260/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated260/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του εφετείου, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 260 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 260/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Μ. του Α., 2) Ε. Μ. του Ε., 3) Α. Μ. του Ε., 4) Ν. Μ. του Ε., 5) Κ. Μ. του Ε., και 6) Α. χήρας Ε. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πρωτοπαπά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Δ. και 2) Σ. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φιφλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2013 του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατικής έδρας Σάμου). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-2-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 16-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αριθ.14 ή 8 Κ.Πολ.Δ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του εφετείου, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι, ενώ με την από 21-9-2008 αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι είχαν ισχυρισθεί ότι το Μάρτιο του έτους 1996 υπαναχώρησαν από το μεταξύ τους καταρτισθέν προσύμφωνο πωλήσεως αλιευτικού σκάφους, χωρίς να επικαλούνται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 383-385 Α.Κ., το εφετείο έκρινε την αγωγή τους ορισμένη και την δέχθηκε κατ' ουσίαν, λαμβάνοντας υπόψη περιστατικά τα οποία δεν προτάθηκαν, ήτοι ότι τα αποτελέσματα του προσυμφώνου ανατράπηκαν αναδρομικά με την από 28-11-1985 εξώδικη δήλωση του πρώτου από αυτούς (τους αναιρεσείοντες) και του δικαιοπαρόχου των λοιπών.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη μη απόρριψη της αγωγής των αναιρεσιβλήτων ως αόριστης, είναι απαράδεκτος διότι οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι προέβαλαν τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής για τον ανωτέρω λόγο ενώπιον του εφετείου ούτε άλλωστε από την επισκόπηση της από 28-8-2010 εφέσεώς τους προκύπτει ότι προέβαλαν τέτοιο ισχυρισμό.
Περαιτέρω, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι δέχθηκε υπαναχώρηση του πρώτου αναιρεσείοντος και του δικαιοπαρόχου των λοιπών αντί της επικαλούμενης με την αγωγή υπαναχωρήσεως των αναιρεσιβλήτων, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος αφού η παραδοχή της υπαναχωρήσεως του ενός ή του άλλου διαδίκου μέρους δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Τούτο δε διότι, με βάση και τα εκτιθέμενα στην επόμενη σκέψη, η υπαναχώρηση οποιουδήποτε από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση έχει την ίδια έννομη συνέπεια, ήτοι τη λύση της συμβάσεως και την αμοιβαία υποχρέωση των συμβαλλομένων να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, όπως ζητήθηκε με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός που έγινε δεκτός από το εφετείο (δηλαδή ότι η ένδικη σύμβαση [προσύμφωνο] λύθηκε με υπαναχώρηση του πρώτου αναιρεσείοντος και του δικαιοπαρόχου των λοιπών και όχι με υπαναχώρηση των αναιρεσιβλήτων, όπως επικαλέσθηκαν με την αγωγή τους οι τελευταίοι) προτάθηκε νομίμως και μάλιστα από τους ίδιους τους αναιρεσείοντες με τις από 11-11-2009 έγγραφες προτάσεις που υπέβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επαναφέρθηκε δε από αυτούς και στο εφετείο με την από 28-8-2010 έφεσή τους.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 383 και 385 Α.Κ. προκύπτει ότι στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη ο δανειστής αποκτά μεταξύ άλλων και δικαίωμα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, αν τάξει στον οφειλέτη εύλογη προθεσμία εκπληρώσεως, συνοδευόμενη από τη σαφή και κατηγορηματική δήλωση ότι μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή και παρέλθει πράγματι άπρακτη η προθεσμία αυτή, εκτός εάν από την όλη στάση του υπερήμερου οφειλέτη προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι θα ήταν άσκοπος ο καθορισμός της προθεσμίας διότι αυτός δεν πρόκειται να προβεί στην εκπλήρωση της παροχής, όπως όταν αυτός δηλώνει κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ότι δεν θα εκπληρώσει την παροχή.
