25/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 25 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated25/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 25 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 25 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 25/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Π. Μ. του Δ., 2)Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 3)Γ. Μ. του Δ. συζ. Ι. Μ., κατοίκου ..., και 4)Β. Μ. του Δ., χήρας Π. Μ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμων του Λ. Μ. του Δ.. Οι 2η, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Θαλασσινό, ο οποίος δήλωσε ότι ο 1ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις: α)Σ. χήρα Π. Μ., το γένος Ι. Ι., και β)Π. Μ. του Π., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιούμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/3/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 346/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, 259/2011 μη οριστική και 222/2014 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3/10/2014 αίτησή τους.
Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 4ης Μαρτίου 2015 με αριθμό πινακίου 11. Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 253/2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η 11-5-2016 και μετ’ αναβολή η σημερινή για την επανασυζήτηση της υπόθεσης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 27/1/2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος, Αρεοπαγίτου Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α’ , 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο και προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, μετά την άσκηση, στις 6/10/2014,της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 222/2014 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, απεβίωσε στις 3/1/2015 ο πρώτος των αναιρεσειόντων Π. Μ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Σ. Μ. και το μοναδικό τέκνο του Π. Μ..
Συνεπώς, οι πιο πάνω (μοναδικοί) εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πρώτου των αναιρεσειόντων (άρθρα 1710, 1813, 1820, και 1846 ΑΚ) νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, τη λόγω θανάτου εκείνου βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της. Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη αυτή από τους πιο πάνω καθολικούς διαδόχους του πρώτου των αναιρεσειόντων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 785 έως 787, 980 έως 984, 994,1113,1884 ΑΚ προκύπτει ότι, εάν ο συγκύριος, συνεπώς, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και ο συγκληρονόμος, κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι το κατέχει και για τους λοιπούς συγκυρίους ή τους συγκληρονόμους και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή πριν τους γνωστοποιήσει ότι νέμεται μεγαλύτερο μέρος από την μερίδα του ή ολόκληρο το πράγμα ως κύριος (Ολ.ΑΠ 485/82).
Η γνώση των λοιπών συγκυρίων ή συγκληρονόμων δεν απαιτείται να γίνει με ορισμένο τρόπο. Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί, μη ευρισκόμενοι στην κατοχή του κοινού συγκύριοι, εκδήλωσαν με οποιονδήποτε τρόπο την βούληση να μην είναι (συν)νομείς αυτού, πράγμα το οποίο συμβαίνει και επί συμφωνίας μεταξύ τους για άτυπη διανομή αυτού.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ συνάγεται, ότι με έκτακτη χρησικτησία γίνεται κύριος ακινήτου πράγματος εκείνος που το έχει στη νομή του επί συνεχή εικοσαετία, κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου, η οποία, κατά το άρθρο 983 ΑΚ, μεταβιβάζεται και στους κληρονόμους του νομέα που μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω στο ακίνητο, οι οποίες προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, δηλαδή με την θέληση να το έχει δικό του.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το .../1958 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο εκδόθηκε με βάση την 24/1929 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ιωαννίνων, παραχωρήθηκε κατά κυριότητα στους:
α) Λ. Μ. του Θ., παππού του ενάγοντος, β) Ε. Μ. του Λ., πατέρα του ενάγοντος και γ) Δ. Μ. του Χ., πατέρα των εναγομένων, ο με ... οικοπεδικός κλήρος του αγροκτήματος ... Ιωαννίνων, εμβαδού 635 τ.μ. Ο οικοπεδικός αυτός κλήρος βρίσκεται στη ... Ιωαννίνων και συνορεύει περιμετρικά με ιδιοκτησίες Α. Μ., Δ. Μ., Γ. Μ. και με κοινοτικό δρόμο.
