Supreme Court dismisses retrial request for bribery conviction as new evidence was already known and rejected by prior appellate court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the applicant's request for a retrial of his final conviction for bribery. The applicant argued that new evidence existed, but the court found he merely cited a previous rejected retrial application and sought to overturn the final judgment. The court ruled that retrial is only for truly unknown facts and cannot be used to re-examine evidence already considered by the appellate court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 525 para. 1 item 2 of the Code of Criminal Procedure; Art. 527 para. 1 and 3 of the Code of Criminal Procedure: A retrial request is inadmissible if it relies on facts already known to the judges or seeks to re-examine evidence previously considered, as retrial is an exceptional remedy reserved for unknown facts that prove innocence or a heavier crime.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2603 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2603/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, που παρέστη αυτοπροσώπως, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.5.2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1008/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 414/29.8.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων την από 26-5-2008 αίτηση του Χ περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης διά της υπ'αριθμ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Κατά το άρθρ. 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠΔ, η δι'αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθέντος διά πλημμέλημα ή κακούργημα, και εάν, μετά την οριστική καταδίκη, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ή κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε.
Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 527 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, η αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος πρέπει να περιέχη τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να είναι παραδεκτή η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, εκείνου που κατεδικάσθη αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα και επικαλείται νέα γεγονότα ή αποδείξεις, πρέπει να εκθέτη στην αίτηση με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη, καθώς και το περιεχόμενο αυτών, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της αιτήσεως (ΑΠ 1219/2002, ΑΠ 185/2000, ΑΠ 964/2006).
Περαιτέρω, δεν δύνανται ν'αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ'αντιθέτως ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ'όψη τους οι δικαστές οι οποίοι την εξέδωσαν, αφού η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1588/2005).
Τέλος, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι απαράδεκτη, αν οι προβαλλόμενοι δι'αυτής λόγοι δεν είναι από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρ. 525 παρ. 1 ΚΠΔ (ΑΠ 964/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών κατεδικάσθη, διά της προαναφερομένης αποφάσεως, διά δωροδοκία, εις ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, αμετακλήτως, απορριφθείσης της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία αυτός ήσκησε κατ'αυτής, διά της υπ'αριθμ. 443/2003 αποφάσεως του Αρείου Πάγου.
Ως νέο δε στοιχείο επικαλείται (χωρίς να εκθέτη ότι από αυτό, μόνο ή εν συνδυασμώ προς τα προηγουμένως προσκομισθέντα, καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάσθη αδίκως δι'έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε) την υπ'αριθμ. 564/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου και ειδικότερα, ότι "στις σελίδες 10 και 11 αναφέρεται ότι δεν άσκησε επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου ποιός ήταν επικεφαλής του συνεργείου ελέγχου (αποφ. 10162/01 Εφετείου σελ. 8) και ποιός συνέταξε την από 31-1-1996 έκθεση ελέγχου (απόφ. 443/03 Α.Π.
σελ. 7)". Και εν συνεχεία αυτός (αιτών) ζητεί την υπό του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου απόδειξη των περιστατικών που εκθέτει στην υπό κρίση αίτησή του. Αλλά, με το ως άνω περιεχόμενο, η υπό κρίση αίτηση είναι τελείως αόριστη, αφού, εκτός του ότι δεν προσδιορίζονται σ'αυτή ούτε τα περιστατικά διά τα οποία ο αιτών κατεδικάσθη, δεν εκτίθεται η σχέση της επικαλουμένης, ως άνω, δικαστικής αποφάσεως με την αξιόποινη πράξη διά την οποία αυτός κατεδικάσθη, ενώ επιδιώκεται, διά του ανωτέρω αιτήματος, ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επομένως, πρέπει, συμφώνως προς τα προεκτιθέμενα, να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση, ως απαράδεκτη, και να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, κατ'άρθρ. 583 ΚΠΔ. 'Αλλως τε, η επικαλουμένη από τον αιτούντα ανωτέρω δικαστική απόφαση, μόνη ή εν συνδυασμώ προς τα προηγουμένως προσκομισθέντα στοιχεία, δεν καθιστά φανερό ότι αυτός είναι αθώος ή ότι κατεδικάσθη αδίκως δι'έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε και, επομένως, αν η υπό κρίση αίτηση κριθή παραδεκτή, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να απορριφθή η από 26-5-2008 αίτηση του Χ περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης διά της υπ' αριθμ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 27 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον αιτούντα, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 515β' παρ. 1 ΚΠΔ "Με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο ... . Στην προκειμένη περίπτωση, ο προβαλλόμενος υπό του αιτούντος λόγος αναβολής δεν συνιστά εξαιρετική περίπτωση και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) αν δύο άνθρωποι καταδικάστηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκρισή τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος, 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, 3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, η δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστού ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απήγγειλε την καταδίκη και 4) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, 5) Aν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται η παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αληθείας στην συγκεκριμένη περίπτωση και αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών - αθωώσεων). Ούτως ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας φέρει εξαιρετικό χαρακτήρα και διέπεται από συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις, διότι έρχεται σε σύγκρουση με τον θεσμό του δεδικασμένου κ.τ.λ.