Η υπαναχώρηση αυτή, κατά το άρθρο 390 Α.Κ., το οποίο εφαρμόζεται και στη νόμιμη υπαναχώρηση σύμφωνα με το άρθρο 387 παρ.2 του ίδιου κώδικα, ασκείται με δήλωση αυτού που έχει δικαίωμα υπαναχωρήσεως προς τον άλλον. Η διαπλαστική αυτή δήλωση είναι άτυπη και δεν απαιτείται να περιέχει τη λέξη "υπαναχώρηση". Με την άσκηση δε αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 389 Α.Κ., επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεων προς παροχή, οι οποίες απορρέουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Αποτέλεσμα δηλαδή της υπαναχωρήσεως, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 389 Α.Κ. (η οποία εφαρμόζεται και επί νόμιμης υπαναχωρήσεως) σε συνδυασμό με τα άρθρα 904 και 911 Α.Κ., είναι ότι η σύμβαση καταργείται ex tunc, αποσβένυνται οι υποχρεώσεις προς παροχή και οι παροχές που δόθηκαν αναζητούνται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο πρώτος εκκαλών-πρώτος εναγόμενος-πρώτος εφεσίβλητος [ήδη πρώτος αναιρεσείων] Μ. Μ. και ο αδελφός του Ε. Μ., ο οποίος απεβίωσε στις 13-10-1997 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του (δεύτερη έως και πέμπτη των εκκαλούντων εναγομένων-εφεσιβλήτων [ήδη δεύτερη έως και πέμπτη αναιρεσείουσες]) και τη σύζυγό του (έκτη των εκκαλούντων-εναγομένων-εφεσιβλήτων [ήδη έκτη αναιρεσείουσα]) ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους ενός αλιευτικού πλοίου με την ονομασία "Α.
Μ. 1", ολικής χωρητικότητας 63,35 κόρων, με αριθμό νηολογίου λιμένος Θεσσαλονίκης 541. Στις 20-1-1994 οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες-εκκαλούντες [ήδη αναιρεσίβλητοι] συμφώνησαν στο Καρλόβασι της Σάμου με τον πρώτο εκκαλούντα-πρώτο εναγόμενο-πρώτο εφεσίβλητο Μ. Μ. και τον αδελφό του Ε. Μ. να τους πωλήσουν οι τελευταίοι το εν λόγω αλιευτικό πλοίο τους με όλα τα παραρτήματα και παρακολουθήματα.
Για το σκοπό αυτό την ίδια ημέρα (20-1-1994) υπογράφηκε μεταξύ τους και το από 20-1-1994 προσύμφωνο, δυνάμει του οποίου οι ως άνω ιδιοκτήτες υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν κατά κυριότητα στους εφεσίβλητους-ενάγοντες το εν λόγω αλιευτικό πλοίο με τα παραρτήματά του και τα παρακολουθήματά του, αναφέροντας αναλυτικά αυτά.
Με το προσύμφωνο αυτό συμφωνήθηκε ως τίμημα της οριστικής σύμβασης πώλησης το ποσό των 90.000.000 δραχμών (264.163,257 ευρώ), εκ των οποίων 8.000.000 δραχμές (23.477,62 ευρώ) έπρεπε να καταβληθούν, όπως και πράγματι καταβλήθηκαν την ίδια ημέρα από τους εφεσίβλητους-ενάγοντες ως αρραβώνας, ότι η σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης του πλοίου θα καταρτιζόταν την επομένη ημέρα της έγκρισης από την Α.Τ.Ε.
αίτησης για παροχή δανείου στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, ύψους 50.000.000 δραχμών (146.735,143 ευρώ), οπότε και οι τελευταίοι θα είχαν την υποχρέωση να καταβάλουν στους πωλητές έναντι του τιμήματος ποσό 32.000.000 δραχμών (93.910,492 ευρώ), ενώ το υπόλοιπο του τιμήματος ύψους 50.000.000 δραχμών (146.735,143 ευρώ), συμφωνήθηκε να καταβληθεί την επομένη της εκταμίευσης του ανωτέρω δανείου από την Α.Τ.Ε., οι δε πωλητές ανέλαβαν την υποχρέωση παράδοσης του πλοίου κατά την ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου πώλησης και αποπληρωμής του τιμήματος.
