260/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28/11/2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 738/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 10/15/2018 κλήση τους.
Legislator headnote
AI generated260/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού "απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενόμενης ζημίας".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 260 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 260/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Γ. του Ι., 2) Ι. Ε. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελισσάβετ Πούλιου και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Συνδέσμου Υπεραστικών Λεωφορειούχων Ν. Μαγνησίας, που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Κώτσιο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28/11/2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 738/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 10/15/2018 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την 739/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως, από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, επί του ζητήματος της χρονικής διάρκειας της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και δη, αν για τις αποφάσεις, που δημοσιεύτηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία, για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015. Ήδη, μετά την έκδοση της 10/2018 αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που έκρινε καταφατικά επί του ως άνω ζητήματος, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση, ενώπιον του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την από 15-10-2018 κλήση των αναιρεσειόντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Με την υπό κρίση αίτηση, προσβάλλεται η 25/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την υπ' αριθμό καταθέσεως 307/08-12-2010 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 226/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποίαν είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ερειδομένη, όπως η απόφαση αυτή έκρινε, στις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 146/1914, 57, 59, 61, 70, 914 και 932 ΑΚ, 2 παρ. 1, 6 παρ. 1 του Ν. 2963/2001, 8 παρ. 1, 2, 5 ν. 244/1987, 11 παρ. 3 ν. 3082/2002, 947 και 70 ΚΠολΔ, από 17.04.2008, αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και είχαν υποχρεωθεί οι πρώτοι (αναιρεσείοντες) να παύσουν να εκτελούν μεταφορές με αυτοκίνητα ταξί και αγοραία από το Βόλο στην Αθήνα και αντίστροφα, παρέχοντας εξυπηρέτηση με πολλαπλή μίσθωση και κόμιστρο και με μισθώσεις εκτός των διοικητικών ορίων της έδρας τους, να παραλείψουν στο μέλλον τα παραπάνω, με απειλή προσωπικής κράτησης δύο (2) μηνών και χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ, για κάθε παράβαση αυτής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 53, 556, 558, 564 και 566 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού "απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενόμενης ζημίας".
Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου, ως άνω, νόμου, "Των εις τα άρθρα 1 και 3 προβλεπομένων πράξεων την παράλειψιν δύναται ν' αξιώση πας επαγγελματίας, όστις παράγει ή εμπορεύεται όμοια ή συγγενή είδη, καθώς επίσης και τα εμπορικά και βιομηχανικά επιμελητήρια, οι εμπορικοί και βιομηχανικοί ή εν γένει επαγγελματικοί σύλλογοι...".
Περαιτέρω, από το σύνολο των διατάξεων του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", ο οποίος εφαρμόζεται, στην ένδικη υπόθεση, προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρία είναι νομικό πρόσωπο διακεκριμένο από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των μετόχων της. Είναι, επομένως, υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει δε ίδια περιουσία ανεξάρτητη από αυτήν των μετόχων της.
Οι τελευταίοι έχουν, ως μέτοχοι, μόνο τα παρεχόμενα σ' αυτούς από το νόμο δικαιώματα, με τα οποία εκφράζεται και η έννομη σχέση, που τους συνδέει με την εταιρία. Στα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνεται και δικαίωμα συγκυριότητας στα περιουσιακά στοιχεία ή δικαίωμα στην περιουσία (ως σύνολο) της ανώνυμης εταιρίας.
Εξάλλου, η μετοχή, ως αξιόγραφο, είναι περιουσιακό αγαθό. Πλην της ονομαστικής της αξίας, δηλαδή αυτής, που αναγράφεται στον τίτλο της μετοχής και δηλώνει το τμήμα του μετοχικού κεφαλαίου, που εκπροσωπεί, έχει και την πραγματική ή εσωτερική αξία της, που προκύπτει από τη διαίρεση της πραγματικής αξίας της περιουσίας της εταιρίας με το συνολικό αριθμό των μετοχών, σε δεδομένη στιγμή.
