Legislator Case Law & Legislation
25/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against first instance judgment for misapplication of law regarding public debt priority in enforcement proceedings.

Case Number 25/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a first-instance judgment regarding the priority of public debt in enforcement proceedings. The lower court incorrectly applied new statutory provisions governing creditor ranking, which were deemed inapplicable because the enforcement notice was issued before the new law's effective date. Consequently, the Court found the first-instance decision legally flawed and remanded the case for retrial while ordering the losing parties to bear the appeal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 975 et seq. of the Code of Civil Procedure; Law 4335/2015: The new provisions regarding creditor ranking in enforcement proceedings apply only to cases where the enforcement notice was issued on or after January 1, 2016; prior cases must be governed by the preceding legal framework.

Keywords

AI generated
enforcement proceedings public debt priority statutory interpretation retroactive application remand for retrial legal error creditor ranking

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 975 et seq. of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015
Article 560 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 61 paragraph 1 sub-section b of the Law on the Collection of Debts of the State

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 14/2015
Supreme Court 548/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 25 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 25/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εκπροσωπείται από τον κ. Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Σ. Π. & Ε. Δ. Υ. Α..Ε.., με τον διακριτικό τίτλο «Α.» Μ. Α..Ε.., που εδρεύει στην «Α. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τ. Π. Α..Ε.., που εδρεύει στην «Α. και εκπροσωπείται νόμιμα. Η. πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Μιχαλοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-4-2017, 19-4-2017, 27-4-2017 και 28-4-2017 και με αριθμούς κατάθεσης 88/2017, 90/2017, 92/2017 και 94/2017, αντίστοιχα, ανακοπές, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 505/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν το αναιρεσείον και η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 524Β'/8-11-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μαρίας Ντούπη, την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (23-10-2023), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 8-10-2019 και με αριθμό κατάθεσης 6/8-10-2019 αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Κατά συνέπεια, αφού η τελευταία δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με επίσπευση της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και δυνάμει της με αριθμό 319/2011 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης, αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της οποίας επιδόθηκε στην οφειλέτιδα στις 15-12-2015, εκπλειστηριάστηκε στις 25-1-2017 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Μαγδαληνής Ζαμπούκη η κατασχεθείσα ακίνητη περιουσία της οφειλέτιδας εταιρίας με την επωνυμία "Π.

Τ. Ν.. Ε. Α..Ε.., αντί πλειστηριάσματος 210.000 ευρώ. Ακολούθως, συντάχθηκε ο προσβαλλόμενος με αριθ. 9962/2017 πίνακας κατάταξης δανειστών της ως άνω συμβολαιογράφου, με τον οποίο η τελευταία, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, συνολικού ποσού 13.095,93 ευρώ, διαίρεσε το προς διανομή πλειστηρίασμα στα ποσοστά 65%, 25% και 10% και κατέταξε τους αναγγελθέντες δανειστές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 975 επ.

ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το Ν. 4335/2015, ως εξής: α) στο ποσοστό 25% που αφορά τις απαιτήσεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ και αντιστοιχεί στο ποσό των 49.226,02 ευρώ, τη ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης στο ποσό των 25.869,33 ευρώ, προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών της, το ΙΚΑ Αλεξανδρούπολης στο ποσό των 17.012,92 ευρώ, προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών του, την Ε.

Κ. στο ποσό των 1.180,91 ευρώ, προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών της, τον Φ. Α. στο ποσό των 717,26 ευρώ, προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών του, και τον Ν. Γ. στο ποσό των 4.445,60 ευρώ, προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών του, β) στο ποσοστό 10% που αφορά τις μη προνομιούχες απαιτήσεις και αντιστοιχεί στο ποσό των 19.690,41 ευρώ, την άνω επισπεύδουσα εταιρία στα ποσά των 13.042,29 ευρώ και 6.648,12 ευρώ, προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών της, και γ) στο ποσοστό 65% που αφορά τις απαιτήσεις του άρθρου 976 ΚΠολΔ και αντιστοιχεί στο ποσό των 127.987,64 ευρώ, την δεύτερη αναιρεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς, ως προσημειούχο δανείστρια, υπό τον όρο τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της, προς μερική ικανοποίηση αυτής.

Κατά του πίνακα αυτού άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης (κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων), την από 28.4.2017 και με αριθ. καταθέσεως 94/2017 ανακοπή του, στρεφομένη κατά: 1) της άνω επισπεύδουσας και καταταγείσας δανείστριας εταιρίας, 2) της Τράπεζας Πειραιώς, ως καταταγείσας δανείστριας, και 3) του Ι.