Επίσης με το ίδιο προσύμφωνο συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που η Α.Τ.Ε. δεν εγκρίνει το αιτηθέν από τους ενάγοντες-αγοραστές δάνειο ή σε περίπτωση υπαναχώρησης των αγοραστών, η πώληση θα ματαιωνόταν, οπότε οι αγοραστές δεν θα είχαν δικαίωμα να αξιώσουν από τους πωλητές το ποσό των 8.000.000 δραχμών (23.477,62 ευρώ) που δόθηκε με την υπογραφή του προσυμφώνου ως αρραβώνας.
Λόγω του ότι η κατασκευή του παραπάνω αλιευτικού σκάφους είχε επιδοτηθεί με βάση τον αναπτυξιακό νόμο 1289/1982, για τη μεταβίβασή του πριν τη συμπλήρωση δεκαετίας από την κατασκευή του, η οποία συμπληρωνόταν στο τέλος του έτους 1995, ήταν αναγκαία η έγκριση και η χορήγηση αδείας από τη Διεύθυνση Περιφερειακής Ανάπτυξης Βορείου Αιγαίου, γεγονός για το οποίο ήταν ενήμεροι οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες αγοραστές.
Ωστόσο για λόγους που εξυπηρετούσαν τόσο τους αγοραστές όσο και τους πωλητές συμφώνησαν τα συμβαλλόμενα ως άνω μέρη προφορικά την παράδοση του πλοίου πριν τη σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης, καθότι και η ανωτέρω διαδικασία της μεταβίβασης του πλοίου ήταν χρονοβόρα κι έτσι το Φεβρουάριο του έτους 1994 το πλοίο παραδόθηκε...
από τους πωλητές εκκαλούντες-εναγομένους στους εφεσίβλητους-ενάγοντες αγοραστές, οι οποίοι (αγοραστές), κατόπιν σχετικής προφορικής συμφωνίας τους, κατέβαλαν στους πωλητές, έναντι του συνολικού τιμήματος, από τότε που παρέλαβαν το πλοίο μέχρι τον Ιούνιο του έτους 1994, το συνολικό ποσό των 26.000.000 δραχμών (76.302,27 ευρώ)...
Επομένως οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες-αγοραστές μέχρι τον Ιούνιο του 1994 είχαν καταβάλει στον πρώτο εκκαλούντα-πρώτο εναγόμενο και στο δικαιοπάροχο των λοιπών εκκαλούντων-εναγομένων Ε. Μ. το συνολικό ποσό των 34.000.000 δραχμών (99.779,90 ευρώ), εκ των οποίων το ποσό των 8.000.000 δραχμών (23.477,62 ευρώ) κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, όπως προαναφέρθηκε.
Αμέσως μετά την υπογραφή του ανωτέρω προσυμφώνου ο πρώτος εκκαλών-πρώτος εναγόμενος και ο αδελφός του υπέβαλαν (πριν από την παράδοση προς εκμετάλλευση του πλοίου τους στους εφεσίβλητους-ενάγοντες-αγοραστές) την από 27-1-1994 αίτηση προς τη Διεύθυνση Περιφερειακής Ανάπτυξης Βορείου Αιγαίου, για τη λήψη αδείας μεταβίβασης του σκάφους, που απαιτείτο για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ως άνω αλιευτικού πλοίου, η οποία τους χορηγήθηκε τελικά στις 22-12-1994 μετά από γνωμοδότηση της Περιφερειακής Γνωμοδοτικής Επιτροπής του άρθρου 8 του ν.1892/1990...
Επίσης επειδή η οριστική σύμβαση πώλησης του εν λόγω πλοίου θα καταρτιζόταν, σύμφωνα με τους όρους του ως άνω προσυμφώνου, με την έγκριση του αιτηθέντος από τους εφεσίβλητους-ενάγοντες δανείου από την Α.Τ.Ε., οι τελευταίοι υπέβαλαν στην Α.Τ.Ε. την από 16-3-1994 αίτηση για χορήγηση δανείου ύψους 50.000.000 δραχμών (146.735,146 ευρώ), ενώ στις 13-6-1994 παραιτήθηκαν της ως άνω αιτήσεώς τους διότι κατά δήλωσή τους δεν μπορούσε να γίνει μεταβίβαση του πλοίου βάσει των όρων της επιχορήγησής του.