Έτσι η αξία που περικλείεται στη μετοχή αποτελεί αντανάκλαση της αξίας της εταιρικής περιουσίας, ή, κατά την επιγραμματική διατύπωση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, "έμμεση ιδιοκτησία επί της περιουσίας της εταιρίας" (ΟλΑΠ 14/99). Από τις ως άνω διατάξεις, σαφώς, συνάγεται ότι μόνο το θιγόμενο, άμεσα, από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 άρθρο 1 Ν. 146/1914, πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού, νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας, ως φορέας του προστατευομένου δικαιώματος, νομιμοποιείται να εγείρει, κατά των παραβατών της εν λόγω διατάξεως, τη σχετική, περί παραλείψεως αγωγή.
Τέτοια αξίωση, όμως, δεν έχουν (ούτε παραλλήλως) οι κατ' ιδίαν μέτοχοι της ανώνυμης εταιρίας, που από τις πράξεις αθεμίτου ανταγωνισμού, κατ' αυτής, τρίτων προσώπων, τυχόν, υφίστανται ζημία, η οποία μπορεί να συνίσταται στην πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών ή τη μείωση της εσωτερικής αξίας τους ή τη διανομή μικρότερου μερίσματος, διότι αυτοί δεν ζημιώνονται αμέσως, από τις πράξεις αυτές, αλλά εμμέσως (πρβλ.
ΑΠ 1298/2006, ΑΠ 1285/80). Περαιτέρω, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί, καταρχήν, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Αν όμως αποδειχθεί η αναλήθεια του ισχυρισμού αυτού, τότε αυτή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη, για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος. Ποιά πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο, που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 59/1919, ΑΠ 921/2007, ΑΠ 2102/2007). Ο αναιρετικός έλεγχος δε της νομιμοποιήσεως, προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλΑΠ 18/2005 (ομοίως και ΟλΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Επειδή, λοιπόν, το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης, αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 59/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το αναιρετικά ενδιαφέρον μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη ενάγουσα "ΚΤΕΛ Υπεραστικών Γραμμών Ν.
Μαγνησίας Α.Ε.", κατά παραχώρηση της Αρχής (Κράτους) και υπό την εποπτεία της, οργανώνει, προγραμματίζει και εκτελεί δρομολόγια σε όλες τις υπεραστικές γραμμές του Νομού Μαγνησίας αλλά και τις διανομαρχιακές γραμμές μεταξύ Βόλου- Αθηνών, Βόλου-Θεσσαλονίκης, Βόλου-Ιωαννίνων και Ηγουμενίτσας και Βόλου-Πατρών με βάση κόμιστρο εγκεκριμένο από την αρχή.
Ο δεύτερος ενάγων αποτελεί το αντιπροσωπευτικό συνδικαλιστικό όργανο όλων των μετόχων του ΚΤΕΛ, των οποίων τα επαγγελματικά συμφέροντα περιφρουρεί με κάθε νόμιμο τρόπο. Η πρώτη των εναγομένων είναι ιδιοκτήτρια πρακτορείου χερσαίων μεταφορών και οι λοιποί εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες ταξί και αγοραίων που κατά κανόνα έχουν έδρα εκτός των διοικητικών ορίων του Δήμου ...
και ειδικότερα ο δεύτερος και τρίτος εναγόμενος έχει έδρα τον δήμο ..., ο τέταρτος τον Δήμο Αλμυρού και ο πέμπτος τον Δήμο Νέας Αγχιάλου. Η πρώτη των εναγομένων μέσω του πρακτορείου χερσαίων μεταφορών που διαθέτει, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που έχει με επιβάτες, οι οποίοι ενδιαφέρονται να μεταβούν από τον Δήμο Βόλου ή Ν.