Δ., δικαστικού επιμελητή, με την οποία ζήτησε τη μεταρρύθμιση του άνω πίνακα, προκειμένου, αφενός μεν να καταταγεί το ίδιο ως προνομιούχο προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών του στα ποσά των εξόδων εκτέλεσης που μη νόμιμα προαφαιρέθηκαν, στη θέση της πρώτης και του τρίτου των καθ' ων, αφετέρου δε να καταταγεί το ίδιο, στη θέση των δύο πρώτων των καθ' ων, για τις απαιτήσεις του από ΦΠΑ στη δεύτερη τάξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ και πριν την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ, όπως προβλέπεται με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 1 εδ.

β του ΚΕΔΕ, που προστέθηκε με το άρθρο 33 Ν. 4141/2013, δεδομένου ότι η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγινε πριν την 1.1.2016 και δη την 15.12.2015. Παράλληλα κατά του ίδιου πίνακα ασκήθηκαν: α) η με αριθ. 88/2017 ανακοπή της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, επισπεύδουσας εταιρίας, β) η με αριθ. 90/2017 ανακοπή της τελευταίας κατά της άνω οφειλέτριας εταιρίας, της ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης, του ΕΦΚΑ, της δεύτερης αναιρεσίβλητης και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", και γ) η με αριθ. 92/2017 ανακοπή του ΕΦΚΑ κατά του Ι.

Δ., της Μ. Ζ., του Ε. Δ., της Ε. Κ., του Φ. Α., του Ν. Γ., της επισπεύδουσας εταιρίας, της Τ. Π. και της Ά. Τράπεζας. Οι ασκηθείσες τέσσερις ανακοπές συνεκδικάστηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθ. 505/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία απορρίφθηκαν στο σύνολό τους οι με αριθ. καταθέσεως 88/2017 και 90/2017 ανακοπές, ενώ έγιναν εν μέρει δεκτές οι με αριθ. 92/2017 και 94/2017 ανακοπές του ΕΦΚΑ και του Δημοσίου και δη κατά το μέρος μόνο που αφορούσαν τα έξοδα εκτελέσεως.

Ειδικότερα, καθόσον αφορά την ανακοπή του αναιρεσείοντος, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή και μεταρρυθμίστηκε ο προσβληθείς πίνακας κατάταξης δανειστών, σε σχέση μόνο με τα έξοδα της διαδικασίας της εκτέλεσης, με την αποβολή α) του καθ' ου δικαστικού επιμελητή από τα ποσά των 919,90 ευρώ και 450,60 ευρώ, κατατασσομένου σ' αυτά του αναιρεσείοντος και β) της επισπεύδουσας πρώτης αναιρεσίβλητης από το ποσό των 284,31 ευρώ, κατατασσομένου σ' αυτό του αναιρεσείοντος, ενώ κατά τα λοιπά απορρίφθηκε.

Κατά του απορριπτικού σκέλους της απόφασης αυτής και κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 26.6.2018 και με αριθ. καταθέσεως 73/27.6.2018 έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, παραπονούμενο με τον μοναδικό λόγο της για την κρίση της εκκαλούμενης ότι ορθά η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 975 επ.

ΚΠολΔ, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015, και τη συνακόλουθη απόρριψη του σχετικού πέμπτου λόγου της ανακοπής του. Παράλληλα κατά της ίδιας απόφασης ασκήθηκαν: α) η με αριθ. 113/Ειδ.Μον./24/2018 έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά της επισπεύδουσας εταιρίας, β) η με αριθ. 1070/Ειδ.Μον./238/2018 έφεση της τελευταίας κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", του ΕΦΚΑ και του Ελληνικού Δημοσίου, και γ) η με αριθ. 350/Ειδ.Μον./81/2018 έφεση του ΕΦΚΑ κατά του Ι.

Δ., της Μ. Ζ., του Ε. Δ., της Ε. Κ., του Φ. Α., του Ν. Γ., της επισπεύδουσας εταιρίας, της Τ. Π. και της Ά. Τράπεζας. Οι ασκηθείσες τέσσερις εφέσεις συνεκδικάστηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθ. 127/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία απορρίφθηκαν όλες στο σύνολό τους. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης, κατά το μέρος κατά το οποίο απορρίφθηκε η έφεσή του, ζητεί το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον με την από 8.10.2019 αίτησή του, για το λόγο που αναφέρεται σ` αυτή και αναλύεται ειδικότερα κατωτέρω.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω, οι νόμοι που ρυθμίζουν τη συνδρομή των δανειστών στη διαδικασία της κατάταξης δεν αφορούν, κυρίως, τα ίδια τα δικαιώματα, αλλά κανονίζουν τον τρόπο της ενάσκησής τους επί της ομάδας περιουσίας που υπάρχει σε ορισμένο χρόνο. Επομένως και τα καθιερούμενα από τους νόμους αυτούς προνόμια κρίνονται όχι σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της γένεσης του δικαιώματος ή της έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά σύμφωνα με αυτόν που ισχύει κατά το χρόνο της κατάταξης, αφού η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους, λόγω της συνδρομής περισσοτέρων δανειστών.

Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ που ορίζει, ότι οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν από την εισαγωγή του και ότι η αναγκαστική εκτέλεση θεωρείται ότι άρχισε από την επίδοση της επιταγής, γιατί η διάταξη αυτή δεν εισάγει γενικό κανόνα διαχρονικού δικαίου για όλες τις πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ρυθμίζει ειδικώς την εφαρμογή του ΚΠολΔ σε θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης εν σχέσει προς το προγενέστερο αυτού δικονομικό δίκαιο (Ολ ΑΠ 21/1994, ΑΠ 1056/2020, ΑΠ 1441/2017).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 3 του ν. 4335/2015 "Μεταβατικές και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016. Ομοίως, οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση (άρθρο όγδοο του παρόντος...) εφαρμόζονται σε πτωχεύσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του παρόντος".

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020 "Ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας κλπ", το οποίο φέρει τον τίτλο "Ερμηνευτική διάταξη ως προς το χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις", ορίζεται στο εδ.

α` αυτού ότι κατά την αληθή τους έννοια οι διατάξεις του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (δηλαδή οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αυτός στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, στο δε εδ.

β` ότι για την κατάταξη των πιστωτών στην παραπάνω πρώτη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, που είναι γνήσια ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχει αναδρομική δύναμη, το προϊσχύσαν δίκαιο θα εφαρμόζεται σε όλα τα ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάταξης των δανειστών στο σχετικό πίνακα, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, είχε επιδοθεί πριν την 1.1.2016.

Ως επιταγή δε νοείται εκείνη που στηρίζει την περαιτέρω κύρια εκτελεστική διαδικασία, η οποία αρχίζει με την επιβολή κατάσχεσης επί χρηματικών απαιτήσεων, όχι δε τυχόν προηγούμενες επιταγές, κατόπιν των οποίων δεν επακολούθησε κατάσχεση εντός έτους ή και άλλες περαιτέρω πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των δικονομικών τους συνεπειών (άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ), ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εκείνες από τις οποίες εγκύρως παραιτήθηκε ο επισπεύδων.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ως άνω σαφής βούληση του νομοθέτη αναφέρεται μόνο στο πιο πάνω συγκεκριμένο ζήτημα και δεν αναιρεί τα πιο πάνω γενικώς ισχύοντα για τα προνόμια, ενόψει της απόλυτης ειδικότητας της σχετικής ρύθμισης (ΑΠ 524/2023, ΑΠ 224/2022, ΑΠ 1855/2022, ΑΠ 1151/2021, ΑΠ 1455/2021). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 1 εδ.

β του ΚΕΔΕ, που προστέθηκε με το άρθρο 33 Ν. 4141/2013, και ίσχυε πριν την 1.1.2016, κατ' εξαίρεση για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από φόρο προστιθέμενης αξίας, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, το Δημόσιο κατατάσσεται στη δεύτερη τάξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ και πριν την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την από 26.6.2018 έφεση του αναιρεσείοντος με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Οι νόμοι που ρυθμίζουν τη συνδρομή των δανειστών στη διαδικασία της κατάταξης δεν αφορούν κυρίως τα ίδια τα δικαιώματα, αλλά κανονίζουν τον τρόπο άσκησης τους επί της ομάδας περιουσίας που υπάρχει σε ορισμένο χρόνο, οπότε και τα προνόμια που καθιερώνονται από τους νόμους αυτούς κρίνονται όχι κατά τον νόμο που ισχύει στον χρόνο γένεσης του δικαιώματος ή της έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά σύμφωνα με αυτόν που ισχύει κατά τον χρόνο της κατάταξης, αφού η, λόγω του προνομίου, προτίμηση, δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους εξαιτίας της συνδρομής περισσότερων δανειστών.

Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρο 50 & 1 ΕισΚΠολΔ που ορίζει, ότι οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν από την εισαγωγή του και ότι η αναγκαστική εκτέλεση θεωρείται ότι άρχισε από την επίδοση της επιταγής, γιατί η διάταξη αυτή δεν εισάγει γενικό κανόνα διαχρονικού δικαίου για όλες τις πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης αλλά ρυθμίζει ειδικά την εφαρμογή του ΚΠολΔ σε θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης σε σχέση με το προγενέστερο αυτού...

