Legislator Case Law & Legislation
25/2020 AI generated

25/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 25/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η κρινόμενη από 15/3/2018 (με αριθ. κατ. 17/30-4-2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 76/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε αντιμολία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της οριζόμενης από το άρθρο 564 παρ.3 του ΚΠολΔ διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ.3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 4446/2016 και ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται από 23-1-2017 και εφεξής.

Legislator headnote

AI generated

25/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 25 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 25/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Σεπτεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Τ. του Χ., κατοίκου ... 2.Α. θυγ. Α. Τ., κατοίκου ..., 3.Α. θυγ. Α. Τ., κατοίκου ..., 4.Κ. θυγ. Χ. Τ., συζ. Ι. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Γρηγοριάδη.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αναστάσιο Ρήγα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 76/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-3-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 15/3/2018 (με αριθ. κατ. 17/30-4-2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 76/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε αντιμολία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της οριζόμενης από το άρθρο 564 παρ.3 του ΚΠολΔ διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ.3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 4446/2016 και ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται από 23-1-2017 και εφεξής.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2. Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 του ίδιου Κώδικα, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.

Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή αν έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. "Ο ενάγων- εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) αγόρασε από την μητέρα του Β. χήρα Δ. Γ. με το υπ' αριθμ. .../23-8-1984 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αροανίας Ξ.

Π. Ο., που μεταγράφηκε νομίμως, έναν αγρό ξηρικό, επιφάνειας 12 περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση ... της αγροτικής περιφέρειας ... της Κοινότητας Αροανίας, μετά δε από πρόσφατη καταμέτρηση το ακίνητο αυτό έχει συνολική έκταση 12.858,91 τ.μ. και διακρίνεται σε δύο τμήματα μετά τη διάνοιξη της οδού ... στις αρχές του 1970, ήτοι το βόρειο, εμβαδού 9.718,26 τ.μ., και το νότιο, εμβαδού 3.140,65 τ.μ.

Το εν λόγω ακίνητο, το οποίο απέκτησε η μητέρα του ενάγοντος με άτυπη αγορά από τον Θ. Χ. Κ. βάσει ιδιωτικού συμφωνητικού από το 1940, νεμόταν αυτή (μητέρα ενάγοντος) από 23-2-1946 έως το 1984, που το μεταβίβασε στον ενάγοντα, ασκώντας χωρίς αμφισβήτηση επί όλου του ακινήτου πράξεις φυσικής εξουσιάσεως είτε η ίδια, είτε μέσω άλλων, καθώς το επέβλεπε και το είχε παραχωρήσει άνευ ανταλλάγματος σε τρίτα άτομα να βοσκούν τα ζώα τους και να συλλέγουν βελανίδια, καθιστάμενη έτσι κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, τις ίδιες δε πράξεις φυσικής εξουσιάσεως ασκεί από το έτος 1984 ο ενάγων.

Κατά συνέπεια ο πρώτος εναγόμενος- πρώτος εκκαλών (ήδη πρώτος αναιρεσείων) δεν κατέστη κύριος με παράγωγο τρόπο τμήματος του νοτίου τμήματος του ακινήτου του ενάγοντος εμβαδού 1124,05 τ.μ., ούτε, επίσης, έχει καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του περί κτήσεως της κυριότητας του ως άνω εδαφικού τμήματος με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως, κύριος του επιδίκου είναι ο ενάγων, ο οποίος το απέκτησε με παράγωγο τρόπο (αγορά) από κύριο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και, κατά συνέπεια, η από μέρους του πρώτου εναγομένου αποξήλωση των πασάλων στο νοτιοδυτικό όριο του ακινήτου του ενάγοντος και ο χρωματισμός δένδρων, ενέργεια που μόνο ο κύριος του ακινήτου μπορεί να κάνει, αποτελεί παράνομη πράξη με την οποία αμφισβητεί και διαταράσσει την κυριότητα του τελευταίου επί όλου του νοτίου τμήματος του ακινήτου και όχι μόνο στο εδαφικό τμήμα που έλαβαν χώρα, καθώς έτσι τον παρεμποδίζει να ασκήσει την εξουσία που αρμόζει σε κύριο επί όλου του τμήματος χωρίς να πρόκειται για κατάληψη, η ενέργεια της οποίας θα περιορίζονταν μόνο στο ως άνω μερικότερο εδαφικό τμήμα.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας με παράγωγο τρόπο και σιγή τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του πρώτου εναγομένου και έκανε δεκτό το αίτημα του ενάγοντος περί αναγνώρισης της κυριότητάς του επί του τμήματος, εμβαδού 3140,65 τ.μ., του ακινήτου του με παράγωγο τρόπο και υποχρέωσε τον πρώτο εναγόμενο να άρει την προσβολή της κυριότητάς του επί του ως άνω εδαφικού τμήματος με την επανατοποθέτηση των πασάλων που αφαίρεσε στην αρχική τους θέση εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης, επιτρέποντας στον ενάγοντα να επανατοποθετήσει τους πασάλους με δαπάνες του πρώτου εναγομένου σε περίπτωση παρέλευσης απράκτου της παραπάνω προθεσμίας, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε, απορριπτόμενων ως αβασίμων των σχετικών λόγων έφεσης και προσθέτων λόγων του πρώτου εναγομένου.

