Legislator Case Law & Legislation
260/2008 AI generated

260/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 260/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

260/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη των προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991). Εξ' άλλου κατ' άρθρο 70 Κ.Πολ.Δικ., όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η, ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 260 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 260/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Χ1 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Δρακουλόγκωνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου:Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Παντελή Κατσαντώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2000 αγωγή και την από 7-12-2000 πρόσθετη παρέμβασή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6228/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1284/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2006 αίτησή τους και με τους 30-1-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 553 παρ. 1 και 524 παρ.3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ή απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο ή μη υποκειμενική πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.

Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (Ολ.Α.Π. 40/1996 Ολ.Α.Π. 16/1990 Α.Π. 362/2004). Στην προκείμενη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται α) κατά της υπ' αριθ. 6228/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) κατά της υπ' αριθ. 1284/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, λόγω ερημοδικίας των αναιρεσειόντων, την από 4-3-2005 έφεση αυτών κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.

Επομένως η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί.

Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη των προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991). Εξ' άλλου κατ' άρθρο 70 Κ.Πολ.Δικ., όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η, ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Η συνδρομή του άμεσου συμφέροντος που επιτελεί νομοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής πρέπει να εκτίθεται με επίκληση από μέρος του ενάγοντος για το ορισμένο αυτής. Το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, θεωρείται υφιστάμενο όταν από τη συμπεριφορά του εναγομένου, ή τρίτου, δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ορισμένης έννομης σχέσης του ενάγοντα (ΑΠ 541/2003, ΑΠ. 1391/1991), η οποία αβεβαιότητα δημιουργεί άμεσα ή έμμεσα κινδύνους για τα συμφέροντα του (ΑΠ 475/1991), που δεν μπορούν να αποτραπούν παρά μόνο με την αναγνωριστική απόφαση.

Η εκ μέρους του εναγομένου σχετική αμφισβήτηση του έννομου συμφέροντος του ενάγοντος, που επιτελεί στην αναγνωριστική αγωγή και νομιμοποιητική λειτουργία από τον εναγόμενο, δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση και κατά συνέπεια δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 871/ 2003).

Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη από 14-9-2000 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, ότι με την υπ' αριθμ. 1435/1939 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς υιοθετήθηκε από τον αδελφό του πατέρα του Γ1, στην οποία όμως τέθηκε εσφαλμένα το πατρώνυμο του υιοθετήσαντα με το γράμμα "Ν" αντί του γράμματος "Μ".

Ζήτησε δε με αυτήν να αναγνωρισθεί ότι η ταυτότητα του υιοθετήσαντα αυτόν με την παραπάνω απόφαση είναι Γ1 (Μ). Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα ή αγωγή δεν πάσχει από ενεργητική νομιμοποίηση, γιατί είναι προφανές το έννομο συμφέρον του αναιρεσιβλήτου για την αναγνώριση αυτή κατ' άρθρο 68 Κ.Πολ.Δικ., αφού, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, είναι φορέας της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης και έχει ανάγκη παροχής της αιτούμενης από αυτόν δικαστικής προστασίας.

Δεν υπερβαίνει δε η άσκηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου τα όρια που επιβάλουν, η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του ένδικου δικαιώματος του, ούτε αρκεί προς τούτο μόνο η μακροχρόνια από την έκδοση της υπ' αριθμ. 1435/1939 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αδράνεια του προς άσκηση της.

Ενώ εξ' άλλου δεν αποτελεί η άσκηση της ένδικης αγωγής ενέργεια που οδηγεί φανερά στην παρέλκυση της παρούσας δίκης ή παραβίαση των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, η δε παράβαση της διάταξης του άρθρου 116 Κ.Πολ.Δικ. δεν επάγεται ευθέως απαράδεκτο, παρά μόνο όταν συντρέχει έλλειψη έννομου συμφέροντος (ΑΠ 114/2006).

Από το λόγο δε αυτό, της μη νομιμότητας του, δεν αποτελεί και ο ισχυρισμός αυτός, καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.ΑΠ. 14/2004), δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που τείνει στην κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος του αναιρεσίβλητου.

