Legislator Case Law & Legislation
260/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal on incomplete reasoning and remands case for retrial.

Case Number 260/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the State's appeal against a First Instance judgment regarding compensation for illegal detention. The court found the lower court's reasoning incomplete and mathematically erroneous in calculating damages. Consequently, the appeal was allowed, the original judgment was annulled, and the case was remanded for retrial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The court must accept an appeal based on incomplete or erroneous reasoning and annul the contested judgment, remanding the case for further examination by a different judge.

Keywords

AI generated
incomplete reasoning mathematical error annulment of judgment remand for retrial compensation for detention Code of Civil Procedure different judge

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957
Article 52(1) of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice 134423/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 260 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 260/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Σοφία Τζουμερκιώτη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Α. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Κωνσταντάκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 795/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2652/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 4/10/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση από 4ης Οκτωβρίου 2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 2652/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, έχει εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτή η από 8ης Μαΐου 2015 έφεση του αναιρεσείοντος και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθμόν 795/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η από 26ης Νοεμβρίου 2012 αγωγή της αναιρεσιβλήτου κατ' αυτού. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, κατά μεν τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 4 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 9 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου "για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα", το οποίο έχει κυρωθεί με τον Ν. 2462/1997, αντιστοίχως, "Νόμος ορίζει με ποιους όρους το Κράτος παρέχει, ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία", "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.

Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας" και "Κάθε πρόσωπο, θύμα παράνομης σύλληψης ή κράτησης, έχει δικαίωμα αποζημίωσης", κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 1 εδ.

α', 536 παρ. 1 και 2 εδ. α', 539 παρ. 1 και 540 παρ. 1 εδ. α', 2 και 3 ΚΠοινΔ, αντιστοίχως, "'Εχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το δημόσιο αποζημίωση: (α) οι προσωρινά κρατηθέντες, που αθωώθηκαν αμετάκλητα με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, (β) οι κρατηθέντες με καταδικαστική απόφαση, η οποία μετέπειτα εξαφανίσθηκε αμετάκλητα συνεπεία ένδικου μέσου, και (γ) οι καταδικασθέντες και κρατηθέντες, που αθωώθηκαν με δικαστική απόφαση ύστερα από επανάληψη της διαδικασίας", "Σχετικά με την υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση αποφαίνεται το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση για την υπόθεση, με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφαση, ύστερα από προφορική ή γραπτή αίτηση εκείνου που αθωώθηκε και αφού προηγουμένως ο αιτών και ο εισαγγελέας ακουσθούν", "Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση εκείνου που αθωώθηκε, του επιδικάζεται κατ' αποκοπή ημερήσια αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των τριών χιλιάδων δραχμών ή 8,804 ευρώ ούτε ανώτερη των δέκα χιλιάδων δραχμών ή 29,347 ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται αφού ληφθεί υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου", "Αν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο μόνο η υποχρέωση για αποζημίωση από το δημόσιο, χωρίς να επιδικασθεί αποζημίωση, ή αν η επιδικασθείσα αποζημίωση κρίνεται από τον δικαιούχο ανεπαρκής για να καλύψει το σύνολο της ζημίας του ή από το δημόσιο υπερβολική, οι διάδικοι μπορούν να εγείρουν αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ.

του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που δεν μπορούν να εξετάσουν πάλι την ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης, για τον ακριβή προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να υπερβεί το ανώτατο όριο της παραγράφου 2 του άρθρου 536", "Αντικείμενο της αξίωσης για αποζημίωση στα πολιτικά δικαστήρια είναι κάθε ζημία που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της ποινής ή της προσωρινής κράτησης στην περιουσιακή κατάσταση εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά ή καταδικάσθηκε, κρατήθηκε και μετέπειτα αθωώθηκε και η ηθική βλάβη που αυτός υπέστη", "Εκτέλεση ποινής θεωρείται και η προσωρινή κράτηση που υπολογίσθηκε σ' αυτή" και "Στην προσωρινή κράτηση υπολογίζεται και η κράτηση που έγινε πριν από αυτήν με ένταλμα της ανακριτικής αρχής για την πράξη για την οποία διατάχθηκε η κράτηση", ενώ βάσει των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 4 και 5 αρ. 1 Ν. 2943/2001, το ως άνω ανώτατο όριο επιδικαζομένης αποζημιώσεως του άρθρου 536 παρ. 2 εδ.