Επίσης, με το .../1958 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο εκδόθηκε με βάση την ίδια πιο πάνω απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ιωαννίνων, παραχωρήθηκε στους αυτούς ως άνω κληρούχους γεωργικός κλήρος, αποτελούμενος από τριάντα (30) κληροτεμάχια, συνολικής έκτασης 73,807 στρεμμάτων. Με τη μεταγραφή των παραχωρητηρίων αυτών στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (στον τόμο 96, με α.α. 43 το πρώτο και με α.α. 44 το δεύτερο), οι ανωτέρω κληρούχοι κατέστησαν συγκύριοι του οικοπέδου και των αγροτικών ακινήτων σε ποσοστό 1/3 (ή 4/12) εξ αδιαιρέτου ο καθένας.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο Λ. Μ. του Θ. απεβίωσε στις 9-3-1937 και στον περιουσία του υπεισήλθαν ως εξωτικοί (εκούσιοι) κληρονόμοι του τα δύο ενήλικα παιδιά του, δηλαδή ο Ε. Μ., που γεννήθηκε το 1906 και η Α. Μ., που γεννήθηκε το 1905, οι οποίοι αναμίχθηκαν στην κληρονομιά με τη θέληση να είναι κληρονόμοι. Έτσι, κατέστησαν συγκύριοι της περιουσίας που κατέλιπε ο πατέρας τους σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και με το ίδιο ποσοστό στη νομή του πατέρας τους επί του οικοπεδικού και αγροτικού κλήρου (αφού εθεωρείτο ως καλής πίστεως νομέας κατ’ άρθρο 79 παρ. 2 του Β.Δ. 29-10/6-12-1949) και ακολούθως στη κυριότητα αυτού στον ίδιο κλήρο.
Συγκεκριμένα, ο Λ. Μ. είχε δικαίωμα συννομής και, ακολούθως, συγκυριότητας, σε ποσοστό 1/3 (ή 4/12) εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των αγροτικών κλήρων. Το ποσοστό αυτό περιήλθε στους πιο πάνω κληρονόμους του και έτσι αυτοί κατέστησαν συννομείς αρχικά και στη συνέχεια, συγκύριοι στο σύνολο του κλήρου, σε ποσοστό 6/12 ο Ε.
Μ. (1/3 ή 4/12 ως δικαιούχος με βάση τα ανωτέρω παραχωρητήρια, συν 2/12 ως κληρονόμος, ίσον 6/12) και σε ποσοστό 2/12 η Α. Μ.. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι εναγόμενοι συνομολογούν εμμέσως πλην σαφώς τη συννομή και συγκυριότητα του Ε. Μ. και της αδελφής του Α. Μ. στον οικοπεδικό και αγροτικό κλήρο, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι μετά το θάνατο του Λ. Μ., στην παλαιά οικία που υπήρχε στον οικοπεδικό κλήρο, είχαν εγκατασταθεί με τις οικογένειές τους ο Ε. Μ., ο οποίος είχε έξι παιδιά και ο Δ. Μ., ο οποίος είχε πέντε παιδιά. Περί το έτος 1952, ο Ε. Μ., ο οποίος ενεργούσε για τον εαυτό του και ως εκπρόσωπος της αδελφής του Α.
Μ. και ο Δ. Μ., οι οποίοι ήταν πρώτοι εξάδελφοι (καθώς ο πατέρας του Ε., Λ. και ο πατέρας του Δ., Χ., ο οποίος ήδη προ πολλού, τότε, είχε αποβιώσει, ήταν αδέλφια), συμφώνησαν να διανείμουν τα αγροτικά κληροτεμάχια που είχαν περιέλθει σ’ αυτούς με το ανωτέρω .../1958 παραχωρητήριο. Η συμφωνία, όμως, αυτή περί διανομής δεν περιελάμβανε και τον οικοπεδικό κλήρο, ο οποίος έμεινε κοινός και αδιανέμητος, με την έννοια που θα εκτεθεί ειδικότερα παρακάτω.
Συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε, στο οικόπεδο αυτό και στην παλαιά οικία, η οποία ήταν κτισμένη στην ανατολή πλευρά του οικοπέδου και στο μέσον περίπου αυτού (βλ. το απόσπασμα από το τοπογραφικό διάγραμμα της διανομής του αγροκτήματος ... έτους 1952), εξακολούθησε να κατοικεί με την οικογένεια του ο Δ. Μ., ενώ ο Ε.
Μ. έκτισε νέα οικία σε οικόπεδο που του παραχώρησε η τότε Κοινότητα ..., όπου εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του. Στη συνέχεια και μετά από συνεννόηση με τον Ε. Μ., ο Δ. Μ. έχτισε νέα λιθόκτιστη οικία στο βόρειο μέρος του οικοπέδου, εμβαδού 46 τ.μ. περίπου, ώστε το υπόλοιπο να μένει ελεύθερο και να αξιοποιηθεί μελλοντικά από τον Ε.