Περαιτέρω, ως προς τα δύο εδαφικά τμήματα του ακινήτου του ενάγοντος, επιφανείας 146,22 τ.μ. και 298,88 τ.μ., οι δεύτερη και τρίτη των εκκαλούντων- εναγομένων αμφισβητούν ρηματικώς την κυριότητα του ενάγοντος επί των ως άνω τμημάτων, πλην όμως όσον αφορά την κυριότητα επ' αυτών δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας ότι αυτά περιλαμβάνονταν στους τίτλους με τους οποίους οι ως άνω εναγόμενες απέκτησαν την κυριότητα ενός ομόρου, με το ακίνητο του ενάγοντος, ακινήτου εμβαδού 1000 τ.μ., το οποίο αυτές μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στον πρώτο εναγόμενο με το .../14-10-2005 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Λ., νομίμως μεταγραφέντος. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα περιλαμβάνονται μόνο στον τίτλο κτήσεως του ενάγοντος, ο οποίος, έτσι, κατέστη κύριος αυτών με παράγωγο τρόπο (αγορά). Όμως, οι ανωτέρω εναγόμενες κατέστησαν κύριες του εδαφικού τμήματος εμβαδού 298,58 τ.μ., κατά τα άρθρα 1045 και 1051 του ΑΚ, καθώς νέμονταν αυτό μέσω του αδελφού τους διανοία κυρίου από τον θάνατο του δικαιοπαρόχου τους το 1990 έως το έτος 2005, προσμετρώντας και τον χρόνο του δικαιοπαρόχου τους, που το νεμόταν διανοία κυρίου από το έτος 1975, που το ενσωμάτωσε στο όμορο ακίνητό του περιφράσσοντάς το, έως το έτος 1990, που απεβίωσε, ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ως χέρσου και άρα μη επιδεκτικού καλλιέργειας, ήτοι οριοθέτησή του με περίφραξη, φύλαξη και επίβλεψη, χωρίς ο ενάγων να ανακτήσει τη νομή του και να ασκήσει επ' αυτού έως τη συζήτηση της αγωγής του πράξεις φυσικής εξουσίασης διανοία κυρίου για χρονικό διάστημα 20 ετών ή 10 ετών με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο το υπ' αριθμ. .../1984 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αροανίας Ξ.

Ο., στο οποίο το επίδικο περιλαμβάνεται, δεκτού γενομένου ως ουσία βασίμου του ισχυρισμού τους περί ιδίας κυριότητας.

Συνεπώς, εφόσον ο ενάγων δεν είναι κύριος του εδαφικού τμήματος επιφανείας 298,88 τ.μ. δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει αναγνώριση της κυριότητας επ' αυτού ενόψει της ρηματικής αμφισβήτησης από τις προαναφερθείσες εναγόμενες και το σχετικό αίτημα της αγωγής του είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. Όσον δε αφορά το εδαφικό τμήμα των 146,22 τ.μ.