Ιωνίας στην Αθήνα, αφού συμπληρωθούν τέσσερις (4) επιβάτες, επικοινωνεί με έναν από τους λοιπούς εναγόμενους, που κατά το χρόνο που απαιτείται η μεταφορά είναι διαθέσιμος, ο οποίος στη συνέχεια τους παραλαμβάνει από την οικία τους ή από σημείο που ο επιβάτης θα τους υποδείξει και τους μεταφέρουν στην Αθήνα, στις διευθύνσεις που εκείνοι (επιβάτες) επιθυμούν.
Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και κατά την επιστροφή των ταξί ή των αγοραίων από την Αθήνα στο Βόλο. Το κόμιστρο που καταβάλει κάθε επιβάτης ξεχωριστά ανέρχεται σε 38 ευρώ περίπου. Τα δρομολόγια προς την Αθήνα αρχίζουν συνήθως τις πρωινές ώρες κάθε ημέρας και καλύπτουν σχεδόν ολόκληρη την ημέρα. Τα παραπάνω αποδεικνύονται ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγόντων και δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγομένων.
Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι εκτελούν απαγορευμένο μεταφορικό έργο και συγκεκριμένα: α) παρέχουν εξυπηρέτηση με πολλαπλή μίσθωση, β) παρέχουν εξυπηρέτηση με είσπραξη κομίστρου για κάθε μεταφερόμενο επιβάτη, γ) κάνουν επιλογή επιβατών, δ) πραγματοποιούν μισθώσεις αγοραίων ή ταξί για την παραλαβή επιβατών εκτός των διοικητικών ορίων της έδρας των αγοραίων και των ταξί, χωρίς το τέλος της διαδρομής να βρίσκεται εντός των ορίων της έδρας των ΕΔΧ αυτοκινήτων που χρησιμοποιούν και ε) αναλαμβάνουν μισθώσεις σε σημείο έξω από τα διοικητικά όρια της έδρας των αγοραίων και των ταξί, χωρίς το τέλος της διαδρομής να βρίσκεται εντός των ορίων της έδρας των ΕΔΧ αυτοκινήτων τους, με συνέπεια να αφαιρούν παράνομα από την πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, μεταφορικό έργο που νόμιμα τους έχει ανατεθεί, κατά τα προαναφερόμενα, με αποτέλεσμα να υφίστανται η πρώτη ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και ο δεύτερος ως επαγγελματικός κλάδος μεγάλη οικονομική ζημία.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη ενάγουσα έχει επιφορτιστεί με τη διενέργεια συγκοινωνιακού έργου, το οποίο πολλές φορές είναι ζημιογόνο, αλλά επιβάλλεται η εκτέλεσή του προς εξυπηρέτηση των πολιτών με αποφάσεις του αρμοδίου Νομάρχη. Ειδικότερα, η πρώτη ενάγουσα "ΚΤΕΛ Α.Ε.", προγραμματίζει και εκτελεί δρομολόγια με ελάχιστους ή και καθόλου επιβάτες, μη αποκομίζοντας πολλές φορές ούτε τα έξοδα των δρομολογίων, προς ορεινές, δυσπρόσιτες ή γενικώς άγονες γραμμές.
Προς αντιστάθμισμα των απωλειών αυτών, η πολιτεία έχει εκχωρήσει στα ΚΤΕΛ και ορισμένες κερδοφόρες γραμμές από την εκμετάλλευση των οποίων επιχειρείται να ισοσκελιστούν οι ζημίες τους. Τέτοια κερδοφόρα γραμμή είναι και αυτή μεταξύ Βόλου-Αθήνας, η εκμετάλλευση της οποίας έχει ανατεθεί στην πρώτη ενάγουσα, η δε ζημία που υφίσταται καθημερινά από την ανωτέρω αιτία το νομικό πρόσωπο του "ΚΤΕΛ Ν.