Μ. και την αδελφή του Α.. Εξακολούθησε να χρησιμοποιεί την παλαιά οικία για αποθήκη, ενώ κατασκεύασε σε αυτήν και πρόχειρη κουζίνα και τη χρησιμοποιούσε μέχρι που το παλαιό πέτρινο αυτό σπίτι κατέρρευσε λόγω της παλαιότητάς του. Επίσης, έστρωσε πέτρινες πλάκες γύρω από τη νέα . λιθόκτιστη οικία και φύτεψε δύο κληματαριές δίπλα.
από αυτήν, τις οποίες στήριξε σε σιδηροκατασκευές. Κατασκεύασε πλησίον της νέας πέτρινης οικίας εξωτερικό αποχωρητήριο από πέτρες, το οποίο στη συνέχεια το ανακατασκεύασε με τσιμεντόλιθους. Κατασκεύασε, επίσης, πλακόστρωτο διάδρομο, που ξεκινούσε από το καινούργιο σπίτι και κατευθυνόταν νότια μέχρι το μέσον περίπου του οικοπέδου, όπου υπήρχε αλώνι στρωμένο με πέτρες.
Φύτεψε λίγα δέντρα και, συγκεκριμένα, μία καρυδιά και μία αμυγδαλιά, ενώ συντηρούσε και επισκεύαζε τακτικά την πέτρινη περίφραξη που υπήρχε στο οικόπεδο από την παραχώρησή του (βλ, για τα ανωτέρω τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, σε συνδυασμό με ένορκες βεβαιώσεις της Π. Μ. και της Σ. Ι.). Περί Το έτος 1965, ο Δ.
Μ. έφυγε από το σπίτι αυτό και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Ελευσίνα. Τόσο ο ίδιος, όμως, όσο και τα παιδιά του, δηλαδή οι εναγόμενοι, επισκέπτονταν κατά τις διακοπές τους και διέμεναν στο σπίτι τους στη ..., στη συνέχεια όμως, και καθώς το σπίτι αυτό λόγω της παλαιότητάς του και της εν γένει κατασκευής του δεν μπορούσε να κατοικηθεί, διέμεναν σε συγγενικά τους πρόσωπα στη ..., αλλά και στα ....
Τα τελευταία δε χρόνια επισκέπτεται τακτικά και συντηρεί το σπίτι αυτό η εκ των εναγομένων Α. Μ..
Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως προς αντίκρουση της αγωγής ότι η διανομή που έγινε το έτος 1952 αφορούσε και το οικόπεδο, το οποίο περιήλθε με τη διανομή στον πατέρα τους Δ. Μ.. Ότι ο τελευταίος νεμόταν από τότε το οικόπεδο με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής και ότι τις πράξεις αυτές συνέχισαν να ασκούν και οι ίδιοι στη συνέχεια, με αποτέλεσμα, με την προσμέτρηση του χρόνου νομής του πατέρα τους, να έχουν καταστεί κύριοι του επιδίκου οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία.
Η ένσταση, όμως, αυτή δεν αποδείχθηκε βάσιμη. Κατ’ αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το επίδικο οικόπεδο περιελήφθη στη διανομή και περιήλθε στον πατέρα τους Δ. Μ., αποτελεί τουλάχιστον λογικό παράδοξο, αν ληφθεί υπόψη ότι: α) Ο Δ. Μ. είχε μόνο τα 4/12 του οικοπέδου, ενώ οι αδελφοί Λ.
Μ. (Ε. και Α.) τα υπόλοιπα 8/12, β) Υπήρχε μόνο ένα οικόπεδο στην επίκοινη μεταξύ των τριών περιουσία, η οποία αποτελούνταν κατά τα λοιπά από αγροτικά ακίνητα. Σημειωτέον ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο Ε. Μ. έκτισε δικό του σπίτι σε άλλο οικόπεδο που του παραχώρησε η Κοινότητα, δηλαδή σε οικόπεδο, που δεν περιλαμβανόταν στην επίκοινη περιουσία, γ) Τόσο η οικογένεια του Δ.
