλά Χ 1,5 ευρώ/κιλό = 2.976 ευρώ, ποσό που απώλεσα. Γ) Για το έτος 2016 η αναμενόμενη και βέβαιη παραγωγή θα ήταν 3.100 (124 δέντρα Χ 25 κιλά/δέντρο) κιλά σύμφωνα με την ηλικία και τη δυνατότητα παραγωγής των δέντρων, μετά όμως από την καταστροφή του τα δέντρα μπορούν να αποδώσουν το 40% της συνηθισμένης παραγωγής, επομένως μόνο 10 κιλά ανά δέντρο και συνολικά 1.240 κιλά σύκα τα 124 δέντρα.

Η αναμενόμενη συνολικά απώλεια παραγωγής ανέρχεται στα 1.860 κιλά Χ 1,5 ευρώ/κιλό, (δύο χιλιάδες επτακόσια ενενήντα) 2.790 ευρώ, ποσό που θα απωλέσω. Δ) Για το έτος 2017 η αναμενόμενη και βέβαιη παραγωγή θα ήταν 3.720 (124 δέντρα Χ 30 κιλά/δέντρο) κιλά σύμφωνα με την ηλικία και τη δυνατότητα παραγωγής των δέντρων, μετά όμως από την καταστροφή τους τα δέντρα μπορούν να αποδώσουν το 60% της συνηθισμένης παραγωγής, επομένως μόνο 18 κιλά ανά δέντρο και συνολικά 2.232 κιλά σύκα τα 124 δέντρα.

Η αναμενόμενη συνολικά απώλεια παραγωγής ανέρχεται στα 1.480 κιλά Χ 1,5 ευρώ/κιλό, ποσό που θα απωλέσω ανέρχεται σε δύο χιλιάδες διακόσια είκοσι (2.220) ευρώ...". Με το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της μελλοντικής αποθετικής ζημίας (διαφυγόντος κέρδους) αλλά και τα περιστατικά, οι ειδικές περιστάσεις και τα προπαρασκευαστικά μέτρα, βάσει των οποίων ήταν πιθανό το προσδοκώμενο διαφυγόν κέρδος του ενάγοντος κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και βεβαίως δεν παραβίασε τις ως άνω εφαρμοσθείσες διατάξεις θεωρώντας ότι η ως άνω ασκηθείσα αγωγή τυγχάνει ορισμένη κατά το προαναφερθέν μέρος της (αυτό δηλαδή που αφορά την καταβολή των παραπάνω διαφυγόντων κερδών) και, συνακόλουθα, ο προαναφερθείς σχετικός πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 5 ΚΠολΔ, ορθώς εκτιμώμενος, στο σύνολό του, ως από τον αριθμό 1 της ίδιας διάταξης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που αντιστοιχεί προς τον λόγο που προβλέπεται από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 975/2020, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην ως άνω προσβαλλομένη απόφαση τις απορρέουσες από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ειδικότερα του ότι "το Δικαστήριο δέχθηκε στην ελάσσονα σκέψη του λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ και λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της απόφασης λόγω εκ πλαγίου παράβασης του νόμου, δεδομένου ότι από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου 298 ΑΚ", ενώ με τον τρίτον αναιρετικό λόγο προβάλλονται εκ μέρους του αναιρεσείοντος οι από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 πλημμέλειες και συγκεκριμένα, όπως επί λέξει αναφέρεται εκ μέρους του, γιατί το Δικαστήριο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ "επειδή δέχθηκε (σε επίπεδο και μείζονος και ελάσσονος πρότασης) ότι η ύπαρξη της ζημίας κρίνεται με βάση τα δεδομένα της πρόβλεψης που έγινε σε χρόνο πολύ προγενέστερο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (χρόνο άσκησης της αγωγής) και όχι βάσει των περιστατικών που μεσολάβησαν και επηρέασαν καθοριστικά την πραγματική του ζημία που πράγματι τελικά υπέστη παρότι αυτά ήταν γνωστά ήδη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, η οποία είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της ζημίας" αλλά και "λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της απόφασης, δεδομένου ότι από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της πραγματικής - συγκεκριμένης ζημίας του ενάγοντος".