Μαγνησίας Α.Ε.", είναι αρκετά μεγάλη, αφού κατά τα προαναφερόμενα μεγάλος αριθμός επιβατών μεταβαίνει στην Αθήνα με τα ταξί ή αγοραία που διαθέτουν οι εναγόμενοι κι αναλαμβάνουν τη μετακίνησή τους προς και από την Αθήνα με απαγορευμένη πολλαπλή μίσθωση (από τέσσερις επιβάτες ανά δρομολόγιο), έναντι κομίστρου από κάθε μεταφερόμενο επιβάτη.
Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι διάδικοι βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού, στην οποία (σχέση) το ένα μέρος εισήλθε κατά παράβαση κανόνος δικαίου που έχει τεθεί για την προστασία του άλλου, αφού ο νόμος έχει θεσπίσει μονοπώλιο υπέρ του ενός από τα μέρη (ΚΤΕΛ) και συνακόλουθα έχει αναιρέσει τον ελεύθερο ανταγωνισμό.
Αλλά και οι εναγόμενοι έχουν παραβιάσει το μονοπώλιο του ΚΤΕΛ, με συνέπεια να έχουν εισέλθει παρανόμως σε ανταγωνισμό μαζί του. Έχουμε λοιπόν σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη απλή παράβαση του νόμου και συνακόλουθα άδικη πράξη, η οποία, όμως, είναι υπαίτια κατά τα προαναφερόμενα και έχει προξενήσει ζημία στους ενάγοντες.
Αποτελεί, λοιπόν, κατ' άρθρο 914 ΑΚ, αδικοπραξία και παρέχει αξίωση αποζημιώσεως. Σε κάθε περίπτωση, όμως, - ακόμα και αν δεν συντρέχει υπαιτιότητα και ζημία - έχουμε πράξη παράνομη η οποία θίγει δικαίωμα - το κατά νόμο μονοπώλιο - των εναγόντων. Η πράξη αυτή παρέχει στους ενάγοντες αξίωση προς άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον.
Η αξίωση αυτή πηγάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, από τις διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ. 1 εδ. 2 ν. 146/1914...
Συνεπώς, η αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή και α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν να εκτελούν μεταφορές με αυτοκίνητα ταξί και αγοραία από Βόλο προς Αθήνα και αντίστροφα, παρέχοντας εξυπηρέτηση με πολλαπλή μίσθωση και κόμιστρο και με μισθώσεις εκτός των διοικητικών ορίων της έδρας τους, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παραλείψουν στο μέλλον να εκτελούν μεταφορές με αυτοκίνητα ταξί και αγοραία από Βόλο προς Αθήνα και αντιστρόφως παρέχοντας εξυπηρέτηση με πολλαπλή μίσθωση και κόμιστρο και με μισθώσεις εκτός διοικητικών ορίων της έδρας τους, γ) να απειληθεί κατά των εναγομένων προσωπική κράτηση δύο (2) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ για κάθε παράβαση της απόφασης και δ) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, σε κάθε ενάγοντα το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρόβαλαν τους ακόλουθους ισχυρισμούς: α) ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής η πρώτη εναγομένη εταιρία, διότι από την επικαλούμενη απόσπαση πελατείας των λεωφορείων που αυτά είναι ενταγμένα σ' αυτό, δεν υφίσταται άμεση ζημία η ίδια, αλλά τα κατ' ιδίαν μέλη της - ιδιοκτήτες των λεωφορείων τα οποία και μόνον νομιμοποιούνται ενεργητικά προς άσκηση της ένδικης αγωγής και ο δεύτερος εναγόμενος Σύνδεσμος Υπεραστικών λεωφορειούχων Ν.
Μαγνησίας, διότι δεν υφίσταται άμεση ζημία του και μόνον παρέμβαση θα μπορούσε ν' ασκήσει υπέρ των μετόχων μελών του σε δίκη εκείνων με τρίτους κατά τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα...". Στη συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον ως άνω ισχυρισμό, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγόντων, με την ακόλουθη παραδοχή: "...διότι στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής νομιμοποιείται ενεργητικά τόσο η πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρία ΚΤΕΛ Ν.