οι ίδιες εναγόμενες δεν είχαν καταστεί κυρίες τούτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού έως το έτος 2005, που μεταβίβασαν το ακίνητο τους, δεν είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο τους εικοσαετής νομή αυτών, απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του ισχυρισμού των εναγομένων περί ιδίας κυριότητάς τους με έκτακτη χρησικτησία.

Έσφαλε συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων κάνοντας δεκτό καθ' ολοκληρία το αναγνωριστικό αίτημα της ένδικης αγωγής, απορρίπτοντας σιωπηρώς τον ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι έπρεπε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, να το κάνει εν μέρει δεκτό, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα κύριο μόνο του εδαφικού τμήματος εμβαδού 146,22 τ.μ., γι' αυτό πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς τις ως άνω εναγόμενες και να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς αυτές η ένδικη αγωγή και να αναγνωριστεί ο ανάγων κύριος του ως άνω εδαφικού τμήματος επιφανείας 146,22 τ.μ., απορριπτομένης της αγωγής ως προς το εδαφικό τμήμα των 298,88 τ.μ.".

Οι παραπάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφείς και επαρκείς, τόσο ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος επί του όλου επιδίκου, που περιλαμβάνει και το τμήμα αυτού των 146,22 τ.μ., (δεδομένου ότι αναφέρεται η συμφωνία για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου λόγω πωλήσεως μεταξύ της κυρίας τούτου και του ενάγοντος, το συμβολαιογραφικό έγγραφο περί της εν λόγω συμφωνίας και η μεταγραφή αυτού), όσο και ως προς την με έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας επ' αυτού της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος (μητέρας του) επί χρονικό διάστημα άνω της 20ετίας μέχρι την ως άνω μεταβίβαση του επιδίκου, προσδιορίζοντας και τις επ' αυτού πράξεις νομής αυτής, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου (επίβλεψη και παραχώρηση τούτου σε τρίτους χωρίς αντάλλαγμα, για τη βόσκηση ζώων και συλλογή βελανιδιών).

Έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 1033 του ΑΚ και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ πρώτος, με στοιχεία θα, θβ (ως προς το άνω τμήμα των 146,22 τ.μ.) και θγ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς το έτερο τμήμα του όλου ακινήτου των 298,88 τ.μ. (ως προς το οποίο απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν), πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων για την άσκηση του λόγου αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 556 ΚΠολΔ.

3. Το Εφετείου Πατρών, που δίκασε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ρητώς αναφέρει ότι για την κρίση του ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε, πλην των άλλων αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα από 28-10-1952, 28-4-1953 και 8-8-1960 ιδιωτικά συμφωνητικά (βλ. ρητή αναφορά αυτών στα 15°, 20°, και 13° φύλλα, αντίστοιχα, της προσβαλλόμενης απόφασης), την με αριθ. …/2006 έκθεση αυτοψίας του Ειρηνοδικείου Αροανίας (βλ. ρητή αναφορά αυτής στο 21° φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης), καθώς και την με αριθμ. .../22-2-2006 ένορκη βεβαίωση του Ι. Σ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαβρύτων Μ. Δ. (βλ. ρητή αναφορά αυτής στο 10° φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης). Από την αναφορά του δε αυτή σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασής του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία και βέβαιο είναι ότι έλαβε υπόψη του και εκτίμησε και τα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα, γι' αυτό και οι από το άρθρο 559 αρ. 11 παρ. γ' του ΚΠολΔ δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

4. Επειδή αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποια συγκεκριμένα έγγραφα, δηλαδή, προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 παρ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, δηλαδή, προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων στους ήδη απορριφθέντες κατ' ουσία δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως εγγράφων και ειδικότερα:

α) ιδιωτικού συμφωνητικού με χρονολογία 8-8-1960 και β) της με αριθ. 3/2006 έκθεσης αυτοψίας του Ειρηνοδικείου Αροανίας, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνουν τα ως άνω έγγραφα. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, γιατί είναι αντιφατικοί έναντι των προαναφερθέντων δευτέρου και τρίτου λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται, όπως ήδη αναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, η από το άρθρο 559 αριθ. 11 παρ.

γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο των ίδιων αμέσως πιο πάνω εγγράφων. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-3-2018 αίτηση για αναίρεση της 76/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