Από την επιτρεπτή κατ' άρθρον 561 § 1 ΚΠολΔ επισκόπηση της ως άνω αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το προαναφερθέν Δικαστήριο δέχθηκε αναιρετικώς ανελέγκτως κατά το σχετικό μέρος που αφορά τους παραπάνω αναφερομένους αναιρετικούς λόγους επί λέξει τα εξής: "Αποδείχθηκε ότι από την πυρκαγιά :

Α) καταστράφηκε ολοσχερώς η παραγωγή του έτους, 2014. Η συγκομιδή των σύκων γίνεται κατά τον μήνα Αύγουστο, οπότε την ημέρα της πυρκαγιάς καταστράφηκαν ολοσχερώς οι καρποί και συνεπώς απώλεσε την παραγωγή του έτους 2014, η οποία ήταν 15 κιλά ανά δέντρο Χ124 δέντρα=1860 κιλά Χ1,5 ευρώ/κιλό= 2.790 ευρώ. Από την καταστροφή αυτή τα δέντρα υπέστησαν τέτοια ζημιά που για να επανέλθουν στην πρότερη κατάστασή τους χρειάζονται τρία έτη από την καταστροφή τους.

Β) Οπότε για το έτος 2015 η αναμενόμενη και βέβαιη παραγωγή ήταν 2.480 (124 δέντρα X 20 κιλά/ δέντρο) κιλά σύμφωνα με την ηλικία και τη δυνατότητα παραγωγής των δέντρων, μετά όμως από την καταστροφή του τα δέντρα μπορούν να αποδώσουν το 20% της συνηθισμένης παραγωγής, συνεπώς μόνο 4 κιλά ανά δέντρο και συνολικά 496 κιλά σύκα τα 124 δέντρα.

Η απώλεια παραγωγής ανέρχεται στα 1.984 κιλά X 1,5 ευρώ/κιλό = 2.976 ευρώ, ποσό που απώλεσε ο ενάγων Γ) Για το έτος 2016 η αναμενόμενη και βέβαιη παραγωγή θα ήταν 3.100 (124 δέντρα X 25 κιλά/ δέντρο) κιλά σύμφωνα με την ηλικία και τη δυνατότητα παραγωγής των δέντρων, μετά όμως από την καταστροφή του τα δέντρα μπορούν να αποδώσουν το 40% της συνηθισμένης παραγωγής, επομένως μόνο 10 κιλά ανά δέντρο και συνολικά 1.240 κιλά σύκα τα 124 δέντρα.

Η αναμενόμενη συνολικά απώλεια παραγωγής ανέρχεται στα 1.860 κιλά X 1,5 ευρώ/κιλό, (δύο χιλιάδες επτακόσια ενενήντα) 2.790 ευρώ, ποσό που θα αποκέρδαινε και απώλεσε λόγω της πυρκαγιάς. Δ) Για το έτος 2017 η αναμενόμενη και βέβαιη παραγωγή θα ήταν 3.720 (124 δέντρα X 30 κιλά/ δέντρο) κιλά σύμφωνα με την ηλικία και τη δυνατότητα παραγωγής των δέντρων, μετά όμως από την καταστροφή τους τα δέντρα μπορούν να αποδώσουν το 60% της συνηθισμένης παραγωγής, επομένως μόνο 18 κιλά ανά δέντρο και συνολικά 2.232 κιλά σύκα τα 124 δέντρα.

