260/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated260/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 1-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 260 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 260/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: κοινωφελούς Σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στεφανάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Π. του Χ., συζύγου Χ. Λ., κατοίκου ..., ως δικαστικής συμπαραστάτριας του τελούντος σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, Β. Π., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Γεωργάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3395/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 286/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 20-3-2015 αίτησή του και τους από 2-11-2015 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 1-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επί αγωγής του αναιρεσίβλητου (τελούντος σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση), με την οποία η δικαστική συμπαραστάτρια αυτού ζήτησε αφενός να αναγνωρισθεί η κατ’ άρθρο 131 ΑΚ ακυρότητα τεσσάρων συμβολαιογραφικών πράξεων δωρεάς ακινήτων και μίας άτυπης σύμβασης δωρεάς κινητών πραγμάτων του συμπαραστατούμενου προς το αναιρεσείον σωματείο και αφετέρου την απόδοση των δωρηθέντων πραγμάτων κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3395/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της.
Κατόπιν εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθ. 286/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη κατά το εκκληθέν κεφάλαιό της που αναφερόταν στη δωρεά των κινητών και, αφού το Εφετείο κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, απέρριψε εν μέρει την αγωγή και την έκανε δεκτή κατά τα λοιπά.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο-εκκαλούν άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής, οι οποίοι είναι παραδεκτοί (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 ΚΠολΔ). 2.- Κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 569 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Εν προκειμένω, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο κατά το οικείο μέρος του, προβάλλει την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο ενάγων κι ήδη αναιρεσίβλητος συνήψε με το νόμιμο εκπρόσωπό του σύμβαση δωρεάς 729 χρυσών λιρών Αγγλίας τις οποίες και μεταβίβασε κατά κυριότητα, ενώ επρόκειτο για σύμβαση παρακαταθήκης 719 λιρών, τις οποίες του παρέδωσε μόνο προς φύλαξη, με αποτέλεσμα την παραδοχή του αντίστοιχου κεφαλαίου της αγωγής, με το οποίο ζητούσε την αναγνώριση της δωρεάς ως άκυρης κατά το άρθρο 131 ΑΚ και την απόδοση των χρυσών λιρών.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι (αναφορικά με το ουσιώδες αυτό ζήτημα) το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι, ενώ είχε αρχίσει η διαδικασία για τη θέση του σε δικαστική συμπαράσταση και είχε διαταχθεί η διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ο ενάγων (Β. Π.), εξακολουθώντας να βρίσκεται λόγω υποτροπής της νόσου του (σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου) στην ίδια ακριβώς ψυχική διαταραχή, η οποία περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, προέβη, εκτός από τις προηγηθείσες τέσσερες συμβολαιογραφικές πράξεις δωρεάς ακινήτων, τη νομική φύση των οποίων (ως δωρεών) αποδέχεται το αναιρεσείον, επί πλέον και στην κατάρτιση σύμβασης δωρεάς εν ζωή προς το εναγόμενο σωματείο, κινητών πραγμάτων αυτή τη φορά, τα οποία και του παρέδωσε.
Ότι συγκεκριμένα αυτός μεταβίβασε την 4.4.2006 κατά κυριότητα λόγω δωρεάς και παρέδωσε στους εκπροσώπους του εναγομένου σωματείου 729 χρυσές λίρες Αγγλίας, 30 ασημένια ελληνικά τριαντάδραχμα και δύο πολεμικά παράσημα Βαλκανικών Πολέμων. Ότι τα κινητά αυτά ήταν το σημαντικότερο μέρος της κινητής περιουσίας του δωρητή αφού μόνο η εμπορική αξία των χρυσών λιρών Αγγλίας ανερχόταν στο ποσό των 250.000 ευρώ περίπου, ενώ ο ίδιος ζούσε πενιχρά σε άθλιο περιβάλλον, στερούμενος ακόμη και τα χρειώδη, δηλώνοντας ότι δεν τον ενδιαφέρει αν ζει σαν ζητιάνος, αρκεί να δωρήσει στο εναγόμενο σωματείο την περιουσία του, αφού τον θεράπευσε από την ψυχική του νόσο με τις διαλέξεις του.