Μαγνησίας, όσο και ο δεύτερος ενάγων Σύνδεσμος Υπεραστικών Λεωφορειούχων Ν. Μαγνησίας. Η πρώτη από αυτούς ανώνυμη εταιρία, διότι αυτή είναι η αμέσως ζημιωθείσα από την προαναφερόμενη παράνομη πράξη των εναγομένων και αυτή έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την ένδικη προστασία. Τα κατ' ιδίαν μέλη του ανωτέρω νομικού προσώπου είναι εμμέσως ζημιούμενα και δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της σχετικής αγωγής...
Επίσης ο δεύτερος ενάγων Σύνδεσμος, νομιμοποιείται ενεργητικά εκ του νόμου στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 146/1914 ορίζεται ότι "Των εις τα άρθρα 1 και 3 προβλεπομένων πράξεων την παράλειψιν δύναται ν' αξιώση πας επαγγελματίας, όστις παράγει ή εμπορεύεται όμοια ή συγγενή είδη, καθώς επίσης και τα εμπορικά και βιομηχανικά επιμελητήρια, οι εμπορικοί και βιομηχανικοί ή εν γένει επαγγελματικοί σύλλογοι.
Ομοίως οι άνω επαγγελματίαι, τα επιμελητήρια και οι σύλλογοι έχουσιν έννομον αξίωσιν επί παραλείψει των κατά παράβασιν των άρθρων 6, 8 και 9 επιχειρουμένων πράξεων, ως και της κατά το άρθρον 7 αναγγελίας προς το κοινόν άνευ της προς τον αρμόδιον πρόεδρον των πρωτοδικών ή τον ειρηνοδίκην δηλώσεως...".
Συνεπώς και ο δεύτερος ενάγων Σύνδεσμος Υπεραστικών Λεωφορειούχων Ν. Μαγνησίας (επαγγελματικό σωματείο) νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής...". Μετά από αυτά το Εφετείο, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων. Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής νομιμοποιούνται ενεργητικά οι ήδη αναιρεσίβλητοι, ενάγοντες και δη:
α) η μεν πρώτη ενάγουσα (ΚΤΕΛ Ν. Μαγνησίας), που ως ανώνυμη εταιρία, είναι φορέας του ενδίκου δικαιώματος και, εντεύθεν, αμέσως ζημιούμενη από τις επίμαχες πράξεις αθεμίτου ανταγωνισμού και όχι οι μέτοχοί της, ατομικά, γιατί αυτοί ζημιώνονται εμμέσως και, β) ο δεύτερος ενάγων (Σύνδεσμος Υπεραστικών Λεωφορειούχων Ν.
Μαγνησίας), που είναι το επαγγελματικό σωματείο των ιδιοκτητών των λεωφορείων Ν. Μαγνησίας, (νομιμοποιείται ενεργητικά) σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη της διάταξης του άρθρου 10 του ν. 146/1914, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που του καταλογίζουν οι αναιρεσείοντες, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο οποίος, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός είναι και απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης στην παράλειψη των αναιρεσειόντων να αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι η έλλειψη αυτή, δηλαδή της ενεργητικής νομιμοποίησης των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγόντων, προς άσκηση της ένδικης αγωγής, προτάθηκε, νόμιμα, στο Εφετείο, και συγκεκριμένα με σχετικό λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο), δεδομένου ότι, στην προκειμένη περίπτωση, αυτοί (αναιρεσείοντες, εναγόμενοι), είχαν ηττηθεί στον πρώτο βαθμό και μόνο με λόγο έφεσης θα μπορούσαν να προβάλουν τέτοιον ισχυρισμό.
IΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική, από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, επίσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλομένη ότι παραβίασε: α) τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και τους ερμηνευτικούς κανόνες του νόμου περί αθεμίτου ανταγωνισμού, αφού, όπως υποστηρίζουν, αυτοί δεν είχαν, ούτε αποδείχτηκε, από την ακροαματική διαδικασία, ότι είχαν, πρόθεση ενισχύσεως των πελατειακών τους σχέσεων σε βάρος του ΚΤΕΛ.