α' ποσού 29,347 ευρώ στρογγυλοποιείται στο ποσόν των 29 ευρώ. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι ως προς την αναγνώριση της υποχρεώσεως του Δημοσίου προς αποζημίωση των προσωρινώς κρατηθέντων ή φυλακισθέντων και τελικώς αθωωθέντων κατηγορουμένων αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα ποινικά δικαστήρια και τα δικαστικά συμβούλια, ενώ τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και την επιδίκαση της αποζημιώσεως, εάν η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου έχει μεν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, αλλά δεν έχει προσδιορισθεί το ύψος της αποζημιώσεως, ή εάν έχει προσδιορισθεί και το ύψος της αποζημιώσεως, αλλά ο δικαιούχος κρίνει το επιδικασθέν ποσό αποζημιώσεως ανεπαρκές προς κάλυψη της ζημίας του ή το Δημόσιο θεωρεί τούτο υπέρμετρο.

Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 536 παρ. 2 και 539 παρ. 1 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι η εν λόγω κατ' αποκοπήν ημερησία αποζημίωση αφορά τόσο την περιουσιακή ζημία όσο και την ηθική βλάβη και δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσόν των 29 ευρώ, εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των οποίων φέρει ο ενάγων.

Κατά την θέσπιση των εν λόγω διατάξεων ο νομοθέτης έλαβε υπ' όψιν και την συνταγματική αρχή της αναλογικότητος, η οποία λειτουργεί ως περιορισμός των περιορισμών των δικαιωμάτων του ανθρώπου και εκδηλώνεται ως επιταγή του προσήκοντος μέτρου και μέσο συγκερασμού και εναρμονίσεως συγκρουομένων συμφερόντων, και εξειδίκευσε αυτήν δια της ρήτρας της επιτρεπτής υπερβάσεως του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου της επιδικαζομένης αποζημιώσεως υπό την συνδρομή εξαιρετικών περιπτώσεων.

Η εν λόγω έννοια των εξαιρετικών περιπτώσεων συνιστά αόριστη νομική έννοια, συγκεκριμενοποιουμένη βάσει των γενικών ρητρών του αστικού δικαίου, ούτως ώστε, εάν ο προαναφερόμενος περιορισμός του ποσού της αποζημιώσεως, παρίσταται καταδήλως άδικος και επαχθής εις βάρος του δικαιούχου, συντρέχει βάσιμος λόγος επιδικάσεως ποσού αποζημιώσεως καθ' υπέρβαση του ορίου των 29 ευρώ μέχρι άρσεως της αδικίας.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Κατά της ενάγουσας ασκήθηκε ποινική δίωξη για συμμετοχή της σε εγκληματική οργάνωση και το σύνολο των ενεργειών των οργανώσεων ΕΛΑ και 1η ΜΑΗ, ήτοι για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, της έκρηξης, της κατοχής εκρηκτικών, της διακεκριμένης φθοράς.

Διατάχθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης, η οποία περατώθηκε νόμιμα και με ένταλμα προσωρινής κράτησης του Ειδικού Εφέτη Ανακριτή Αθηνών διατάχθηκε η προσωρινή κράτησή της, η οποία διήρκεσε από 2-2-2003 έως 2-8-2004, ήτοι 547 ημέρες. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 2414 - 2464/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η ενάγουσα κηρύχθηκε ένοχη και της επιβλήθηκε πολυετής ποινή κάθειρξης, εξέτισε δε ποινή φυλάκισης από 11-10-2004 έως 7-1-2005 (αναστολή εκτέλεσης ποινής με την υπ' αριθμ. 2071/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αναστολών Αθηνών).