Επίσης και οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης και έννομου συμφέροντος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου δεν αποτελούν, κατά τα προεκτιθέμενα "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως οι προβαλλόμενες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του κυρίου δικογράφου και πρώτο και δεύτερο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ, αντίθετες αιτιάσεις, ότι δηλαδή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

Επίσης το Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να απορρίψει με τις προαναφερθείσες παραδοχές του τους ως άνω περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης και έννομου συμφέροντος και καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, δεν παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, ούτε παραβίασε τις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 57, 58, 1518, 1510 και 281 ΑΚ και οι προβαλλόμενες με τους αυτούς ως άνω λόγους αναιρέσεως (πρώτο και δεύτερο του κυρίου δικογράφου και πρώτο και δεύτερο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης) από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολ.Δικ.

αντίθετες αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έκρινε την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης, αλλά απέρριψε αυτήν ως αόριστη, ή μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση συνέβη για τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, που απερρίφθη με την υπ' αριθ. 6352/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως μη νόμιμη.

Επομένως οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος τους, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε με την προδικαστική απόφαση του τηνπαραπάνω ένστασή τους, χωρίς να έχει ή να διατάξει αποδείξεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η ένσταση αυτή απερρίφθη ως μη νόμιμος.

Κατά το άρθρο 324 δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την αυτήν ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που, κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Με το άρθρο δε 778 Κ.Πολ.Δικ. ορίζεται ότι αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατόν να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 788. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αναφερόμενη σε αυτή δεσμευτική ισχύς, εκδηλώνεται τόσο αρνητικά, με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση παρόμοιας αίτησης, εκτός αν στηρίζεται σε διαφορετικά περιστατικά, όσο και θετικά με την έννοια της δέσμευσης κάθε τρίτου προσώπου, ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, χωρίς η έναντι τρίτων δεσμευτική αυτής ισχύς να εμποδίζει όποιον δεν συμμετέσχε στη διαδικασία, να προστατεύσει, αν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, τυχόν προσβαλλόμενο δικαίωμα του, με την άσκηση τριτανακοπής.

Εκτός από τη δεσμευτική ισχύ οι αποφάσεις που εκδίδονται στις γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αναπτύσσουν συγχρόνως δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου, γιατί δεν κρίνουν για δικαίωμα ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου. Δεν δημιουργούν δε δεδικασμένο για τις δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και όταν το δικαστήριο εξετάζει παρεπιμπτόντως ορισμένο ουσιαστικό δικαίωμα τουαιτούντος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 1267/1999 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, προκύπτει ότι με αυτή (1267/1999), που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 743 έως 781 Κ.Πολ.Δικ. (εκούσιας δικαιοδοσίας), έγινε δεκτή η από 21-12-1998 έφεση των δύο πρώτων αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 4278/1998 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ακολούθως, μετ' εξαφάνιση αυτής (4278/1998), που είχε εκδοθεί κατά την ίδια δικαιοδοσία (εκουσία) και είχε κρίνει αντιθέτως, έγινε δεκτή η από 16-3-1998 τριτανακοπή των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και ακυρώθηκε ως προς αυτούς η υπ' αριθ. 507/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς - με την οποία είχε γίνει δεκτή αίτηση του αναιρεσιβλήτου για διόρθωση της υπ' αριθμ. 1435/1939 απόφασης του Δικαστηρίου των "εν Πειραιεί Πρωτοδικών" περί υιοθεσίας του ως προς το γραφικό λάθος, που εμφιλοχώρησε στο πατρώνυμο του υιοθετήσαντος τον αναιρεσίβλητο Γ1 - με την παραδοχή ότι τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα ήταν δικονομικά αλυσιτελή, γιατί από αυτά δεν μπορούσε να αποδειχθεί το επικαλούμενο γραφικό λάθος, αφού τούτο πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 315 Κ.Πολ.Δικ.