Ότι η κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης δωρεάς αποδείχθηκε από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, ιδίως όμως από την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του διευθυντή του εναγομένου Γ. Α., ο οποίος, εξεταζόμενος μετά από πρόταση και παρουσία του ανωτέρω δωρητή στα πλαίσια άλλης δίκης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αφορούσε τη θέση του υπό δικαστική συμπαράσταση, επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο περί δωρεάς 729 λιρών.
Ότι τα ως άνω κατατεθέντα, που δεν αμφισβητήθηκαν από το εναγόμενο, επιβεβαιώνονται και από τις επιστολές του ιδίου του Β. Π. προς την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, όπου γίνεται αναφορά για δωρεά κινητών πραγμάτων προς το εναγόμενο σωματείο με ειδική αναφορά στα πολεμικά παράσημα. Ότι τα δωρηθέντα προ της δωρεάς τους ο Β.
Π. φύλασσε σε ατομική του τραπεζική θυρίδα. Ότι το εναγόμενο σωματείο αρνήθηκε αιτιολογημένα ότι η παράδοση των ανωτέρω κινητών έγινε λόγω δωρεάς, ισχυριζόμενο ότι δήθεν τα εντεταλμένα όργανά του παρέλαβαν αυτά από τον Β. Π. μόνο προς φύλαξη και προς διασφάλισή τους στα πλαίσια συμβάσεως παρακαταθήκης και μάλιστα παρέλαβαν 719 και όχι 729 χρυσές λίρες Αγγλίας, συνταχθέντος προς τούτο του από 4-4-2006 πρακτικού παράδοσης-παραλαβής, το οποίο επικαλέσθηκε και προσκόμισε.
Ότι ωστόσο το πρακτικό αυτό, συνιστά πρακτικό παραλαβής και όχι παράδοσης κινητών πραγμάτων και υπογράφεται μόνο από μέλη του εναγομένου σωματείου, όχι και από το Β. Π. και συνεπώς προσκομιζόμενο κατ’ αυτού δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη του είδους της αναφερόμενης συμβάσεως και, ως αντίθετο με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κρίνεται ως μη πειστικό.
Περαιτέρω, το Εφετείο αναφέρει ότι το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμά του (περί καταρτίσεως συμβάσεως δωρεάς των προαναφερθέντων κινητών) ενισχύεται και από το ότι α) μεταξύ των συμβαλλομένων πάντοτε καταρτίζονταν δωρεές εν ζωή και ουδέποτε συμβάσεις παρακαταθήκης, β) τα εν λόγω κινητά, όπως και ο διευθυντής του εναγομένου κατέθεσε, ήδη φυλάσσονταν από το δωρητή σε τραπεζική του θυρίδα, και γ) αυτός (δωρητής) δώριζε περιουσιακά του στοιχεία μόνο στο εναγόμενο και όχι σε άλλον και συνεπώς δεν υπήρχε η προβαλλόμενη ανάγκη διασφάλισης και φύλαξης των επιδίκων κινητών πραγμάτων από το τελευταίο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η εν λόγω σύμβαση δωρεάς κινητών πραγμάτων ήταν άκυρη, αφού κατά το χρόνο που έγινε ο δωρητής βρισκόταν σε ψυχική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Κατόπιν δε τούτου απέρριψε τον αντίθετο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της δωρεάς και διέταξε την απόδοση των δωρηθέντων κινητών.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το χαρακτήρα της ανωτέρω συμβάσεως ως δωρεάς κινητών με αντικείμενο την παράδοση πλην άλλων και 729 χρυσών λιρών, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 131, 180, 496, 1094 ΑΚ, τις οποίες και δεν παραβίασε εκ πλαγίου, ενώ οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί "λανθασμένων ή ανακριβών αιτιολογιών" και περί της αποδεικτικής αξίας και βαρύτητας των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, ως πλήττουσες την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως είναι αβάσιμος ο αντίθετος μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος κατά το τρίτο μέρος του.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το ουσιαστικό δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, όχι όμως και οι αρνητικοί ισχυρισμοί οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της, αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνησή της και αποκρούονται από την απόφαση με την παραδοχή, ολικά ή μερικά, των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, ούτε τα επιχειρήματα των διαδίκων.
