260/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 260 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 260 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Αριθμός 260/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Ηρακλείου Αττικής, που εδρεύει στο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Παρασκευόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Ι., 2) Ι. - Ν. Α. του Α., 3) Έ. Γ. του Γ., 4) Ι. Π. του Κ., 5) Σ. Γ. του Π., κατοίκων ..., 6) Δ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 7) Φ. Ζ. του Ν., 8) Χ. Δ. του Κ., 9) Π. Κ. του Ι., 10) Σ. Π. του Ι., 11) Α. Δ. του Α., κατοίκων ..., 12) Δ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 13) Ε. Σ. του Χ., 14) Β. Σ. του Η. και 15) Ν. Π. του Ι., κατοίκων ... . Παραστάθηκαν όλοι με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3295/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-10-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθ. 1 ν. 3812/2009, που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι, εξ αυτής, απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Εξάλλου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συµβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύµβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθµιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύµβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύµβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύµβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαµβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του. Αντίθετα επί συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της συµβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συµβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποιά συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας, ύστερα από έφεση του αναιρεσείοντος, επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν ν' αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψαν με αυτόν, παραταθείσες διαδοχικά μέχρι την 10-10-2006, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες σχολικών κτιρίων του Δήμου Ηρακλείου Αττικής, ήσαν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι ο εναγόμενος όφειλε να τους καταβάλει τ' αναφερόμενα εκεί ποσά ως αμοιβή για την εργασία τους αυτή (και για τις ειδικότερα εκτιθέμενες σ' αυτήν αιτίες), δέχθηκε με την προσβαλλομένη 3295/2010 απόφαση του, μεταξύ άλλων, ότι με την ΥΑ 34100/1999, που εκδόθηκε μετά την 2701/1999 απόφαση του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθ. 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998 καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στην φύλαξη σχολείων, 2.700 ανέργων, αποφοίτων λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών. Η διάρκεια του προγράμματος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 4 και 10 της ως άνω ΥΑ, ήταν 24 μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης 11 μηνών, από τους οποίους ο ένας µπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, θα γινόταν από τον Ο.Α.Ε.Δ., και της δεύτερης φάσης, διάρκειας δεκατριών μηνών, µε αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, θα γινόταν από το Υπ. ΕΣ.Δ.Δ.Α. Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήταν οι πρωτοβάθμιοι ΟΤΑ των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. Στην ανωτέρω Υ.Α. ορίσθηκαν μεταξύ άλλων: α) ότι το πρόγραµµα θα υλοποιηθεί µε τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήµων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕ.Δ.ΚΕ.) και της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.ΤΑ.Α.), οι οποίοι θα συµβληθούν µε προγραμματική σύµβαση, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία µε πιθανότητα μόνιµης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινόχρηστων χώρων στους ΟΤΑ., στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος όπως αυτού της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών (βλ. άρθρο 5), β) ότι το αντικείμενο του έργου, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους ΟΤΑ και επιλογή των ΟΤΑ, που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα (άρθρο 6), γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων, η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού καθώς και δ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα κάθε ενός εκ των επτά συνεργαζόμενων φορέων, για την υλοποίηση του έργου, και ειδικότερα της ΕΕΤΑΑ και των ΟΤΑ, οι οποίοι, εκτός των κοινών με τους λοιπούς φορείς αρμοδιοτήτων, ήτοι παρακολούθηση του έργου και συμμετοχή στην επιτροπή του άρθρου 9 της ΥΑ, επελήφθησαν η μεν ΕΕΤΑΑ της οικονομικής διαχείρισης του προγράμματος, της εκπαίδευσης των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, της δημιουργίας και εφαρμογής πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και της έγκαιρης λήψης διορθωτικών αποφάσεων, της παροχής τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, της παραγωγή υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, της παρακολούθησης των υποχρεώσεων των φυλάκων, της διοργάνωσης ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοσης τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου, (άρθρο 7 ζ), οι δε ΟΤΑ, της υποστήριξης για το σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας φύλαξης σχολικών κτιρίων (άρθρο 7ε). Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης ΥΑ καταρτίστηκαν από 9.12.1999 η "προγραμματική σύµβαση" και στη συνέχεια η από 5.1.2000 τροποποιητική όµοιά της, µεταξύ του Ελληνικού Δηµοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ, µε τις οποίες συμφωνήθηκε η υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εµπειρίας και απασχόλησης συνολικά 3.300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων.Επιπλέον και στις δύο προγραμματισμένες συµβάσεις προσδιορίστηκαν τα δικαιώµατα και οι υποχρεώσεις καθενός των εμπλεκομένων φορέων, καθώς και των απασχολουμένων στο πρόγραμμα. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος στο οποίο µεταξύ άλλων όρισαν: α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συµβάσεων τα συμβαλλόμενα µέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήµατος και ότι η επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου και τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συµβάσεις για την εύρυθµη και άρτια υλοποίησή του και την επίλυση τυχόν προβληµάτων, που θα ανακύψουν από τη διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου) και β) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι ΟΤΑ πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η α' βάρδια θα διαρκεί από τις 7.00 - 15.00, η β' βάρδια από τις 15.00- 23.00 και η γ' βάρδια από τις 23.00 - 7.00 και ότι ο κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο ΟΤΑ. Παράλληλα, προβλέφθηκε, όπως και στην άνω ΥΑ, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα. Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι 145 δικαιούχοι ΟΤΑ στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο Δήμος Νέου Ηρακλείου και οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες, καταρτίστηκαν μεταξύ της ΕΕΤΑΑ του Δήμου Νέου Ηρακλείου αφενός και των εναγόντων οι, από 1.4.2004, συμβάσεις συνεργασίας ισχύουσες για τρεις μήνες. Σύμφωνα με αυτές οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να συμμετάσχουν σε επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία απασχολούμενοι ως φύλακες σε βάρδιες, οκτώ ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα. Με τις ίδιες συμβάσεις ο Δήµος ανέλαβε την υποχρέωση: 1) να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και να ενημερώσει εγγράφως την ΕΕΤΑΑ και να κατανείμει τους ασκούμενους σ' αυτά, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα, 2) να προμηθευτεί τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες, 3) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες του τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος, 4 ) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος, και ειδικότερα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, προκειμένου την παρακολουθεί να εφαρμογή του προγράμματος στα διοικητικά όρια αυτού και να ενημερώνει το Δήμο, ενώ το στέλεχος του Δήμου να συντονίζει και να οργανώνει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της ΕΕΤΑΑ, να αποστείλει στην ΕΕΤΑΑ αρχικά πίνακα με τα στοιχεία των ασκουμένων φυλάκων και στη συνέχεια δίμηνο πρόγραμμα σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθήσει κάθε σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν και να συμπληρώνει καθημερινά τα "ημερήσια δελτία παρουσιών", που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι, καθώς και το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου στην ΕΕΤΑΑ, να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους φύλακες για την επίλυση τυχόν προβλημάτων και την παροχή των υπηρεσιών τους, 5) να αναπτύξει και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται από το πρόγραμμα, το δε πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην ΕΕΤΑΑ. Οι συμβάσεις αυτές μετά τη λήξη τους, ανανεώθηκαν με συμφωνητικά, συνεργασίας διάρκειας επίσης ορισμένου χρόνου, δηλ. από 2.8.2004, 4.2.2005, 8.4.2005, 12.7.2005, 27.10.2005, 16.1.2006, 19.4.2006 και 13.7.2006. Το ημερομίσθιο των εναγόντων καθορίστηκε στο ποσό των 35,22 ευρώ. Ως φορέας της εργασιακής τους σχέσης στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος νοείται ο οικείος ΟΤΑ-Δήμος Νέου Ηρακλείου-εκκαλών, ο οποίος και αποτελεί και αντισυμβαλλόμενο του κάθε εφεσίβλητου - φύλακα, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συμβάσεών τους. Ειδικότερα, σ' αυτόν προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους οι εφεσίβλητοι, καθόλο το διάστημα της εργασίας τους, απασχολούμενοι οκτώ ώρες, σε μία από τις τρεις βάρδιες, κάθε μέρα, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από το Δήμο οργάνων του, για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους και στα όργανα αυτά αναφέρονταν για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε. Η σχέση δηλαδή που συνέδεε τους άνω διαδίκους ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι οι εφεσίβλητοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον εκκαλούντα Δήμο έναντι αμοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παρoxής της. Αντίθετα, οποιαδήποτε άλλη σχέση εξάρτησης από τους κατονομαζόμενους από τον εκκαλούντα, Ελληνικό Δημόσιο και ΕΕΤΑΑ, ως προς τους οποίους οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής, δεν υφίστατο, δεδομένου ότι ως προς αυτούς, πέραν της συμβολής τους στη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για την υλοποίηση του άνω προγράμματος λείπουν στη συγκεκριμένη σχέση τα στοιχεία της ιδιότητας του εργοδότη δηλ. η από μέρους τους άσκηση διευθυντικού δικαιώματος στους εργαζομένους- ενάγοντες και η αντίστοιχη αποδοχή της εργασίας τους, ακόμη και όσον αφορά την ΕΕΤΑΑ που, ως αντισυμβαλλόμενο μέρος των επιδίκων συμβάσεων, δεν είχε άλλη συμμετοχή σ' αυτές, πλην της χρηματοδότησης του προγράμματος, στα πλαίσια της δέσμευσης της, από τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. 