Με την από 26.6.2018 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 73/27.6.2018 (προσδιορισμού 681/ΕΜ/153/28.6.2018) έφεσή της, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων για το Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενη με τον μοναδικό λόγο αυτής ότι από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου η εκκαλουμένη έκανε μόνο κατά ένα μέρος δεκτή την από 28.4.2017 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 94/3.5.2017 ανακοπή της και ειδικότερα απέρριψε τον πέμπτο λόγο αυτής κρίνοντας ότι στα προνόμια που λαμβάνονται υπόψη στην κατάρτιση του πίνακα κατάταξης εφαρμόζονται οι διατάξας που ισχύουν κατά το χρόνο αυτό όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του ότι έπρεπε να εφαρμοστούν οι διατάξεις των άρθρων 975, 977 επ ΚΠολΔ όπως ίσχυαν αυτές κατά το προγενέστερο νομικό καθεστώς με δεδομένο ότι η επίδοση της επιταγής στην υπό έρευνα υπόθεση έλαβε χώρα πριν την 1.1.2016, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το μέρος που απέρριψε την ανακοπή του και τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου όπως ίσχυαν πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015 όπως ειδικότερα αναλύει, προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή στο σύνολό της και να αποβληθούν οι καθ' ων η ανακοπή εταιρίες από το ποσό των 13.042,29 και 6.648,12 η πρώτη και από εκείvo των 127.987,64 η δεύτερη, προκειμένου να (ενν.

καταταγεί) για τις απαιτήσεις του κατά τα αντίστοιχα ποσά, όπως και να καταδικασθούν οι αντίδικοί του στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας. Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής της η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι για την σύνταξη του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης έπρεπε να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015 αφού η επιταγή προς εκτέλεση έλαβε χώρα πριν την 1.1.2016 (στις 15.12.2015), κατατάσσοντας έτσι το Ελληνικό Δημόσιο για τις απατήσεις του για οφειλόμενους φόρους προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) στη δεύτερη τάξη των απαιτήσεων του άρθρου, ζητώντας τη μεταρρύθμιση του πίνακα ώστε να καταταγεί αυτό όπως ανέλυσε.

Όμως σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που αφορούσε τον ίδιο λόγο της αμέσως προηγούμενης (υπό στοιχείο γ') έφεσης, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ όπως ισχύουν κατά τον χρόνο σύνταξης του πίνακα καθώς δεν αφορούν τα ίδια τα δικαιώματα, αλλά τον τρόπο άσκησής τους από τους δανειστές της καθ' ης η εκτέλεση εταιρίας στην υφιστάμενη περιουσία που αποτέλεσε στην προκείμενη περίπτωση αντικείμενο της εκτελεστικής διαδικασίας.

Συνεπώς, σύννομα η υπάλληλος του πλειστηριασμού προέβη στη σύνταξη του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης εφαρμόζοντας τις οικείες διατάξεις του νόμου (άρθρο 975 επ ΚΠολΔ) όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με το ν. 4335/2015, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν και η εκκαλουμένη που απέρριψε τον συγκεκριμένο λόγο ανακοπής ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ο εξεταζόμενος λόγος έφεσης να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος συνεπώς και η ένδικη έφεση στο σύνολό της...".

Με αυτά όμως που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, υπέπεσε στην από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον ψευδώς ερμήνευσε το προαναφερθέν άρθρο ένατο παρ. 3 του ν. 4335/2015, κατά το οποίο οι νέες διατάξεις των άρθρων 975 επ. ΚΠολΔ που θέτει ο ν. 4335/2015, εφαρμόζονται για τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που αρχίζει με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή μετά την 1-1-2016 και όχι όταν η τελευταία έλαβε χώρα πριν την ως άνω ημεροχρονολογία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, όπου η επίδοση της επιταγής προς πληρωμή που οδήγησε στον πλειστηριασμό του κατασχεθέντος ακινήτου έλαβε χώρα, όπως δέχεται και η προσβαλλόμενη, στις 15.12.2015, πριν δηλαδή την 1.1.2016, οπότε εφαρμόζονται οι πριν από το ν. 4335/2015 διατάξεις των άρθρων 975 επ.

ΚΠολΔ για την κατάταξη των δανειστών και δη του Ελληνικού Δημοσίου, ενόψει και της ειδικής ρυθμίσεως του άρθρου 61 παρ. 1 εδ. β' του ΚΕΔΕ για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Δημοσίου από φόρο προστιθέμενης αξίας, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, τις οποίες έτσι ευθέως παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος και δη κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την από 26.6.2018 και με αριθ. καταθέσεως 73/27.6.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 505/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης.

Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος κάθε μίας των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 127/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ για την κάθε μία. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