Κατά της άνω απόφασης η ενάγουσα άσκησε έφεση και με την υπ' αριθμ. 2568, 3096/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 216/6-9-2012 πιστοποιητικό του Τμήματος Δημοσίευσης Εκκαθάρισης του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών, κατά το οποίο δεν έχει ασκηθεί αναίρεση ή κάποιο άλλο ένδικο μέσο κατά της άνω απόφασης) κηρύχθηκε αθώα.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα υπέβαλε την υπ' αριθμ. πρωτ. 7149/11-12-2009 αίτησή της ενώπιον του άνω Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά την διαδικασία των άρθρων 533, 536, 537 ΚΠΔ επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1231/2012 απόφαση, με την οποία αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση, ορίστηκαν οι ημέρες συνολικής κράτησής της σε 939, και συγκεκριμένα 547 ημέρες προσωρινής κράτησης και 393 ημέρες φυλάκισης, και της επιδικάσθηκε για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη το ποσόν των 12 ευρώ ημερησίως, ήτοι συνολικά ποσό 11.268 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα εργαζόταν από 1-5-1983 έως 9-2-2001 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην εταιρεία με την επωνυμία "...", λαμβάνοντας ως μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 375.060 δραχμών, ενώ από 30-3-2002 εργαζόταν στην εταιρία με την επωνυμία "...", με έδρα της το γραφείο της Μυκόνου, ως υπεύθυνη κρατήσεων της επιχείρησης και ως υπεύθυνη μάρκετινγκ όλων των νοτιοαμερικάνικων και ισπανόφωνων τουρ οπερέιτορ.

Κατά τη συμφωνία τους, η εταιρία θα της κατέβαλλε τα έξοδα κατοικίας, κινήσεως, επικοινωνίας και διατροφής και ποσοστό 5-10% επί των πωλήσεων στις ισπανόφωνες αγορές, η δε πρώτη εκκαθάριση και πληρωμή της θα λάμβανε χώρα την 31-10-2003, πλην, όμως διεκόπη η συνεργασία τους λόγω της σύλληψής της, χωρίς να λάβει χώρα η εκκαθάριση και η καταβολή των συμφωνημένων αποδοχών.

Στα εκκαθαριστικά δε σημειώματα του οικονομικού έτους 2001 η ενάγουσα δήλωσε εισοδήματα του έτους 2000 το ποσό των 4.297.038 δραχμών (12.610,50 ευρώ), του οικονομικού έτους 2002 το ποσό των 3.284.979 δραχμών (9.640,40 ευρώ) ως εισοδήματα 2001, του οικονομικού έτους 2003 το ποσό των 2.413,17 ευρώ ως εισοδήματα του έτους 2002. Αν δεν μεσολαβούσε η άδικη προσωρινή κράτηση και φυλάκισή της η ενάγουσα θα συνέχιζε να εργάζεται με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στην άνω εταιρία με μηνιαία εισοδήματα τουλάχιστον 1.100 ευρώ, δεδομένου ότι η συνεργασία με την άνω εταιρεία ήταν ομαλή, η ενάγουσα ήταν έμπειρη υπάλληλος στον χώρο των τουριστικών επιχειρήσεων, ο δε τελευταίος χώρος έχει σταθερότητα στην απασχόληση.

Συνεπώς, για όσο χρόνο η ενάγουσα κρατήθηκε παράνομα απώλεσε από την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 2-2-2003 έως 2-8-2004 το ποσό των 22.000 ευρώ [1.100 ευρώ X 20 (18 μήνες + 2 μήνες ως επιδόματα εορτών και αδείας 2004 + 2 μήνες επιδόματα εορτών και αδείας έτους 2005 κατά τις άνω διατάξεις], ήτοι συνολικά 40.700 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ως κρατηθείσα που μετέπειτα αθωώθηκε αμετάκλητα, υπέστη έντονη στεναχώρια και ψυχικό άλγος εκ της συνεχιζόμενης κρατήσεως διάρκειας 939 ημερών και προσβλήθηκε στο φιλικό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον.

Συγκεκριμένα, μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υπόθεση είχε λάβει τεράστιες διαστάσεις και είχε γίνει θέμα σε όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η φυλάκιση την τραυμάτισε αφάνταστα ψυχικά και τη στιγμάτισε κοινωνικά. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε η εντύπωση κοινωνικά, στο αναγνωστικό κοινό των μέσων μαζικής ενημέρωσης και του διαδικτύου σε όλη την Ελλάδα, ότι αυτή είναι ανέντιμο πρόσωπο.

Ως εκ τούτου, υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των (10.000) ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο, αφού ληφθούν υπόψη το είδος της προσβολής, η ηθική της ταλαιπωρία, η έκταση της βλάβης και η βαρύτητα αυτής καθώς και η οικονομική και οικογενειακή της κατάσταση.