Μ., όσο και του Ε. Μ., ήταν πολυμελείς και επομένως οι στεγαστικές τους ανάγκες ήταν το ίδιο μεγάλες και πιεστικές. Σημειωτέον ότι η Α. Μ. είχε ήδη τότε παντρευτεί και ζούσε αλλού με την οικογένειά της. Και δ) Οι εναγόμενοι δεν ισχυρίζονται, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο, ότι ο Ε. Μ. ή η αδελφή του Α., έλαβαν κατά τη διανομή περισσότερα αγροτικά ακίνητα (από τα 30 συνολικά), όπως λογικά θα συνέβαινε, ενόψει του γεγονότος ότι ο Δ.
Μ. έλαβε το μοναδικό οικόπεδο της επίκοινης περιουσίας, που είχε βέβαια και τη μεγαλύτερη αξία σε σχέση με τα υπόλοιπα ακίνητα, και ενώ συγχρόνως διέθετε και το μικρότερο μερίδιο της επίκοινης περιουσίας. Ο μάρτυρας των εναγομένων Γ. Μ. του Χ. κατέθεσε με την .../2010 ένορκη βεβαίωσή του ότι "Όλοι γνωρίζουμε στο χωριό ότι ο Θ.
με την καρδιά του έδωσε το μερίδιο του στον Τ… (εννοεί τον Δ. Μ.), γιατί τούτος δεν είχε σπίτι για να μείνει, ενώ ο Θ. έχτισε δικό του σπίτι λίγο μετά το 1950, αν θυμάμαι καλά". Ο μάρτυρας δηλαδή αυτός, καταθέτει ένα άλλο λογικό παράδοξο, αφού εμφανίζει τον απλό και φτωχό κάτοικο της ... Ε. Μ., που είχε τύχει αστικής και αγροτικής αποκατάστασης, να δωρίζει υπό τις ιδιαίτερα δυσμενείς οικονομικές συνθήκες εκείνης της περιόδου (τέλος της δεκαετίας του 1940, αρχές της δεκαετίας του 1950), το μερίδιο του και το μερίδιο της αδελφής του (δηλαδή τα 8/12 εξ αδιαιρέτου) σε άλλον, έστω και αν αυτός ήταν εξάδελφός του, και ενώ o ίδιος στα δύσκολα χρόνια της εποχής εκείνης ήταν πατέρας έξι παιδιών.
Τον εμφανίζει δε να δωρίζει ένα τόσο μεγάλο οικόπεδο, ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα (635 τ.μ.), το οποίο μάλιστα παραχωρήθηκε από το Υπουργείο Γεωργίας, λόγω ακριβώς της έκτασής του, για να στεγάσει τρεις οικογένειες. Ανεξάρτητα, όμως, από όλα τα παραπάνω, όπως ήδη προαναφέρθηκε, συμφωνήθηκε μεταξύ του Ε.
Μ. και του Δ. Μ. να οικοδομήσει ο τελευταίος τη νέα λιθόκτιστη οικία στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου, ώστε να παραμείνει το μεγαλύτερο μέρος του ελεύθερο και μελλοντικά αξιοποιήσιμο από τους υπόλοιπους συγκυρίους, που είχαν και το μεγαλύτερο μερίδιο του. Συμφώνησαν δηλαδή, κατά μία έννοια, μία μορφή διανομής του επιδίκου οικοπέδου, με την προοπτική της μελλοντικής φυσικής του κατάτμησης και οριστικής του διανομής (βλ.
την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, σε συνδυασμό με όσα καταθέτει ο μάρτυρας Μ. Μ. του Α. στην .../201-1 ένορκη βεβαίωσή του). Σημειωτέον ότι είναι επιτρεπτή πλέον ή φυσική κατάτμηση των οικοπεδικών κλήρων, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. Α, δ’ του Α.Ν. 431/1968. Και πράγματι, όπως επίσης προαναφέρθηκε, ο Δ. Μ. έκτισε τη νέα πέτρινη οικία στο βορειότερο άκρο του οικοπέδου και ειδικότερα στο βορειοδυτικό μέρος αυτού, καταλαμβάνοντας μάλιστα και ένα τμήμα του με αριθμό 71 γειτονικού οικοπεδικού κλήρου, ιδιοκτησίας Γ.
