Legislator Case Law & Legislation
25/2018 AI generated

25/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 25/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Η από 24-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης …/24-5-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 440/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης κατά της 101/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 25-2-2010 (με αριθμό κατάθεσης …/25-2-2010) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).

Legislator headnote

AI generated

25/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

Keywords

AI generated
fixed-term work trial work placement apprenticeship contract work subject to authorization homework contract taking up gainful employment
AI generated
885/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1387/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
719/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
1373/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2367/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1118/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2016 αίτησή της.
1049/2018
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 25 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 25/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευδοκίας Οικονόμου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Ασημακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 23-4-2010 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση του αρχικώς αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Επί της αγωγής και της προσεπικλήσεως εκδόθηκε η 101/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 440/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης 8/24-5-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 24-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης …/24-5-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 440/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης κατά της 101/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 25-2-2010 (με αριθμό κατάθεσης …/25-2-2010) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012).

Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).

Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 260/ 2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). 3.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη 440/2015 απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι στις 10-8-2005 καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), στη θέση του οποίου ήδη υπεισήλθε το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ), συμφωνητικό συνεργασίας, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ (stage οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης), το οποίο υπογράφηκε μεταξύ του ΟΑΕΔ, ως υπευθύνου φορέα του προγράμματος, του εναγομένου, ως φορέα εφαρμογής αυτού και του ενάγοντος, ως ανέργου, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, με έναρξη την 22-8-2005 και λήξη την 21-2-2007.

Ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στις υπηρεσίες του εναγομένου, προκειμένου, όπως αναγράφεται σχετικά στο εν λόγω συμφωνητικό, να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό του αντικείμενο και συγκεκριμένα στην ειδικότητα "…", με ωράριο που δεν θα υπερέβαινε τις επτά ώρες ημερησίως, από Δευτέρα έως και Παρασκευή και με μηνιαίες αποδοχές 550 ευρώ.

Ότι, παρά τη λήξη του ανωτέρω προγράμματος την 21-2-2007, όπως ορίστηκε με το ανωτέρω συμφωνητικό, ο ενάγων εξακολούθησε να απασχολείται στο εναγόμενο έως την 21-2-2008 και στη συνέχεια, με νέο συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ των ίδιων φορέων και με τους ίδιους όρους την 16-5-2008, συνέχισε να απασχολείται στο εναγόμενο με την ίδια ειδικότητα, για το χρονικό διάστημα από 2-6-2008 μέχρι 1-12-2009.

Ότι ο ενάγων, καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του στο εναγόμενο, παρά τον αναγραφόμενο στα ένδικα συμφωνητικά σκοπό της σύναψής τους, ο οποίος συνίστατο στην εκ μέρους αυτού απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, απασχολείτο όχι ως μαθητευόμενος, αλλά υπό τους ίδιους ακριβώς όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτού, με τους οποίους ασκούσε τα ίδια καθήκοντα, υπό τις δεσμευτικές οδηγίες του εναγομένου σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας του.

Ότι συγκεκριμένα, κατά το τετραετές και πλέον διάστημα της απασχόλησής του στο εναγόμενο, μετέβαινε από Δευτέρα έως και Παρασκευή στο υποκατάστημα αυτού και ασκούσε τα ανατιθέμενα καθήκοντα … στο τμήμα …. Μετά τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με το εναγόμενο, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως αυτής και του τρόπου εκτέλεσης των ανωτέρω καθηκόντων, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η "απόκτηση εμπειρίας" εκ μέρους του ενάγοντος (τετραετία και πλέον), ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας και όχι μαθητείας και ότι ως εκ τούτου ο ενάγων, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ακύρως στο εναγόμενο, δικαιούται τις νόμιμες αποδοχές που το τελευταίο, το οποίο ωφελήθηκε από την προσφορά των υπηρεσιών του, θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας κάτω από τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο ενάγων γνώριζε την ακυρότητα.

Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη 101/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη και, δικάζοντας εκ νέου επί της αγωγής, τη δέχθηκε ως προς την επικουρική βάση της, τη στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 29.215 ευρώ για διαφορές αποδοχών, δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα αδείας του χρονικού διαστήματος από το Σεπτέμβριο του 2005 έως την 1-12-2009, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

4. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και επιδίκασε αναγνωριστικά το ποσό των 29.215 ευρώ για τις ανωτέρω αιτίες με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, παραβίασε αφενός τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε εσφαλμένα, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, διότι, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω (βλ. τη σκέψη με αριθμό 2), ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως τον ενάγοντα, αφετέρου δε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν ευθέως εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με τις αιτούμενες αξιώσεις για δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα αδείας. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

5. Κατά τις διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ.2 του ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του ν. 825/1978, "Πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί.

Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι' οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. Η ετήσια παραγραφή άρχεται από του τέλους του μηνός, ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις. Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Εξάλλου, με το άρθρο 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου ως άνω ν. 2362/1995 "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου, όμως, περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών".

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή από άλλες κάθε φύσεως απολαβές κατά του ΙΚΑ, υπαλλήλων του, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή οι προδιαληφθείσες, περί παραγραφής, ειδικές διατάξεις του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 15 παρ.2 του ν. 4476/1965 και 7 του ν. 825/1978, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του ΙΚΑ υπόκεινται στην πενταετή και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995.

Και τούτο γιατί, το εν λόγω νομοθέτημα περί Δημοσίου Λογιστικού (όπως και το καταργηθέν με το άρθρο 113 αυτού ν.δ. 321/1969 "Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού") ρυθμίζει την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου μόνο και δεν προβλέπει την εφαρμογή του και προκειμένου περί αξιώσεων κατά του ΙΚΑ. Όπου δε ο νόμος θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έκανε με ρητές διατάξεις.

Ενώ, εξάλλου, ο οριζόμενος χρόνος παραγραφής των δύο ετών με το άρθρο 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", για τις αξιώσεις από καθυστερούμενες αποδοχές ή από κάθε άλλης φύσεως απολαβές, δεν εφαρμόζεται στο ΙΚΑ, γιατί με το άρθρο μόνο του π.δ. 437/1977 το ΙΚΑ, ως ασφαλιστικός οργανισμός υπαγόμενος στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, εξαιρέθηκε από την εφαρμογή του ως άνω ν.δ. 496/1974, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 369/1976 και μεταγενέστερα (ΑΠ 121/2016, ΑΠ 296/2013, ΑΠ 1655/ 2010).

6. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει ότι, εφόσον τούτο εξομοιώνεται με το Δημόσιο ως προς τα οικονομικά και δικονομικά του προνόμια (άρθρα 19 παρ.1 του α.ν. 1846/1951 και 5 του ν. 3210/ 1955), εξυπακούεται ότι απολαμβάνει και του προνομίου της διετούς παραγραφής των κατά του Δημοσίου εξ αποδοχών αξιώσεων των υπαλλήλων του, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995.

Κατά τους ισχυρισμούς του, η διάταξη αυτή είναι ειδικότερη, αφού ρυθμίζει παραγραφή αξιώσεων εξ απολαβών, σε σχέση με εκείνη της παρ.6 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ.2 του ν. 4476/1965 και στη συνέχεια, με το άρθρο 7 παρ.1 του ν. 825/1978, που είναι γενική και ρυθμίζει τα της παραγραφής γενικά οποιασδήποτε απαίτησης κατά του ΙΚΑ και ως εκ τούτου, κατισχύει της τελευταίας.

Ότι στο πλαίσιο ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 21 παρ.9 του ν. 1902/1990, το ΙΚΑ, εξομοιούμενο πλήρως με το Ελληνικό Δημόσιο αναφορικά με τα δικονομικά προνόμια τούτου, απολαύει και το προνόμιο της αυτεπάγγελτης λήψης υπόψη από τα δικαστήρια της παραγραφής των αξιώσεων εξ αποδοχών των κατ' αυτού στρεφομένων υπαλλήλων του.

Ενόψει αυτών, κατά τους ισχυρισμούς του, οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου από Σεπτέμβριο 2005 έως και την 26-2-2008 (ημερομηνία επίδοσης της αγωγής) έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή. Ο λόγος αυτός, προβαλλόμενος το πρώτον με την αίτηση αναίρεσης, πέραν του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για μισθολογικές αξιώσεις υπαλλήλου του αναιρεσείοντος, οι οποίες, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951, όπως αντικ.

με το άρθρο 7 παρ.1 του ν. 825/1978, μη εφαρμοζόμενης της περί παραγραφής ως άνω διάταξης του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, είναι απαράδεκτος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, καθόσον δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως και για το παραδεκτό του θα έπρεπε το αναιρεσείον να είχε επικαλεσθεί τους ισχυρισμούς του ενώπιον αυτού, γεγονός που δεν συνέβη (ΑΠ 121/2016).

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε τις μη δικαιούμενες διαφορές αποδοχών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3), προκειμένου να εκκαθαρισθούν οι αξιώσεις του ενάγοντος για καταβολή δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας, του χρονικού διαστήματος της απασχόλησής του στην υπηρεσία του εναγομένου, τα οποία οφείλονται εκ του νόμου σε όλες τις περιπτώσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας. Η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν υπήρξε δυσχερής (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 440/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. -Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Νοεμβρίου 2017. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιανουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