Επομένως, ορθώς κρίθηκε πρωτοδίκως ότι η κρινομένη αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 40.700 ευρώ εκ του οποίου αφαιρέθηκε το ποσό των 11.268 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου 29.432 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα εισέπραξε βάσει της υπ' αριθμ. 1231/2012 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, απορριπτομένων ως αβασίμων των λόγων της έφεσης, που αφορούν την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Όμως εσφαλμένα επιδικάστηκε το ποσό των 20000 ως χρηματική ικανοποίηση ενώ έπρεπε να επιδικασθεί για την αιτία το ποσό των 10000 ευρώ.

Συνεπώς ο 4ος λόγος της έφεσης, με τον οποίον το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι για την ανωτέρω αιτία έπρεπε να επιδικαστούν μικρότερα ποσά, κρίνεται ότι πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν". Εν συνεχεία το Μονομελές Εφετείο δεχόμενο την έφεση εδέχθη εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσόν των 39432 ευρώ (40700 συν 10000 πλην 11268), μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς το ποσόν των 49432 ευρώ. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 536 παρ. 2 εδ. α' ΚΠοινΔ, αφού επιδίκασε αποζημίωση καθ' υπέρβαση του ορίου των 29 ευρώ ημερησίως (39432/939 συν 11268/939 ίσον 53,99), παρ' ότι δεν εδέχθη την συνδρομή εξαιρετικών λόγων δικαιολογούντων την εν λόγω επιδίκαση.

Συνεπώς, ο λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 111 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διαδικασία στο ακροατήριο στηρίζεται στην έγγραφη προδικασία, η μη τήρηση της οποίας επάγεται το απαράδεκτο της αιτήσεως δικαστικής προστασίας, και ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ωρισμένο αίτημα.

Αφ' ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 224 εδ. α' ιδίου Κώδικος, η μεταβολή της βάσεως της αγωγής δεν είναι παραδεκτή. Βάση της αγωγής είναι το σύνολο των πραγματικών γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου.

Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 224 εδ. α', με την οποία σκοπείται η αποτροπή του αιφνιδιασμού του εναγομένου, η τήρηση της προαναφερομένης αρχής της προδικασίας και ο σαφής καθορισμός του πλαισίου της αντιδικίας, μεταβολή της βάσεως της αγωγής συνιστά και η υποκατάσταση της αρχικής ιστορικής βάσεως.

Η εν λόγω υποκατάσταση συντελείται όταν δια σχετικής δηλώσεως καταχωριζομένης στα πρακτικά ή δια των προτάσεων ή της προσθήκης αυτών ο ενάγων προβαίνει σε μερική ή πλήρη αλλοίωση των δεδομένων της διαφοράς ενέχουσα αποδόμηση του πυρήνος του βιοτικού συμβάντος της αγωγής και πρόταξη νέου αντικειμένου δίκης.

Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 224 εδ. β' ΚΠολΔ, μέχρι της πρώτης συζητήσεως της αγωγής δύναται ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, υπό την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Η εν λόγω συμπλήρωση, διευκρίνιση και διόρθωση των ισχυρισμών του ενάγοντος, η οποία πάντως, εάν γίνει μετά την συζήτηση της αγωγής, δεν είναι παραδεκτή, αφορά, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 224 εδ.

β' ΚΠολΔ, στοιχεία ήσσονος σημασίας μη ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην δίκη. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση περιλαμβάνει και το διαφυγόν κέρδος, το οποίο λογίζεται ως το κέρδος το προσδοκώμενο μετά πιθανότητος κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή εκ των ειδικών περιστάσεων και ιδίως των ληφθέντων προπαρασκευαστικών μέτρων.

Βάσει της εν λόγω διατάξεως δύναται να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως, αιτούμενος την επιδίκαση του διαφυγόντος κέρδους, και ο στερηθείς της δυνατότητος να εργασθεί εξ αιτίας περιστατικού ευθύνης του εναγομένου. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα μη προταθέντα.

Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Ως πράγματα δε μη προταθέντα νοούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν έχουν προταθεί είτε καθόλου είτε παραδεκτώς.