β) τη διάταξη του άρθρου 2 Ν. 3919/2011, προς την οποία, όπως ισχυρίζονται, αντιβαίνουν "οφθαλμοφανώς" οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1, 2, 5 ν. 244/1987, 18 ν. 1903/1990, 2 παρ. 1, 32 ν. 2963/2001, 11 παρ. 3 ν. 3082/2002, 17 παρ. 8 ν. 3534/2007 και του ν.δ. 102/1973, (τις οποίες, προφανώς, οι αναιρεσείοντες εκλαμβάνουν ως εσφαλμένως εφαρμοσθείσες, εν προκειμένω).
Και, γ) τις διατάξεις του ψηφισθέντος από τη Βουλή νομοσχέδιο "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016-Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής", αφού οι διατάξεις του επιτρέπουν, πλέον, σε τουριστικά γραφεία, επιχειρήσεις ενοικίασης αυτοκινήτων και συνεταιρισμούς ή εταιρείες ταξί να συνάπτουν συμβάσεις για τη μεταφορά επιβατών, με ελάχιστη χρονική ισχύ τις 12 ώρες, αλλά και με απαγόρευση παροχής υπηρεσιών με εισιτήριο και, επομένως, αυτοί δεν ασκούν απαγορευμένη συγκοινωνιακή δραστηριότητα και δεν υφίσταται, στην προκειμένη περίπτωση, αθέμιτος ανταγωνισμός, δεδομένου ότι η πρώτη (αναιρεσείουσα) πραγματοποιεί μόνο ένα δρομολόγιο από Βόλο προς Αθήνα, καθημερινά, με προμίσθωση επαγγελματικού ταξί, με επιβάτες μόνο τέσσερις, που επιθυμούν να μεταβαίνουν από το Βόλο στην Αθήνα, οι οποίοι μοιράζονται το ποσό της μίσθωσης δια τέσσερα και εισπράττει το τουριστικό της γραφείο προμήθεια 10% για την προμίσθωση αυτή, γεγονός που καταδεικνύει, αφενός, ότι αυτή δεν εισπράττει πολλαπλή μίσθωση και, αφετέρου, ότι δεν μεταφέρει αριθμό ατόμων ικανό να πλήξει τα οικονομικά συμφέροντα των αντιδίκων της, που μεταφέρουν καθημερινά δεκάδες επιβάτες με πολλαπλά δρομολόγια από Βόλο προς Αθήνα και το αντίστροφο.
Ως προς όλες, όμως, αυτές τις αιτιάσεις του ο υπόψη αναιρετικός λόγος κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο δε διότι: 1) είναι αόριστος, αφού, ανεξαρτήτως του ότι, για τον, αναιρετικό, έλεγχο της βασιμότητάς του, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε η υπόθεση, κατ' ουσίαν, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, καμία από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δεν αναφέρεται, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του νόμου περί αθεμίτου ανταγωνισμού, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, όπως, επίσης, δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένοι ερμηνευτικοί κανόνες του ίδιου νόμου, που, επίσης, κατά τους αναιρεσείοντες, παραβίασε το Εφετείο, ούτε σε τι συνίσταται η παραβίασή τους.
Ακόμη, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε ποιές ρυθμίσεις του άρθρου 2 ν. 3919/2011 αντιβαίνουν και για ποιο λόγο "οφθαλμοφανώς" οι προαναφερθείσες διατάξεις (άρθρων 8 παρ. 1, 2, 5 ν. 244/1987, 18 ν. 1903/1990, 2 παρ. 1, 32 ν. 2963/2001, 11 παρ. 3 ν. 3082/2002, 17 παρ. 8 ν. 3534/2007 και του ν.δ. 102/1973), που εφαρμόσθηκαν, εν προκειμένω, ώστε να έχουν καταργηθεί, συνεπεία της αντίθεσής τους αυτής, όπως επίσης, δεν αναφέρονται, ενάριθμα, στο αναιρετήριο τόσο ο νόμος, που ψηφίστηκε από την Ελληνική Βουλή, ως νομοσχέδιο με τίτλο "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016-Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής", όσο και οι συγκεκριμένες διατάξεις του, που φέρονται ως παραβιασθείσες.