και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλανών με σκοπό την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει, μεταξύ άλλων, και ότι: 1) η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ' αποφάσεως που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα ένδικα μέσα, 2) η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, 3) οι όροι "γεγονότα" ή "αποδείξεις" είναι ταυτόσημοι, 4) χωρεί επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και στρατιωτικού, εφ' όσον υπό της αποφάσεως εχαρακτηρίσθη το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα, 5) η επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται μόνο προκειμένου περί αμετακλήτων δικαστικών αποφάσεων και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες χωρεί η επανάληψη της διαδικασίας, ορίζονται περιοριστικώς υπό του άρθρου 525, εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρα της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελεί το έσχατο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο άνω σκοπός, με συνέπεια ν' αποκρούεται ως απαράδεκτη αν ο σκοπός αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί με έτερο ένδικο βοήθημα.
Περαιτέρω (και) δεν μπορεί να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, αφού με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιο ελέγχου της δικαστικής κρίσεως, όπως αυτή διεμορφώθη στην οικεία δικαστική απόφαση, ύστερα από βάσανο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, αλλ' επιδιώκεται η διεξαγωγή μιας νέας δίκης, με βάση νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν υπ' όψη τους οι εκδόσαντες την απόφαση δικαστές και από τα οποία αποδεικνύεται η αναλήθεια της πραγματικής βάσεως, επί της οποίας εστηρίχθη η δικαστική κρίση.
Αίτηση επαναλήψεως μη δυναμένη να θεμελιωθεί είς τινα λόγον του άρθρου 525 απορρίπτεται ως αβάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο νυν αιτών Χ κατεδικάσθη δια της υπ' αριθ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για δωροδοκία, εις ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετίαν. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητος, δια της απορρίψεως της κατ' αυτής αναιρέσεως, δια της υπ' αριθ. 443/2003 αποφάσεως του Αρείου Πάγου.
Δια της από 11.9.2006 αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας ο άνω αιτών εζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη, με την έκδοση της ανωτέρω αμετακλήτου αποφάσεως δια τους εις αυτήν λόγους, επ' αυτής δε (αιτήσεως επαναλήψεως) εξεδόθη η υπ' αριθ. 564/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την απέρριψε. Μετά ο αιτών, με την από 12. 9.2007 αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, εζήτησε επίσης την επανάληψη, αίτηση, η οποία και απερρίφθη.
Νυν ο αιτών με την κρινομένη από 26.5.2008 αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας ζητεί και πάλι την επανάληψη. Όμως, όπως εκ του περιεχομένου της αιτήσεώς του αυτής προκύπτει, το μεν ως "νέο στοιχείο" επικαλείται την άνω υπ' αριθ. 564/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε την προηγουμένη αίτησή του περί επαναλήψεως της διαδικασίας, το δε ζητεί "την ακύρωση" της υπ' αριθ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ήτοι προβάλλει λόγους, οι οποίοι δεν εμπίπτουν εις τους περιοριστικώς αναφερομένους του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ.
Δι' ό και η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αιτών εις τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.5.2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας, που επερατώθη αμετακλήτως με την υπ' αριθ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα εις τα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