Επομένως, η λήψη υπ' όψιν από το δικαστήριο της απαραδέκτως γενομένης συμπληρώσεως, διευκρινίσεως και διορθώσεως των αγωγικών ισχυρισμών ως και της προτεινομένης νέας ιστορικής αγωγικής βάσεως καθ' υποκατάσταση της προτεινομένης με την αγωγή ιδρύει βασίμως τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο. Η ως άνω μεταβολή της ιστορικής βάσεως δεν ασκεί επίδραση επί του κύρους του αγωγικού δικογράφου, καθ' όσον αφορά την αρχική βάση της αγωγής, δυνατόν όμως εξ αυτής να προκύπτει δικαστική ομολογία κατά την διάταξη του άρθρου 352 ΚΠολΔ περί μη συνδρομής της ουσιαστικής βασιμότητος της αρχικής βάσεως της αγωγής, οπότε η αγωγή απορρίπτεται κατ' ουσίαν.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, αιτουμένη την αποκατάσταση της ζημίας της, διέλαβε τα εξής αναφορικώς με τον υπολογισμό του διαφυγόντος κέρδους της: "Κατά το χρόνο της συλλήψεώς μου εργαζόμουν στο τουριστικό γραφείο "..." με μηνιαίο μισθό 375060 δραχμές ήτοι 1100,68 ευρώ...

Ειδικότερα, από 2/2/2003 όταν και συνελήφθην έως και σήμερον, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα εργαζόμουν κανονικώς εις τον χώρο του τουρισμού, καθ' όσον πέραν της εμπειρίας μου και των αυξημένων τυπικών προσόντων μου, ο συγκεκριμένος τομέας έχει σταθερότητα στην απασχόληση ειδικότερα δε για έμπειρα στελέχη όπως ήμουν εγώ.

Ακόμη και εάν δεχθούμε ότι από τη σύλληψή μου έως και σήμερον ο μηνιαίος μισθός θα παρέμενε σταθερός, στο ύψος των 1.100 ευρώ δίχως να λάβει καμία αύξηση, τότε θα αποκέρδαινα ετησίως το ποσόν των 15.400 ευρώ, ήτοι 1.100 ευρώ X 14 μήνες = 15.400 ευρώ. Ούτως από 2/2/2003 έως 31/12/2003 θα αποκέρδαινα από την εργασία μου το ποσόν των 14.300 ευρώ (13 μήνες X 1.100 ευρώ), το έτος 2004 15.400 ευρώ, το έτος 2005 15.400 ευρώ, το έτος 2006 15.400 ευρώ, το έτος 2007 15.400 ευρώ, το έτος 2008 15.400 ευρώ, το έτος 2009 15.400 ευρώ, το έτος 2010 15.400 ευρώ, το έτος 2011 15.400 ευρώ και από 1/1/2012 έως σήμερον το ποσόν των 14.300 ευρώ ήτοι 13 μήνες X 1.000 ευρώ.

Ούτως και τα κατά τα ως άνω αναλυτικώς αναφερόμενα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και κατά τους πλέον συντηρητικούς υπολογισμούς, θα λάμβανα συνολικώς από την εργασία μου το ποσόν των 151.800 ευρώ", ενώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της μετά την συζήτηση της υποθέσεως προσθήκης των προτάσεων αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η αναιρεσίβλητη, προβαίνουσα σε αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, διέλαβε τα εξής: "Σε συνέχεια των προτάσεών μου και αναφορικά με τις προτάσεις του αντιδίκου και την επ' ακροατηρίω διαδικασία αναφέρω τα κάτωθι.

Το σύνολο των ισχυρισμών μου αποδείχθηκαν πλήρως και με την επ' ακροατηρίω μαρτυρική κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, η οποία με σαφήνεια και πληρότητα εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν την ιστορική βάση της αγωγής μου. Ειδικότερα, βεβαίωσε την εργασία μου στο χώρο του τουρισμού, ως ανώτερο στέλεχος, καθώς και την ζημία που υπέστην λόγω της άδικης και παράνομης φυλακίσεώς μου.

Επίσης, σε σχετική ερώτηση του αντιδίκου απήντησε σχετικά με την εργασία μου το έτος 2002, όπου μετά λόγου γνώσεως βεβαίωσε ότι εργαζόμουν ως στέλεχος υποκαταστήματος σε τουριστικό πρακτορείο στη Μύκονο και πως όπως συμβαίνει με τα διευθυντικά στελέχη πλην των παροχών (ενοίκιο εισιτήρια αυτοκίνητο κ.λπ) θα αμειβόμουν με ποσοστά επί της κινήσεως, πλην όμως λόγω της συλλήψεώς μου (3 Φεβρουάριου 2003) η εν λόγω εκκαθάριση και πληρωμή δεν έγιναν ποτέ.