34100/1999 ΥΑ. Ενόψει όλων αυτών ο μόνος εργοδότης των εφεσιβλήτων ήταν ο εκκαλών, ο οποίος, άλλωστε είχε και τα οφέλη από την παροχή της εργασίας τους. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο εκκαλών με τον 1° λόγο της έφεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος, με τον τρίτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκρινε ότι οι εφεσίβλητοι συνδέονται με αυτόν με σύμβαση αορίστου χρόνου, προ της κρίσης τους από το ΑΣΕΠ, επιδικάζοντας σ' αυτούς διαφορές αποδοχών, το ύψος των οποίων, όμως και τον τρόπο υπολογισμού τους δεν αμφισβητεί. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο, γιατί η εκκαλουμένη έκρινε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα πριν τη μετατροπή των συμβάσεων των εφεσιβλήτων σε αόριστης χρονικής διάρκειας, βάσει του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 και της υπ' 390/2006 απόφασης του ΑΣΕΠ οι εφεσίβλητοι συνδέονταν με το Δήμο Νέου Ηρακλείου με σχέση εργασίας, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου και εφαρμόζοντας την αρχή της ισότητας έκρινε ότι έπρεπε να αμείβονται όπως οι εργαζόμενοι με σύμβαση αορίστου χρόνου. Ειδικότερα η βάση της αγωγής την οποία έκανε δεκτή η εκκαλουμένη ήταν ότι εφόσον οι εφεσίβλητοι συνδέονταν με τον εκκαλούντα με σχέση εργασίας δικαιούνται τις αποδοχές και επιδόματα αδείας, τα επιδόματα εορτών και την προσαύξηση για νυκτερινή εργασία και εργασία σε ημέρες αργίας και εορτές ευθέως από το νόμο, διότι οι παροχές αυτές οφείλονται και επί απλής σχέσεως εργασίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη κατέληξε στην διάγνωση, ότι ως φορέας της εργασιακής σχέσης των εναγόντων στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος νοείται ο οικείος ΟΤΑ - Δήµος Νέου Ηρακλείου Αττικής, αναιρεσείων, ο οποίος και αποτελεί το αντισυμβαλλόμενο του κάθε ενάγοντος - φύλακος μέρος, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συµβάσεων εργασίας, συνδεόµενος µε τους ενάγοντες µε σχέση εξαρτημένης εργασίας ως εργοδότης αυτός, δεδομένου ότι σε αυτόν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, έναντι αµοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν µε το δικαίωµά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της και ότι ο τελευταίος τους οφείλει τ' αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, ως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας και προσαύξηση για την απασχόληση τους κατά τις Κυριακές και τη νύχτα για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ' αυτήν. Στη συνέχεια, με βάση τα περιστατικά αυτά, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 58/2009 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων Δήμος οφείλει στους αναιρεσιβλήτους τα ποσά αυτά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη των άρθρων 648, 653 ΑΚ, 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ' αριθ. 34100/24-11-1999 ΥΑ,4 παρ.1, 103 παρ.2 και 8 του Συντάγματος και 6 ν. 2527/1997 και εκείνες των άρθρων 11 του ΠΔ/τος 164/2004, αφού, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν, εξαρχής, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενες αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και μάλιστα ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις, και όχι συμβάσεις έργου ή μαθητείας και μάλιστα γνήσιες, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη, εσφαλμένα δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με αυτόν με σύμβαση αορίστου χρόνου, προ της κρίσης τους από το ΑΣΕΠ, επιδικάζοντας σ' αυτούς διαφορές αποδοχών, το ύψος των οποίων, μάλιστα και τον τρόπο υπολογισμού τους δεν αμφισβητεί, είναι απορριπτέα, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και τούτο, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή πριν τη μετατροπή των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων σε αόριστης χρονικής διάρκειας, βάσει του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 και της υπ' 390/2006 απόφασης του ΑΣΕΠ, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με τον αναιρεσείοντα με σχέση εργασίας, ανεξαρτήτως δε του χαρακτηρισμού της ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου, δικαιούνται τις αποδοχές και επιδόματα αδείας, τα επιδόματα εορτών και την προσαύξηση για νυκτερινή εργασία και εργασία σε ημέρες αργίας και εορτές ευθέως, από το νόμο, διότι οι παροχές αυτές οφείλονται και επί απλής σχέσεως εργασίας. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως, (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ, και 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995 Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 15-10-2010, αίτηση του ΟΤΑ Δήμου Ηρακλείου Αττικής, για την αναίρεση της 3295/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