Και, 2) με τις λοιπές αιτιάσεις του πλήττεται, με επιχειρήματα, τα οποία αντλούν οι αναιρεσείοντες, από την, κατά την εκδοχή τους, εκτίμηση των αποδείξεων, η περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Σε κάθε δε περίπτωση οι προβαλλόμενες, με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, αιτιάσεις περί καταργήσεως των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 1, 2, 5 ν. 244/1987, 18 ν. 1903/1990, 2 παρ. 1, 32 ν. 2963/2001, 11 παρ. 3 ν. 3082/2002, 17 παρ. 8 ν. 3534/2007 και του ν.δ. 102/1973, λόγω αντιθέσεώς τους προς αυτή του άρθρου 2 ν. 3919/2011, είναι αβάσιμες.
Και τούτο διότι, οι ως άνω διατάξεις, πέραν του ότι εξακολουθούν, ακόμη, να ισχύουν, ορθώς εφαρμόσθηκαν εν προκειμένω, κατ' άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Εφετείο, αφού αυτές, εν πάση περιπτώσει, ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτόδικης απόφασης (21-07-2010), που δεν εξαφανίσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε εν συνεχεία να εφαρμοσθούν, τυχόν, μεταγενέστερες νομικές διατάξεις, όπως η προαναφερθείσα διάταξη του ν. 3919/2011, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.
ΙV. O εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου, με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι, προς θεμελίωσή του, τα ακόλουθα: "...το δικάσαν εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συγκεκριμένα η πρώτη εξ ημών αναιρεσείουσα διατηρώ νόμιμα πρακτορείο χερσαίων μεταφορών στην πόλη του Βόλου. Στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής διενεργώ νόμιμα μεταφορές ως τουριστικό γραφείο με προμίσθωση επαγγελματικών αυτοκινήτων ταξί, προκειμένου να μεταφέρω τους πελάτες μου από Βόλο Αθήνα.
Συγκεκριμένα πολίτες της πόλης του Βόλου που ενδιαφέρονται να μεταβούν από τον Βόλο στην Αθήνα πόλεις απευθύνονται σε εμένα, που εκπροσωπώ το τουριστικό μου γραφείο, προκειμένου να μεσολαβήσω για την μετάβασή τους από τον Βόλο στην Αθήνα. Έρχομαι σε συμφωνία με ορισμένους οδηγούς ταξί και συνάπτω συμφωνητικό προμίσθωσης του ταξί και οι τελευταίοι αναλαμβάνουν την μεταφορά των πελατών μου από τον Βόλο στην Αθήνα, όπως συνέβη και με τον δεύτερο εξ ημών.
Ο οδηγός ταξί εισπράττει το ποσό της προμίσθωσης από εμένα (α εξ ημών), ενώ εγώ με την σειρά μου εισπράττω το ποσό της μεταφοράς από τους πελάτες μου, παρακρατώντας προμήθεια 10% από τον πελάτη μου. Επειδή από κανένα στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας δεν αποδείχτηκε ότι οι οδηγοί ταξί διενεργούν πολλαπλή μίσθωση, διότι η πολλαπλή μίσθωση προϋποθέτει είσπραξη από τον οδηγό του ταξί του κομίστρου όχι μια φορά, αλλά πολλαπλάσια ίση δηλαδή με τον αριθμό των επιβατών που μετακινούνται με το αυτοκίνητο του μέσω του τουριστικού γραφείου της πρώτης εξ ημών, πράγμα που ουδέποτε συμβαίνει με τους επιβάτες μας.