Μ. του Θ. (βλ. το από μηνός Οκτωβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα το πολιτικού μηχανικού τ.ε. Θ. Ν., που προσκομίζουν οι εναγόμενοι). Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο επίδικος οικοπεδικός κλήρος έχει σχήμα επίμηκες, που όμως στενεύει σημαντικά προς το βόρειο τμήμα του. Έτσι, ενώ η νότια πλευρά του, που εφάπτεται του κοινοτικού δρόμου, έχει μήκος 20,94 μ., η βόρεια πλευρά του, πλησίον της οποίας κτίστηκε και η οικία του Δ.
Μ., έχει πλάτος 10 μ. περίπου (βλ. το πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα). Η επιλογή δε του Δ. Μ. να οικοδομήσει τη νέα οικία στο ανωτέρω στενό και περιορισμένο (λόγω του σχήματος του) σημείο του κοινού οικοπέδου και όχι σε άλλο τμήμα αυτού, όπως π.χ. στη νότια πλευρά του, όπου το οικόπεδο έχει πρόσοψη στον κοινοτικό δρόμο και εμφανίζει το μεγαλύτερο πλάτος και τη μεγαλύτερη ευρύτητα του ή στη θέση του παλαιού σπιτιού, που υπήρχε στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου και στο μέσον περίπου αυτού (βλ.
το απόσπασμα του τοπογραφικού χάρτη της διανομής έτους 1952 στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα), έγινε ακριβώς στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής με τον Ε. Μ.. Επίσης, είναι χαρακτηριστικό και επιβεβαιωτικό όλων των ανωτέρω το γεγονός ότι, όπως φαίνεται και από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, όλες οι πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειες στις οποίες προέβη ο Δ.
Μ. επί του επιδίκου οικοπέδου, έγιναν στο βόρειο τμήμα αυτού και γύρω ή πλησίον της οικίας που κατασκεύασε και, πάντως, δεν επεκτείνονται στο νότιο τμήμα του, αυτό δηλαδή που εκτείνεται προς τον κοινοτικό δρόμο, όπου δεν έχει γίνει καμία αξιοποίηση του οικοπέδου. Όλα τα παραπάνω εξ άλλου επιβεβαιώνονται και από τα ακόλουθα στοιχεία: 1) Στις 31-5-1985 απεβίωσε ο Ε.
Μ. και κληρονομήθηκε από τα έξι παιδιά του, δηλαδή τον ενάγοντα και τα αδέλφια του Α., Ε., Λ., Β., και Δ., οι οποίοι υπέβαλαν στην αρμόδια Οικονομική Εφορία Ιωαννίνων την από 2-12-1986 δήλωση φόρου κληρονομιάς. Με τη δήλωση αυτή δήλωσαν μεταξύ των άλλων και το εξ αδιαιρέτου μερίδιο της συγκυριότητας του πατέρα τους, δηλαδή τα 6/12 "σε ένα οικόπεδο εντός Κοινότητος, υπ’ αριθ.
τεμ…., εκτάσεως 635, Ο.Τ. …,... περιελθόν αυτώ εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του εν έτει 1937 αποβιώσαντος πατρός του Λ. Μ. και εις τούτον δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1958 τίτλου κυριότητας". Δήλωσαν δηλαδή σε ανύποπτο χρόνο τη συγκυριότητα του πατέρα τους στο επίδικο οικόπεδο και αντίστοιχα το κληρονομικό τους δικαίωμα σε ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου ο καθένας στο ακίνητο αυτό, αγνοώντας προφανώς την εποχή εκείνη την ύπαρξη της ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα τους, η οποία θα αναφερθεί παρακάτω. 2) Με το με αριθμό .../23-10-1986 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Αθηνάς Μοσχονά, ο πατέρας των εναγομένων Δ.
Μ. κατέστησε πληρεξούσιά του τη θυγατέρα του δεύτερη των εναγομένων-εφεσιβλήτων Α. Μ.. Συγκεκριμένα, με το πληρεξούσιο-αυτό παρέσχε σ’ αυτήν την πληρεξουσιότητα, μεταξύ των άλλων "Να διανέμει κοινή με άλλους ακίνητη περιουσία του, που βρίσκεται στο χωριό ... Ιωαννίνων, καθορίζοντας τον τρόπο της διανομής κατά την απόλυτη και απεριόριστη κρίση της, να παραλαμβάνει τα εκ των διανομών ανήκοντα στον εντολέα της ακίνητα κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, να λαμβάνει ή να καταβάλλει προκύπτουσα τυχόν διαφορά εκ των διανομών, να υπογράφει διανεμητήρια συμβόλαια με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες, να παραιτείται από κάθε δικαίωμα προσβολής ή διάρρηξης των διανεμητηρίων συμβάσεων για οποιοδήποτε λόγο και αιτία".