Εν προκειμένω, το αναιρεσείον σωματείο, αντικρούοντας την αγωγή, είχε ισχυρισθεί τόσο στον πρώτο βαθμό όσο και στο δεύτερο, αναφορικά με τα κινητά πράγματα που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτέλεσαν το αντικείμενο της πέμπτης άτυπης δωρεάς, ότι παρέλαβε τα πράγματα αυτά από τον αντισυμβαλλόμενό του Βασίλειο Παπανικολάου όχι λόγω δωρεάς αλλά προς φύλαξη στα πλαίσια συμβάσεως παρακαταθήκης, καθώς και ότι οι παραδοθείσες χρυσές λίρες δεν ήταν 729, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, αλλά 719.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός του, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση ως προς το είδος της συμβάσεως που διείπε την έννομη σχέση τους και απλή άρνηση ως προς την ποσότητα των επίδικων νομισμάτων της ιστορικής βάσεως τόσο της ενοχικής αγωγής περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της δωρεάς, όσο και της σωρευόμενης εμπράγματης διεκδικητικής αγωγής.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτος. 4.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ.
γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης για την ίδρυσή του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης (κατά το δεύτερο μέρος του) από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 20.3.2014 αναφορά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών περί θέσεως στο αρχείο μηνύσεως της αναιρεσίβλητης εναντίον των μελών του διοικητικού του συμβουλίου για απάτη, την οποία το αναιρεσείον προσκόμισε παραδεκτά με επίκληση.
Το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του "από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, (το εναγόμενο δεν πρότεινε μάρτυρα προς εξέταση), απ’ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία στην παρούσα και λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας".
Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά στοιχεία και το ανωτέρω έγγραφο, έστω και αν στην απόφαση δεν έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά και σ’ αυτό αλλά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ ιδρύεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.
Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και του δικογράφου της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων της, το Εφετείο έκανε δεκτή από τυπική και ουσιαστική άποψη την έφεση (με τους πρόσθετους λόγους της) του ήδη αναιρεσείοντος σωματείου κατά της υπ’ αριθ. 3395/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ακολούθως εξαφάνισε την εκκαλούμενη κατά το εκκληθέν κεφάλαιό της, το οποίο κατά την εκτίμηση των ανωτέρω διαδικαστικών εγγράφων από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) αναφερόταν αποκλειστικά στο σωρευόμενο αυτοτελές αίτημα αναγνωρίσεως της ακυρότητας της άτυπης δωρεάς των κινητών, καθώς και στη διεκδίκηση της κυριότητας αυτών.
Στη συνέχεια, αφού το Εφετείο κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, απέρριψε εν μέρει την αγωγή και την έκανε δεκτή κατά τα λοιπά. Ειδικότερα, η πρωτόδικη απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε επί αγωγής του -τελούντος σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση- Β. Π., νόμιμα εκπροσωπούμενου από τη δικαστική συμπαραστάτρια, με την οποία η τελευταία επικαλούμενη το άρθρο 131 ΑΚ ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα τεσσάρων συμβολαιογραφικών πράξεων δωρεάς ακινήτων και μίας άτυπης σύμβασης δωρεάς κινητών πραγμάτων του συμπαραστατούμενου προς το σωματείο γιατί ο δωρητής δεν είχε συνείδηση των πράξεών του λόγω ψυχικής νόσου.