Ωστόσο στις 30-5-1995 ο δεύτερος των εφεσιβλήτων-εναγόντων Σ. Μ. υπέβαλε εκ νέου αίτηση στην Α.Τ.Ε. για χορήγηση δανείου ποσού 40.000.000 δραχμών (117.388,116 ευρώ), το οποίο εγκρίθηκε στις 24-8-1995, πλην όμως οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες από δική τους υπαιτιότητα δεν προέβησαν στην εκταμίευση του εγκριθέντος δανείου, με αποτέλεσμα στις 27-12-1995 να απορριφθεί οριστικά από την Α.Τ.Ε.
η υποβληθείσα ως άνω αίτηση λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος του αιτούντος. Εν τω μεταξύ οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες, αφού έκαναν χρήση του παραπάνω αλιευτικού πλοίου από το Φεβρουάριο του 1994 μέχρι και το Σεπτέμβριο του 1995, άφησαν αυτό για το μετέπειτα χρονικό διάστημα στην ιχθυόσκαλα Κερατσινίου, αδιαφορώντας αφενός μεν για τη σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης αυτού, αφετέρου δε να εκταμιεύσουν, όπως προαναφέρθηκε, και το ήδη εγκριθέν από την Α.Τ.Ε.
σχετικό δάνειο για την αποπληρωμή του τιμήματος. Μετά από αυτά, λόγω της αδιαφορίας των εφεσιβλήτων-εναγόντων-αγοραστών να προβούν στη σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης και στην καταβολή του υπολοίπου συμφωνηθέντος τιμήματος, ο πρώτος εκκαλών-πρώτος εναγόμενος και ο Ε. Μ., δικαιοπάροχος των λοιπών εκκαλούντων-εναγομένων, απέστειλαν στους εφεσίβλητους-ενάγοντες την από 28-11-1995 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση, με την οποία, διαμαρτυρόμενοι για την αντισυμβατική τους συμπεριφορά και την εξαιτίας της δήλωσης αυτών (εναγόντων) ότι δεν επιθυμούν να λάβουν το δάνειο (όπως και δεν το έλαβαν), ματαίωση της σύμβασης πωλήσεως του σκάφους, τους καλούσαν να τους αποδώσουν το πλοίο εντός πέντε ημερών από τη λήψη αυτής.
Η ανωτέρω εξώδικη δήλωση επιδόθηκε νόμιμα στον πρώτο εφεσίβλητο-πρώτο ενάγοντα... ενώ δεν αποδεικνύεται νόμιμη επίδοσή της και στο δεύτερο.., ωστόσο, όπως οι ίδιοι συνομολογούν, και οι δύο εφεσίβλητοι-ενάγοντες έλαβαν γνώση της ως άνω εξώδικης διαμαρτυρίας-υπαναχώρησης, η οποία συνεπώς ασκήθηκε παραδεκτά κατ' άρθρα 390 και 396 του Α.Κ.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι εκκαλούντες-εναγόμενοι είχαν το δικαιώμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση που συνήψαν με τους εφεσίβλητους-ενάγοντες λόγω υπερημερίας των τελευταίων, οι οποίοι υπαιτίως δεν προέβησαν στη σύμπραξη για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης και στην αποπληρωμή του τιμήματος, παρά το γεγονός ότι είχε εγκριθεί από την τράπεζα το αιτηθέν δάνειο, εγκαταλείποντας μάλιστα και μετά το Σεπτέμβριο του 1985 το πλοίο αυτό στην ιχθυόσκαλα Κερατσινίου, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο τη βούλησή τους να μη συνάψουν τη σύμβαση πώλησης.
Επομένως με την ως άνω δήλωση των εκκαλούντων-εναγομένων ανατράπηκαν αναδρομικά τα αποτελέσματα της σύμβασης του προσυμφώνου και δημιουργήθηκαν αμοιβαίες αξιώσεις για απόδοση των παροχών που είχαν προκαταβληθεί με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού... Κατόπιν της ως άνω υπαναχώρησης των εκκαλούντων-εναγομένων-πωλητών οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες μετέφεραν το σκάφος στους Φούρνους Ικαρίας, προκειμένου να αποδώσουν αυτό στους Μ.