Με βάση την πληρεξουσιότητα αυτή, η Α. Μ. ήλθε σε συνεννόηση με τον ενάγοντα, αλλά και με τον αδελφό του Β. Μ. για τη διανομή του επιδίκου οικοπέδου, καθώς η διανομή της κοινής αγροτικής περιουσίας (δηλαδή των αγροτικών κληροτεμαχίων) είχε ήδη γίνει, άτυπα βέβαια, από το 1952 από τον πατέρα της Δ. και τον πατέρα του ενάγοντος Ευθύμιο.
Στα πλαίσια δε των συνεννοήσεών τους αυτών και λόγω και των καλών συγγενικών σχέσεων που διατηρούσαν (είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρώτος των εναγομένων Π. Μ. φιλοξενείτο στο σπίτι του Β. Μ., αδελφού του ενάγοντος, όταν ερχόταν στα ..., όπως κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης και σύζυγος του Β. Μ.), το επίδικο οικόπεδο εμβαδομετρήθηκε εκ νέου και βρέθηκε να έχει επιφάνεια 630 τ.μ., στη συνέχεια δε συμφωνήθηκε να χωριστεί σε δύο ίσα τμήματα, παρά το γεγονός ότι ο ενάγων είχε μαζί με το μερίδιο της αδελφής του τα 8/12 (ή 2/3) αυτού.
Συντάχθηκε δε για το λόγο αυτό το από μηνός Δεκεμβρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Ι. Γ., που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων. Στο τοπογραφικό αυτό το επίδικο ακίνητο είναι χωρισμένο σε δύο τμήματα, και συγκεκριμένα, το τμήμα I, εμβαδού 315 τ.μ. το οποίο είναι στο νότιο μέρος του οικοπέδου και το τμήμα II, εμβαδού επίσης 315 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο βόρειο μέρος του οικοπέδου και στο οποίο περιλαμβάνεται και η πετρόκτιστη οικία του πατέρα των εναγομένων Δ.
Μ.. Παρά τη συμφωνία τους, όμως, σχετικά με τη διανομή του επιδίκου οικοπέδου δεν ολοκληρώθηκε τυπικά η συμφωνία της διανομής του με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, όπως και η διανομή των αγροτικών κληροτεμαχίων, καθώς, στο μεταξύ απεβίωσε στις 17- 1-1987 ο πατέρας των εναγομένων Δ. Μ., με αποτέλεσμα να ματαιωθούν οι σχετικές διαδικασίες.
Αποδείχθηκε περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ότι η Α. Μ. του Λ., χήρα Χ. Π., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε καταστεί συγκυρία του επιδίκου οικοπέδου σε ποσοστό 2/12 εξ αδιαιρέτου ως κληρονόμος του πατέρα της Λ. Μ., απεβίωσε στις 17-4-1982 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον υιό της Γ. Π.. Ο τελευταίος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά της μητέρας του δυνάμει της με αριθμό .../12-7-1990 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Αικατερίνης Καλλικρατίδου - Τσικνιά, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (στον τόμο 964, με α.α. 36) και έτσι κατέστη συγκύριος του επιδίκου ακινήτου κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου (2/12 ή 1/6).
Αμέσως δε μετά, με την .../12-7-1990 πράξη δωρεάς εν ζωή της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα αυτά ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο 964, με α.α. 37, ο Γ. Π. μεταβίβασε λόγω δωρεάς το ποσοστό της. συγκυριότητας του στο επίδικο ακίνητο (1/6 εξ αδιαιρέτου), στη Δ. Σ., συζ. Β. Μ. (αδελφού του ενάγοντος).