Στο ίδιο δικόγραφο σώρευσε και διεκδικητική αγωγή των δωρηθέντων πραγμάτων κατά το άρθρο 1094 ΑΚ. Η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε την αγωγή στο σύνολό της. Το Εφετείο, στο οποίο η υπόθεση μεταβιβάσθηκε ενόψει των λόγων της έφεσης μόνον ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε στη δωρεά κινητών, έκρινε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο ότι η αγωγή ήταν ως προς ένα από τα επίδικα κινητά (και συγκεκριμένα ως προς τη "συλλογή γραμματοσήμων") διατυπωμένη αόριστα και γι’ αυτό, αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη ως προς το εκκληθέν κεφάλαιο και εντέλει απέρριψε την αγωγή ως προς το κινητό αυτό, ενώ την έκανε δεκτή για τα λοιπά κινητά.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν περιέχει στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αντιφατικές διατάξεις, αφού η εξαφάνιση της εκκαλούμενης κατά το ανωτέρω μόνο κεφάλαιο δεν έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη περί παραδοχής της εφέσεως από τυπική και ουσιαστική άποψη, δεδομένου ότι με την έφεση, το εναγόμενο δεν προσέβαλε όλα τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, αλλά -όπως η πρόθεσή του συνάγεται από τις περιεχόμενες στις σελίδες 18 και 19 του εφετηρίου δηλώσεις του- μόνο το κεφάλαιο που αφορούσε στη δωρεά των κινητών.
Γι’ αυτό και ο αντίθετος πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ τα έξοδα, που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται σε περίπτωση που απορριφθεί σε βάρος του διαδίκου που άσκησε τούτο, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176-182 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ βασίζει την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα στην αρχή της ήττας και όχι στην αρχή της υπαιτιότητας και θεωρεί νικημένο το διάδικο του οποίου αίτηση απορρίφθηκε ή σε βάρος του οποίου γίνεται δεκτή αίτηση του αντιδίκου του.
Επομένως η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε, ως συνέπεια της αρχής της ήττας, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1180/2012).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 131 ΑΚ, "η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του", ενώ κατά το επόμενο αυτού άρθρο 132 ΑΚ "στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, αν η δήλωση απευθυνόταν σε άλλον, που αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε, μπορεί το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί κατά τις περιστάσεις να ανορθώσει τη ζημία που επήλθε από την ακυρότητα, εφόσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού".
Η σύμφωνα με τη διάταξη αυτή παρεχόμενη στο δικαστήριο ευχέρεια για επιδίκαση επικουρικής φύσεως αποζημιώσεως στο πρόσωπο που ανυπαίτια συναλλάχθηκε με τον ανίκανο προς τούτο, συνιστά είδος αρνητικού διαφέροντος και φέρει το χαρακτήρα εύλογης αποζημιώσεως. Ρυθμίζει επομένως ζήτημα ουσιαστικής αστικής φύσεως με βάση την αρχή της υπαιτιότητας (ως προς τη γνώση της κατάσταση του άλλου) και δεν αναφέρεται στο βάρος των δικαστικών εξόδων της δίκης που προκαλείται από την αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας της δικαιοπραξίας κατά το άρθρο 131 ΑΚ.
Η βασιμότητα άλλωστε μίας τέτοιας αγωγής δεν εξαρτάται από το αν ο συναλλαχθείς με τον ανίκανο γνώριζε ή αγνοούσε υπαίτια ή ανυπαίτια την δικαιοπρακτική του ικανότητα, τα δε δικαστικά έξοδα της δίκης αυτής θα επιβληθούν κατά τα προαναφερόμενα, με βάση την αρχή της ήττας, σε βάρος εκείνου που θα ηττηθεί.
Εν προκειμένω, το αναιρεσείον με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 176 ΚΠολΔ και 132 ΑΚ, το καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος όλων των βαθμών και απέρριψε το αίτημά του να μην καταδικασθεί σ’ αυτά αλλά να απαλλαγεί από την καταβολή τους διότι ο νόμιμος εκπρόσωπός του αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε και επομένως δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για την πρόκληση της δίκης.