Για την διαδρομή εισπράττουμε ενιαίως το κόμιστρο αυτής χωρίς να προβαίνουμε σε μίσθωση με κόμιστρο ανά επιβάτη ούτε σε επιλογή πελάτη. Δεν εισπράττουμε εισιτήριο αλλά κόμιστρο μάλιστα ο επιβάτης δεν πληρώνει το ίδιο ποσό αλλά το τελευταίο το πληρωτέο ποσό εξαρτάται από τον αριθμό των επιβαινόντων και τον τόπο προορισμού του καθενός.
Επειδή δεν διενεργούμε ούτε πολλαπλή μίσθωση ούτε εισπράττουμε εισιτήριο, ούτε επιλέγουμε επιβάτες ούτε καταστρατηγούμε τις σχετικές διατάξεις. Η δραστηριότητα μας είναι απολύτως νόμιμη, διότι γίνεται μεταφορά πελατών του γραφείου της α' αναιρεσείουσας με ταξί ή αγοραίο και αυτή εισπράττει απευθείας από τους πελάτες της τη νόμιμη αμοιβή της χωρίς να γίνεται απόσπαση πελατείας των αντιδίκων με παράνομα μέσα.
Αντιθέτως από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αλλά και την κοινή πείρα που δεν έλαβε υπόψιν η προσβαλλομένη προέκυψε ότι τα μέσα μαζικής μεταφορά όπως τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ όσο και τα ταξί εξυπηρετούν τις ανάγκες μετακίνησης του κοινωνικού συνόλου. Η δε μεταξύ τους διαφορά συνίσταται ότι τα πρώτα ενεργούν μαζικές μεταφορές και λειτουργούν βάσει προκαθορισμένου δρομολογίου με προκαθορισμένο τον τόπο αναχώρησης και άφιξης καθώς και κόμιστρο ανά διαδρομή ενώ τα ταξί και τα τουριστικά γραφεία πραγματοποιούν εξειδικευμένες μεταφορές όπου ο επιβάτης καθορίζει το χρόνο, το σημείο αναχώρησης και άφιξης, το δε κόμιστρο - αντίτιμο της μίσθωσης διαμορφώνεται βάσει της απόστασης που θα διανυθεί.
Επειδή μόνον το γεγονός ότι μια μεταφορά με ταξί πραγματοποιείται για περισσότερους του ενός επιβατών μεταξύ των οποίων κατανέμεται το αντίτιμο της διαδρομής ουδόλως διαφοροποιεί τον χαρακτήρα αυτής ως εξειδικευμένης. Ούτε επίσης είναι δυνατό να θεωρηθεί μια τέτοια μεταφορά ως παράνομη από το γεγονός ότι αυτή πραγματοποιείται με μίσθωση μέσω πρακτορείου ή τουριστικού γραφείου εν προκειμένω.
Αυτού του είδους μεταφορά προσώπων δεν συνιστά πολλαπλή μίσθωση. Διότι ως τέτοια νοείται η παράλληλη μίσθωση για την οποία πληρώνεται πολλαπλό μίσθωμα. Ούτε επίσης μπορεί να θεωρηθεί ως πολλαπλό κόμιστρο η ισομερής κατανομή του αντιτίμου της διαδρομής μεταξύ των συνεπιβαινόντων.". Και αυτός ο αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι προεκτεθείσες αιτιάσεις του δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την αναφερόμενη στην προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας έννοια, αλλά συνιστούν αρνητικούς ισχυρισμούς των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων, κατά της ένδικης αγωγής, (με αντικείμενο αξιώσεις των αντιδίκων τους από αθέμιτο ανταγωνισμό) και επιχειρήματα, που αυτοί (αναιρεσείοντες) αντλούν από την, κατά την εκδοχή τους, εκτίμηση των αποδείξεων.
V. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού τους αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-11-2016 αίτηση, για αναίρεση της 25/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΚΑΙ ΝΥΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