Η τελευταία, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../4-12-2007-συμβολαίου της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα αυτά ως άνω βιβλία μεταγραφών (στον τόμο ..., με α.α. …) μεταβίβασε στον ενάγοντα λόγω δωρεάς το ποσοστό της συγκυριότητάς της στο επίδικο οικόπεδο και έτσι ο ενάγων κατέστη συγκύριος αυτού κατά το ποσοστό αυτό ήτοι κατά τα 2/12.
Επίσης, ο Ε. Μ., με την από 20-4-1979 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε στα υπ’ αριθμ. 479/2007 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατέλειπε στον ενάγοντα υιό του, μεταξύ των άλλων και το μερίδιο του "από ένα οικόπεδο που βρίσκεται κοντά στην εκκλησία του ..., που ήταν κτισμένο το πατρικό στη ...", δηλαδή το μερίδιο των 6/12 της συγκυριότητας που είχε στο επίδικο οικόπεδο.
Ο ενάγων αποδέχθηκε την επαχθείσα δυνάμει της ανωτέρω διαθήκης κληρονομιά του πατέρα του, με την .../28-9-2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (στον τόμο ..., με α.α. …) και έτσι κατέστη κύριος του επιδίκου οικοπέδου σε ποσοστό 8/12 εξ αδιαιρέτου.
Οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι, ισχυρίστηκαν ότι η ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη δεν είναι γνήσια του Ε. Μ., αλλά ότι είναι πλαστή, κατονόμασαν δε ως πλαστογράφο τον αδελφό του ενάγοντος Β. Μ.. Για το λόγο αυτό, με την 259/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και ορίστηκε ως πραγματογνώμονας η Χ.
Σ., δικαστική γραφολόγος, προκειμένου να γνωμοδοτήσει για την πλαστότητα ή μη της ως άνω διαθήκης, για το αν δηλαδή το κείμενο και η υπογραφή της διαθήκης ανήκουν στο Ε. Μ. ή σε τρίτο. Τέθηκαν δε στη διάθεση της πραγματογνώμονας το πρωτότυπο της διαθήκης και ως συγκριτικό υλικό δύο ληξιαρχικές πράξεις γέννησης με την υπογραφή του Ε.
Μ., οι οποίες συντάχθηκαν η μεν πρώτη το έτος 1948, η δε δεύτερη το έτος 1951. Δεν τέθηκε δηλαδή στη διάθεση της οποιοδήποτε γραπτό κείμενο του Ε. Μ.. Η πραγματογνώμονας, με την 11-9-2013 σχετική της έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "Η από 20-4-1979 ιδιόγραφη διαθήκη, που αποδίδεται στον Ε. Μ. του Λ., η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθμ. 479/2007 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων είναι, κατά υψηλή πιθανολόγηση, που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, πλαστή.
Δεν συντάχθηκε, δεν χρονολογήθηκε και δεν υπογράφηκε από τον φερόμενο ως διαθέτη Ε. Μ., αλλά από τρίτο άτομο". Η ίδια, όμως, η πραγματογνώμονας, παρά τη βεβαιότητα την οποία εκφράζει με το πόρισμά της ως προς την πλαστότητα της διαθήκης, αναφέρει σχετικά στην αρχή της έκθεσής της τα ακόλουθα: "Το συγκριτικό γραφολογικό υλικό δυστυχώς δεν κρίνεται πρόσφορο τόσο από πλευράς ποσοτικής επάρκειας όσο και ποιοτικής καταλληλότητας, καθώς:
δεν περιλαμβάνει γραφή και αριθμογραφές του Ε. Μ., παρά μόνο δύο υπογραφές του, οι οποίες, όχι μόνο δεν είναι πλησιόχρονες της υπό κρίσιν υπογραφής (1979), αλλά απέχουν η πρώτη (1948) τριάντα ένα (31) χρόνια και η δεύτερη (1951) είκοσι οκτώ (28) χρόνια. Δεν βρίσκονται επίσης στο πρωτότυπο, αλλά σε φωτοαντίγραφα. Πρόκειται, όμως για αδιαμφισβήτητης γνησιότητας και βεβαίας χρονολογίας υπογραφές του, καθώς βρίσκονται σε επίσημα έγγραφα.