Μάλιστα, τα ως άνω βεβαιώνονται σε σχετική προσκομιζομένη (σχετ. 7) δήλωση του διευθυντού του ... κ. Ι. Α.. Εξάλλου, από την εν λόγω προσκομιζομένη δήλωση αποδεικνύεται ότι οι απολαβές μου στη συγκεκριμένη εργασία θα ήταν πολύ μεγαλύτερες από το μισθό που λάμβανα στο "...". Εξάλλου και η μάρτυρας κατέθεσε ότι ως διευθυντικό στέλεχος η αμοιβή της εναγούσης θα ήταν υψηλότερη του μισθού που λάμβανε στην προηγουμένη εργασία της.

Ως εκ τούτου, η βεβαίωση αποδοχών της εναγούσης, αποτελεί και δέον όπως ληφθεί υπ' όψιν ως έγγραφο που αποδεικνύει την κατώτερη αμοιβή που θα αποκόμιζε η ενάγουσα από την απασχόλησή της στον τουρισμό". Όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα περικοπή της προσθήκης των προτάσεων, η αναιρεσίβλητη, αξιολογούσα το αποδεικτικό υλικό, εδέχθη και προέταξε ως αληθές ότι το έτος 2002 και μέχρι της συλλήψεώς της την 3η Φεβρουαρίου 2003 διέτελεσε διευθυντικό στέλεχος του τουριστικού γραφείου "...", αμειβομένη βάσει παροχών και ποσοστών επί των πωλήσεων και προμηθειών επί των συναπτομένων συμβολαίων.

Κατ' αυτό τον τρόπο όμως, αφ' ενός προέβη σε αλλαγή της επωνυμίας της εργοδότιδος εταιρίας αυτής, η οποία, ως αφορώσα στοιχείο ήσσονος σημασίας μη ασκούν ουσιώδη επιρροή στη υπό κρίση δίκη, συνιστά επιτρεπτή μεν διόρθωση του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού, εν τούτοις, εκφερομένη εν προκειμένω δια της μετά την συζήτηση προσθήκης των προτάσεων, συμφώνως προς τα ανωτέρω δεν είναι παραδεκτή, αφ' ετέρου υποκατέστησε την αρχική βάση της αγωγής, με την οποία προσδιώριζε το διαφυγόν κέρδος της βάσει του σταθερού μηνιαίου μισθού αυτής ποσού 1100 ευρώ από την εργασιακή της σχέση ως υπαλλήλου, με νέα ιστορική βάση, αφού προσδιώρισε πλέον το διαφυγόν κέρδος της στο αυτό μεν ποσόν βάσει όμως παροχών και ποσοστών επί των πωλήσεων και προμηθειών αυτής επί των συναπτομένων συμβολαίων από την εργασιακή της σχέση ως διευθυντικού στελέχους, τροποποίηση, η οποία, ως αφορώσα ουσιώδες στοιχείο της εννοίας του διαφυγόντος κέρδους, συνιστά κατά τα ανωτέρω μη παραδεκτή μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής.

Επομένως, το Μονομελές Εφετείο, το οποίο, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εδέχθη ως παραδεκτή την διόρθωση της επωνυμίας της εργοδότιδος και ως επιτρεπτή διευκρίνιση και συμπλήρωση της αγωγής την κατά τα ανωτέρω γενομένη υποκατάσταση της ιστορικής βάσεως αυτής με το σκεπτικό ότι "δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι η ενάγουσα εργάζονταν στον τομέα του τουρισμού ως διευθυντικό στέλεχος αλλά το διευκρινίζει και το συμπληρώνει" και κατά τα ανωτέρω βάσει των πραγματικών περιστατικών της εν λόγω απαραδέκτως γενομένης διορθώσεως και της ωσαύτως απαραδέκτως προταχθείσης νέας ιστορικής βάσεως διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπ' όψιν πράγματα μη προταθέντα.

Συνεπώς, ο σχετικός, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου της Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας υπ' αριθμόν 19040/1981 (ΦΕΚ 742, τ.