να προκύπτει από την ίδια την απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης για την οποία εκδόθηκε αυτή. Επίσης από το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 29/2002 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, προκύπτει ότι με αυτή (29/2002), που εκδόθηκε επίσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 743 έως 781 Κ.Πολ.Δικ. (εκούσιας δικαιοδοσίας), έγινε δεκτή η από 24-7-2001 έφεση του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, κατά της υπ' αριθμ. 3054/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ακολούθως, μετ' εξαφάνιση αυτής (3054/2001), που είχε εκδοθεί κατά την ίδια (εκούσια) διαδικασία και είχε κρίνει αντιθέτως, έγινε δεκτή η από 9-2-2001 τριτανακοπή του τρίτου των αναιρεσειόντων, κατά της προαναφερθείσας 507/1996 αποφάσεως του ίδιου Πρωτοδικείου, και ακυρώθηκε και ως προς αυτόν η απόφαση αυτή (507/1996), με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε γίνει δεκτή αίτηση του αναιρεσίβλητου για διόρθωση της υπ' αριθ. 1435/1939 απόφασης του Δικαστηρίου των "εν Πειραιεί Πρωτοδικών" ως προς το προαναφερθέν γραφικό λάθος.

Από τις παραπάνω υπ' αριθμ. 1267/1999 και 29/2002αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκαν κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν παράγεται κατ' άρθρο 778 Κ.Πολ.Δικ. δεδικασμένο, ούτε δεσμευτική ισχύς για την παρούσα δίκη, που γίνεται κατά την τακτική (αμφισβητούμενη) διαδικασία. Ειδικότερα οι αποφάσεις αυτές (1276/1999 και 29/2002) εκδόθηκαν επί τριτανακοπής των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 507/1996 απόφασης, που εκδόθηκε επί της από 29-10-1996 αίτησης διόρθωσης της υπ' αριθμ. 1435/1939 απόφασης των "εν Πειραιεί Πρωτοδικών", ως προς το εσφαλμένα αναγραφόμενο σε αυτή αρχικό κεφαλαίο γράμμα "Ν" του πατρώνυμου του υιοθετούντα Γ1 στο ορθό "Μ".

Η δε ένδικη αγωγή έχει ως αίτημα την αναγνώριση ότι ο υιοθετήσας με την απόφαση αυτή τον ήδη ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) είναι ο Γ1, διότι είναι ένα και το αυτό πρόσωπο με τον Χ2. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, αφού το πραγματικό της δίκης εκείνης ήταν το γραφικό λάθος και η διάταξη που εφαρμόσθηκε ήταν των άρθρων 315 επ.

Κ.Πολ.Δικ. Επομένως το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που απέρριψε, με την υπ' αριθ. 6352/2001 προδικαστική απόφασή του, την προβληθείσα με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων της πρώτης συζήτησης, στον πρώτο βαθμό, ένσταση δεσμευτικής ισχύος και δεδικασμένου για την παρούσα δίκη της προαναφερθείσας υπ' αριθ. 1267/1999 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, ακυρώθηκε ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες η υπ' αριθμ. 507/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε δεχθεί την από 29-10-1996 αίτηση του αναιρεσιβλήτου για διόρθωση της υπ' αριθμ. 1435/1939απόφασης του δικαστηρίου των "εν Πειραιεί Πρωτοδικών" ως προς το γραφικό λάθος που εμφιλοχώρησε στο αρχικό γράμμα του πατρωνύμου του υιοθετήσαντος Γ1, κατ' ορθή εφαρμογή των άρθρων 778 και 324 Κ.Πολ.Δικ.

δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεσμευτική ισχύς ή δεδικασμένο από την προαναφερόμενη με αριθ. 1267/1999 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Επομένως οι προβαλλόμενες (κατ' ορθή εκτίμηση) με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του κυρίου δικογράφου και πρώτο και δεύτερο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αντίθετες από το άρθρο 559 αριθ.16 Κ.Πολ.Δικ.

αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Σύμφωνα δε με αυτά ο ισχυρισμός αυτός περί δεσμευτικής ισχύος και δεδικασμένου των ως άνω υπ' αριθμ. 1267/1999 και 29/2002 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς, εφ' όσον είναι μη νόμιμος, δεν αποτελεί και πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., δηλαδή ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 14/2004).

Επομένως η προβαλλόμενη με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου και το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη του τον περί δεσμευτικής ισχύος και δεδικασμένου ισχυρισμό αυτό των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αλλά και ως αβάσιμος ως προς τους δύο πρώτους των αναιρεσειόντων, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέτασε και απέρριψε ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς την σχετική ένσταση.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 694/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔικ αιτίαση ότι δεν ελήφθησαν υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες ήτοι 1) η υπ' αριθμ. 1267/1999 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που ακύρωσε την υπ' αριθ. 507/1996 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς 2) η υπ' αριθ. 29/2002 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, που ακύρωσε την ίδια ως άνω (507/1996) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, 3) η υπ' αριθ. 1226/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου 4) η από 10-4-2003 εισηγητική έκθεση του Αρεοπαγίτη Αν.

Πλάτη, 5) τα υπ'αριθ. ...... πρακτικά του Δ' τμήματος του Α. Π., 6) η από ...... βεβαίωση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, 7) το με αριθ. ....... έγγραφο της ΣΣΕ, 8) αντίγραφο από ..... του φύλλου Μητρώου του αναιρεσιβλήτου, 9) το με στοιχεία ........ έγγραφο του ΓΕΣ, 10) το με αριθ. ...... πιστοποιητικό του αρμοδίου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών 11) η υπ' αριθ. ......

ένορκη βεβαίωση, συνταχθείσα ενώπιον της Συμ/φου Πειραιώς Άννας Κανακίδου 12) η υπ' αριθ. ...,....,.... και ..... ένορκες βεβαιώσεις, συνταχθείσες ενώπιον της Συμ/φου Σαλαμίνας Ευαγγελίας Δραγάτση, 13) οι υπ' αριθ. ....,.....,.... και ..... ένορκες βεβαιώσεις, συνταχθείσες ενώπιον της Συμ/φου Οιτύλου Παναγιώτας Μπεχράκη, 14) η υπ'αριθ. 2329/1995 ένορκη βεβαίωση συνταχθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας και 15) η υπ' αριθ. 3722/1995 ένορκη βεβαίωση, συνταχθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και νόμιμα προσκόμισαν, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση για καθένα από αυτά.

Με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας, γιατί, δεν διαλαμβάνει τη νομική διάταξη στην οποία στηρίζεται η ένδικη αγωγή, δεν δικαιολογεί τη νομιμοποίηση του αναιρεσιβλήτου ως προς το αίτημα του για διόρθωση της ανύπαρκτης ως προς τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 1435/1939 απόφασης και καταλείπει κενό ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ή ανυπαρξίας νομότυπης υιοθεσίας.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως προς την πρώτη αιτίαση ως απαράδεκτος, γιατί ελλείψεις και ατέλειες της μείζονας πρότασης, δηλαδή η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων που θεμελιώνουν την έννομη συνέπεια, δεν καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, αφού ως αιτιολογίες κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. νοούνται μόνον οι πραγματικές παραδοχές.

Αρκεί δε ότι υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας επάγεται την έννομη συνέπεια που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό. Και ως προς τις δεύτερη και τρίτη αιτιάσεις, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού αντικείμενο της προκειμένης δίκης δεν είναι η ύπαρξη ή ανυπαρξία νομότυπης υιοθεσίας, ή η διόρθωση της με αριθ. 1435/1939 ή άλλης απόφασης, αλλά η αναγνώριση ότι ο Γ1 είναι ένα και το αυτό πρόσωπο με τον Χ2, του οποίου ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε θετό τέκνο, με την υπ' αριθ. 1435/1939 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2006 αίτηση των 1) Χ1 2) Χ2 και 3) Χ3, για αναίρεση α) της υπ'αριθ. 1284/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, και β) της υπ' αριθ. 6228/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