Σύμφωνα όμως και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, και υπό την εκδοχή της αληθείας του γεγονότος αυτού, η καταδίκη στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος που νίκησε έγινε ορθά με βάση την αρχή της ήττας που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, ενώ η προβαλλόμενη καλή πίστη του νομίμου εκπροσώπου του δεν ασκούσε επί του ζητήματος της δικαστικής δαπάνης επιρροή κατά το νόμο, δεδομένου ότι η ανυπαίτια άγνοια του αντισυμβαλλλομένου ως προς την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε γεννά υπέρ αυτού αποκλειστικά τα προαναφερόμενα ουσιαστικής αστικής φύσεως δικαιώματα αποζημιώσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 176 έως 183 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νίκησε καταδικάζεται πάντοτε ο αντίδικός του που ηττήθηκε. Ειδικότερα, το άρθρο 185 ΚΠολΔ ορίζει ότι "όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους μπορούν να επιβληθούν σε βάρος του διαδίκου που νίκησε, 1) αν ο δικαστής κρίνει ότι ο διάδικος αυτός δεν τήρησε το καθήκον της αλήθειας,..." Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τρίτος που δεν μετέχει στην έννομη σχέση της δίκης δεν καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα αλλά μόνο ο διάδικος που νικήθηκε, εκτός αν υπάρχει αντίθετη ειδική διάταξη που το προβλέπει, όπως εκείνη του άρθρου 105 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Επομένως, είτε κατ’ εφαρμογή του κανόνα της αρχής της ήττας είτε κατ’ εφαρμογή της εξαιρετικής περίπτωσης της αρχής της υπαιτιότητας του άρθρου 185 ΚΠολΔ, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων καταδικάζονται πάντοτε οι διάδικοι και όχι οι νόμιμοι αντιπρόσωποι φυσικού ή νομικού προσώπου, ούτε οι μη δικαιούχοι ή υπόχρεοι διάδικοι όπως ο σύνδικος της πτωχεύσεως, διότι είναι τρίτοι.
Εν προκειμένω, το αναιρεσείον με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185 αριθ. 1 και 176 ΚΠολΔ, απέρριψε το αίτημά του να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ατομικά σε βάρος της δικαστικής συμπαραστάτριας του ενάγοντος η οποία, κατ’ αυτόν, δεν τήρησε το καθήκον της αλήθειας.
Σύμφωνα όμως και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, και υπό την εκδοχή ότι η νόμιμη εκπρόσωπος του ενάγοντος (δικαστική συμπαραστάτρια) δεν τήρησε το καθήκον της αλήθειας, πράγμα για το οποίο ωστόσο δεν υπάρχει αντίστοιχη παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν δυνατή η επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος αυτής ατομικά γιατί στην προκείμενη δίκη συμμετείχε όχι ως διάδικος αλλά ως νόμιμος αντιπρόσωπος άλλου, δηλαδή ως τρίτη.
Επομένως, το Εφετείο, απορρίπτοντας το ανωτέρω αίτημα και καταδικάζοντας το αναιρεσείον στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που νίκησε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 185 αριθ. 1 και 176 ΚΠολΔ. Όπως προαναφέρθηκε, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ ο προσδιορισμός του ύψους αυτών με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης απόκειται στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που δεν ελέγχεται αναιρετικά ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, είναι απαράδεκτος ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι παρά το νόμο καταδικάστηκε το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου με βάση την αξία των αντικειμένων των ένδικων δωρεών, ανερχόμενη στο υπερβολικό κατά το αναιρεσείον ποσό από τα οποία τα ακίνητα προσδιορίστηκαν στο συνολικό των 245.0000 ευρώ, ως μη υποκείμενη η κρίση αυτή σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Μαρτίου 2015 αίτηση και τους από 2 Νοεμβρίου 2015 πρόσθετους λόγους του σωματείου με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 286/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