Β', της 9ης Δεκεμβρίου 1981), εκδοθείσης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3 Ν. 1082/1980 και του Α.Ν. 1777/1951, κυρωθέντος δια του Ν. 1901/1951, προκύπτει ότι εργαζόμενοι αμειβόμενοι βάσει παροχών και ποσοστών επί των πωλήσεων και προμηθειών δεν δικαιούνται επιδομάτων εορτών. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Διεθνούς Συνδιασκέψεως της Εργασίας της Ουάσιγκτον, η οποία έχει κυρωθεί δια του άρθρου πρώτου Ν. 2269/1920, και 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966, συνάγεται ότι οι διευθύνοντες υπάλληλοι δεν δικαιούνται αδείας αναψυχής ούτε επιδόματος αδείας.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Εν προκειμένω, από τις προπαρατεθείσες περικοπές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη, από της 30ής Μαρτίου 2002 μέχρι της συλλήψεώς της, διετέλεσε διευθυντικό στέλεχος τουριστικού γραφείου, αμειβομένη βάσει παροχών και ποσοστών επί των πωλήσεων και προμηθειών 5-10%, και ότι, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, καθ' όλο το διάστημα της προσωρινής κρατήσεως και της φυλακίσεώς της, θα συνέχιζε υπό το αυτό εργασιακό καθεστώς και τις αυτές αποδοχές, με μηνιαία εισοδήματα τουλάχιστον 1100 ευρώ, έκρινε εν συνεχεία ότι "για όσο χρόνο η ενάγουσα κρατήθηκε παράνομα απώλεσε από την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 2-2-2003 έως 2-8-2004 το ποσό των 22.000 ευρώ [1.100 ευρώ X 20 (18 μήνες + 2 μήνες ως επιδόματα εορτών και αδείας 2004 + 2 μήνες επιδόματα εορτών και αδείας έτους 2005 κατά τις άνω διατάξεις], ήτοι συνολικά 40.700 ευρώ".

Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο διέλαβε αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία και εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού αφ' ενός προς υπολογισμό του διαφυγόντος κέρδους εθεώρησε ότι η αναιρεσίβλητη απώλεσε και τα επιδόματα εορτών, τα οποία όμως κατά τα ανωτέρω δεν τυγχάνουν συμβατά προς καθεστώς αμοιβής βάσει παροχών και ποσοστών επί των πωλήσεων και προμηθειών, ως και τα επιδόματα αδείας, τα οποία επίσης δεν τυγχάνουν συμβατά προς την ιδιότητα του διευθυντικού στελέχους, εκτός εάν υφίσταται σχετική συμφωνία, την οποία όμως δεν εδέχθη υπάρχουσα το Μονομελές Εφετείο, αφ' ετέρου η διαλαμβανομένη ανάλυση του συνολικού ποσού του διαφυγόντος κέρδους στα επί μέρους ποσά είναι ελλιπής, αφού ούτε το γινόμενο των 22 μηνών προς το ποσόν των 1100 ευρώ ισούται προς 22000 ευρώ αλλά προς 24200 ευρώ, ούτε διευκρινίζεται περαιτέρω πόθεν προκύπτει το συνολικό επιδικαζόμενο ποσόν των 40700 ευρώ.

Συνεπώς, ο σχετικός, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της αντιφατικής και ελλιπούς αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Επειδή, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εάν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και δια της παραδοχής ενός λόγου εξαφανίζεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος, κατά το οποίο προσβάλλεται, δεν εξετάζονται οι τυχόν περιλαμβανόμενοι άλλοι λόγοι, εκτός εάν δικαιολογείται σχετικώς ειδικό έννομο συμφέρον. Εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, άλλως παραπέμπει την υπόθεση, προκειμένου να συζητηθεί σε νέα δικάσιμο, και προκειμένου περί των υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων, δύναται να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου ισοβάθμου και ομοειδούς προς το εκδώσαν την αναιρεθείσα απόφαση ή ενώπιον του ιδίου, εάν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός των εκδωσάντων την αναιρεθείσα απόφαση.

Εν προκειμένω, εν όψει των κατά τα ανωτέρω δεκτών γενομένων λόγων πρέπει να αναιρεθεί καθ' ολοκληρίαν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ενώ παρέλκει κατά τα προαναφερθέντα η εξέταση των λοιπών λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987, 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 2652/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