και Ε. Μ., οι τελευταίοι ωστόσο αρνήθηκαν να παραλάβουν αυτό χωρίς επιφύλαξη για ενδεχόμενες φθορές του. Ακολούθως οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες μετέφεραν το σκάφος στο ναυπηγείο των αδελφών Κ. στο Καρλόβασι Σάμου και επέδωσαν στους εναγομένους στις 20-3-1996 την από 14-3-1996 εξώδικη απάντησή τους, καλώντας τους να παραλάβουν το πλοίο...
Πράγματι οι εκκαλούμενοι-εναγόμενοι-πωλητές Μ. και Ε. Μ. παρέλαβαν τελικά αυτό, επιφυλασσόμενοι για τις αξιώσεις τους από τις προκληθείσες φθορές και στις 14-11-1997 το μεταβίβασαν αιτία πωλήσεως στην εταιρεία με την επωνυμία "Κόρφος Αλιευτική Ναυτική Εταιρεία" αντί τιμήματος 70.000.000 δραχμών. Εντούτοις οι εκκαλούντες-εναγόμενοι, αν και παρέλαβαν την καταβληθείσα παροχή τους (αλιευτικό πλοίο), οι ίδιοι δεν απέδωσαν στους εφεσίβλητους-ενάγοντες το συνολικό ποσό των 34.000.000 δραχμών (99.779,90 ευρώ) που έλαβαν από αυτούς έναντι του συνολικού τιμήματος, ισχυριζόμενοι ότι το ποσό αυτό προήλθε από νόμιμη συμβατική αιτία και επομένως δεν είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός τους και συγκεκριμένα:
α) το μεν ποσό των 8.000.000 δραχμών (23.477,62 ευρώ) που δόθηκε σ' αυτούς στις 20-1-1994 με την υπογραφή του παραπάνω προσυμφώνου νομίμως δεν το αποδίδουν δυνάμει του όρου του προσυμφώνου περί μη αποδόσεως αυτού σε περίπτωση ματαίωσης της οριστικής σύμβασης από οποιαδήποτε αιτία που αφορούσε τους αγοραστές, όπως εν προκειμένω και β) το δε συνολικό ποσό των 26.000.000 δραχμών (76.302,27 ευρώ) που έλαβαν από το Φεβρουάριο του 1994 μέχρι τον Ιούνιο 1994 έναντι του τιμήματος νομίμως δεν το αποδίδουν λόγω του ότι περί τις αρχές Μαρτίου του έτους 1996 συμφωνήθηκε μεταξύ τους προφορικά ο συμψηφισμός του ποσού αυτού με την αξίωσή τους για τα χρήματα που οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες καρπώθηκαν ή εξοικονόμησαν μέχρι το χρόνο εκείνο από την εκμετάλλευση του σκάφους που τους είχαν παραδώσει από το Φεβρουάριο του 1994.
Για τον ισχυρισμό αυτό των εναγομένων-εκκαλούντων... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: α) όσον αφορά το ποσό των 8.000.000 δραχμών (23.477,62 ευρώ) που δόθηκε στις 20-1-1994 με την υπογραφή του παραπάνω προσυμφώνου ως προκαταβολή του τιμήματος δεν αποτελεί αντικείμενο της δίκης, καθόσον δεν ζητείται το εν λόγω ποσό από τους εφεσιβλήτους-ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους, β) όσον αφορά τα περί μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας μεταξύ τους (διαδίκων) για συμψηφισμό του συνολικού ποσού των 26.000.000 δραχμών (76.302,27 ευρώ) που τους έδωσαν οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες έναντι του τιμήματος μετά την παραλαβή του παραπάνω πλοίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον δεν αποδείχθηκε τέτοια προφορική συμφωνία μεταξύ τους.
Το ότι οι εκκαλούντες-εναγόμενοι στην προαναφερόμενη από 28-11-1995 εξώδικη διαμαρτυρία τους δήλωσαν ότι συμψηφίζουν παν ό,τι έλαβαν από τους εφεσιβλήτους-ενάγοντες για την επί διετία χρήση από αυτούς του σκάφους τους, δεν αποδεικνύει ότι πράγματι συμφώνησαν γι' αυτό και οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες αλλά συνιστά απλώς και μόνο ιδίαν αυτών δήλωση.