Η αναμενόμενη συνολικά απώλεια παραγωγής ανέρχεται στα 1.480 κιλά Χ 1,5 ευρώ/κιλό, το ποσό που θα απωλέσει ανέρχεται σε δύο χιλιάδες διακόσια είκοσι (2.220) ευρώ. Κατά συνέπεια η οικονομική ζημία που υπέστη από την μείωση τη παραγωγής λόγω ης καταστροφής των δέντρων ανέρχεται στο ποσό των 10.778 (2.790 + 2.976 + 2.790 + 2.220 {κονδύλια Α, Β, Γ και Δ}.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το κόστος 1,50 ευρώ για κάθε κιλό παραγόμενων σύκων κρίνεται εύλογο εφόσον αποδεικνύεται από δημοσιεύσεις στην οικία ιστοσελίδα του Υπουργείου Γεωργίας οι τιμές παραγωγού για τις διάφορες ποικιλίες για παράδειγμα κατά το έτος 2012 διαμορφώθηκαν ως εξής: Για την εγχώρια αγορά 2.155,6 : 1) Μαύρα σύκα β' ποιότητας 1,2 -1,3 ευρώ, 2) Βασιλικά σύκα β' ποιότητας 1,6 -1,7 ευρώ, 3) Βασιλικά σύκα α' ποιότητας 1,8 -2,0 ευρώ, 4) Μαύρα σύκα α' ποιότητας 1,8 -1,85 ευρώ. 5) Εξαγωγή:

Μαύρα σύκα 2,00 ευρώ. Στα ίδια δε, επίπεδα κινήθηκαν οι τιμές για τα σύκα και στα μετέπειτα έτη. Από το ποσό των 10.778,00 ευρώ το οποίο θα εσόδευε ο ενάγων-εκκαλών πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.616,7 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 15% επί του συνολικού ποσού το οποίο αποτελεί την δαπάνη που πρέπει να καταβάλει ο παραγωγός για τα έξοδα καλλιέργειας (κλάδεμα, όργωμα, φρεζάρισμα, φάρμακα, λιπάσματα, καλλιέργειας ραντίσματα κ.α), δεκτής γενομένης της ένστασης συνυπολογισμού κέρδους ζημίας που προέβαλε ο εναγόμενος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την προαναφερθείσα πρωτόδικη υπ' αριθμ. 5962/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το προαναφερθέν μέρος της και στην συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την εν λόγω αγωγή, όπως ήδη αναφέρθηκε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω εφαρμοσθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως πιθανολογηθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της μελλοντικής αποθετικής ζημίας (διαφυγόντος κέρδους) και δικαιολογούν την κατά ένα μέρος παραδοχή της εν λόγω ασκηθείσης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, καθόσον, ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην αγωγή και την προσβαλλόμενη απόφαση τα περιστατικά, οι ειδικές περιστάσεις και τα προπαρασκευαστικά μέτρα, βάσει των οποίων καθίστατο πιθανό το προσδοκώμενο διαφυγόν κέρδος του ενάγοντος κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επομένως ο προαναφερθείς από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, η κρίση του εφετείου ως προς τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος της αποθετικής ζημίας του αναιρεσιβλήτου δεν είναι σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν, δεκτική αναιρετικού ελέγχου και συνεπώς, ο σχετικός λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον υπό την επίκληση του ως άνω άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, πλήττεται η εφετειακή απόφαση για έλλειψη, άλλως, ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς την άνω βάση υπολογισμού και συνακόλουθα ως προς το ύψος της αποθετικής ζημίας του αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 1385/2012, ΑΠ 726/2008).

Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην ως άνω προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της και δεν απάντησε στο προταθέντα πραγματικό ισχυρισμό (ένσταση) για το συνυπολογισμό του κόστους συγκομιδής και μεταφοράς των καρπών από το χωράφι προς τον τελικό αποδέκτη τους (έμπορο)", που όμως τυγχάνει απαράδεκτος, καθόσον ο παραπάνω ισχυρισμός υποβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο, κατά τ' αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, γιατί δεν είχε προταθεί αυτός (ισχυρισμός) παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω πληττομένης υπ' αριθμ. 13429/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) που δίκασε ως Εφετείο, να διαταχθεί η εισαγωγή του σχετικού παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως ειδικότερα αναφέρεται (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-1-2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 13429/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο.

ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους του αναιρεσείοντος παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