Συνεπώς κατά το ποσό αυτό, που και μόνο ζητείται με την ένδικη αγωγή, οι εκκαλούντες-εναγόμενοι έχουν καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότεροι, λόγω αιτίας που δεν επακολούθησε...". Με βάση αυτές τις παραδοχές και τις επί πλέον παραδοχές: α) ότι ήταν νόμιμη και βάσιμη η ένσταση των αναιρεσειόντων για συμψηφισμό με την ένδικη απαίτηση απαιτήσεως αυτών κατά των αναιρεσιβλήτων ποσού 4.066 ευρώ η οποία τους επιδικάσθηκε με τελεσίδικη απόφαση (οι οποίες [παραδοχές] δεν προσβάλλονται με λόγο αναιρέσεως), β) ότι ήταν μη νόμιμος ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι ο πλουτισμός τους δεν σώζεται (για τις οποίες θα γίνει λόγος κατωτέρω σε σχέση με τον επόμενο λόγο αναιρέσεως), το εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και δέχθηκε εκείνη των αναιρεσειόντων, αφού δε εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε μερικώς την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να τους καταβάλουν συμμέτρως το ποσό των 72.236,28 ευρώ και ειδικότερα το μεν πρώτο αναιρεσείοντα το ήμισυ του ποσού αυτού, τις δε λοιπές αναιρεσείουσες το άλλο ήμισυ, η καθεμία κατά το λόγο της κληρονομικής της μερίδας στην κληρονομία του δικαιοπαρόχου τους Ε.
Μ.. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της νόμιμης υπαναχωρήσεως των αναιρεσειόντων από το προσύμφωνο πωλήσεως του σκάφους αυτών προς τους αναιρεσιβλήτους και της συνεπεία αυτής υποχρεώσεως των πρώτων να αποδώσουν στους δεύτερους το καταβληθέν μέρος του τιμήματος με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Δεν υπάρχει δε ασάφεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το χαρακτήρα της από 28-11-1995 εξώδικης δηλώσεως των αναιρεσειόντων ως δηλώσεως νόμιμης υπαναχωρήσεως, για το λόγο ότι επίσης διαλαμβάνεται σ' αυτές πως με την ανωτέρω εξώδικη δήλωσή τους οι αναιρεσείοντες ζήτησαν μεν από τους αναιρεσιβλήτους να τους αποδώσουν το σκάφος αλλά οι ίδιοι δεν προσφέρθηκαν να τους αποδώσουν το καταβληθέν μέρος του τιμήματος.
Τούτο διότι η τελευταία υποχρέωση των αναιρεσειόντων προέκυψε εκ του νόμου ως αυτόθροη συνέπεια της δηλώσεώς τους περί υπαναχωρήσεως σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Επίσης δεν ήταν αναγκαίο για την επέλευση των αποτελεσμάτων της υπαναχωρήσεως και αντίστοιχα για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, να περιληφθεί σ' αυτές και παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες έταξαν στους αναιρεσιβλήτους προθεσμία εκπληρώσεως η οποία παρήλθε άπρακτη.
Τούτο διότι σαφώς εκτέθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο, όπως με σαφήνεια και πληρότητα προκύπτει από τις παραδοχές της ότι οι αναιρεσίβλητοι "δεν προέβησαν στη σύμπραξη για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης και στην αποπληρωμή του τιμήματος, παρά το γεγονός ότι είχε εγκριθεί από την τράπεζα το αιτηθέν δάνειο, εγκαταλείποντας μάλιστα και μετά τον Σεπτέμβριο του 1985 το πλοίο αυτό στην ιχθυόσκαλα Κερατσινίου, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο τη βούλησή τους να μη συνάψουν τη σύμβαση πώλησης".
Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.Α.Π.44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την προαναφερθείσα διάταξη πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό τους ότι ο πλουτισμός τους δεν σώζεται, τον οποίο παραδεκτά προέβαλαν με τις έγγραφες προτάσεις που υπέβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ένσταση ως μη νόμιμη, όπως στην ίδια την αίτηση αναιρέσεως εκτίθεται ότι συνέβη εν προκειμένω. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις), σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 του ίδιου νόμου, από 2-4-2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση των Μ. Μ., Ε. Μ., Α. Μ., Ν. Μ., Κ. Μ. και Α. χήρας Ε. Μ. για αναίρεση της 94/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατικής έδρας Σάμου).
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 10 Μαρτίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