Μετά τα παραπάνω, το συμπέρασμα θα διατυπωθεί με επιφύλαξη και όχι με βεβαιότητα". Έτσι, η έκθεση αυτή εμφανίζεται ως αντιφατική, αφού η πραγματογνώμονας, ενώ αναφέρει σχετικά στην αρχή της έκθεσής της ότι το συγκριτικό υλικό είναι φτωχό και όχι πρόσφορο και ότι για το λόγο αυτό το συμπέρασμα θα διατυπωθεί με επιφύλαξη, στο τέλος καταλήγει να εκφράζει τη γνώμη της για την πλαστότητα της διαθήκης με βεβαιότητα, χωρίς μάλιστα να προκύπτουν από την έκθεση τα στοιχεία εκείνα με βάση τα οποία η πραγματογνώμονας καταλήγει σε τέτοιο βαθμό βεβαιότητας.
Επίσης, όπως επισημαίνει ο διορισθείς κατά το άρθρο 392 ΚΠολΔ τεχνικός σύμβουλος του ενάγοντος Π. Τ., δικαστικός γραφολόγος, στην από 29-11-2013 έκθεσή του, το συμπέρασμα της πραγματογνώμονος είναι κατά τη γνώμη του λανθασμένο και επιστημονικά ατεκμηρίωτο, καθώς η πραγματογνώμονας δεν είχε στη διάθεσή της το από την επιστήμη απαιτούμενο ποιοτικά κατάλληλο και ποσοτικά επαρκές δειγματικό υλικό γραφής και υπογραφών του διαθέτη.
Ότι ειδικότερα, η πραγματογνώμονας δεν είχε κανένα δείγμα γραφής του διαθέτη, ενώ διέθετε μόνο δύο υπογραφές του και μάλιστα σε φωτοαντίγραφο, των ετών 1948 και 1951 (ημερομηνία διαθήκης 20-4-1979). Ότι, επίσης, δεν διέθετε κανένα στοιχείο σχετικά με την εξέλιξη της γραφής και υπογραφής του διαθέτη, που κατά την επιστήμη της γραφολογίας εμφανίζεται μετά την ηλικία των 55 ετών και διαφοροποιείται, και μάλιστα με ραγδαίο ρυθμό ανάλογα με την πορεία της υγείας του ανθρώπου και με την ηλικία του.
Σημειωτέον ότι ο Ε. Μ. το έτος 1979 ήταν ηλικίας 73 ετών, ως γεννηθείς το 1906. Καταλήγει δε ο εν λόγω τεχνικός σύμβουλος στο συμπέρασμα ότι είναι επιστημονικά άτοπο και επικίνδυνο να προσπαθήσει ο δικαστικός γραφολόγος να εξαγάγει γραφολογικό συμπέρασμα με αυτό το δειγματικό υλικό και ότι με τα δεδομένα αυτά η πραγματογνώμονας όφειλε να αρνηθεί να ενεργήσει, πραγματογνωμοσύνη.
Ενόψει όλων των ανωτέρω το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η διορισθείσα πραγματογνώμονας κρίνεται επισφαλές και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί βάσιμα υπόψη για την απόδειξη της πλαστότητας της από 20-4-1979 ιδιόγραφης διαθήκης. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο μεν ενάγων προσκομίζει την από 15-11-2013 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Μ. - Μ.
Κ., η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα με την έκθεσή της ότι η ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να πιστοποιηθεί ως γνήσια σε βαθμό πιθανολόγησης, ενώ οι εναγόμενοι προσκομίζουν την 19-9-2011 βεβαίωση γραφολογικής διερεύνησης της δικαστικής γραφολόγου Λ. Α. Α., η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στην ιδιόγραφη διαθήκη δεν είναι γνήσια.
Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, η ένσταση πλαστότητας της από 20-4-1979 ιδιόγραφης διαθήκης του Ε. Μ. πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Αποδείχθηκε, περαιτέρω ότι τον Αύγουστο του 2006, οι εναγόμενοι άρχισαν εργασίες για την κατασκευή βόθρου στο επίδικο οικόπεδο, χωρίς να ενημερωθεί προηγουμένως ο ενάγων, ο οποίος αναγκάστηκε να προσφύγει με τον αδελφό του Β.
στην αρμόδια Πολεοδομία, με αποτέλεσμα να σταματήσουν οι εργασίες αυτές. Επίσης, λίγους μήνες πριν, η εκ των εναγομένων Α. Μ. δεν επέτρεψε στον ενάγοντα να εισέλθει στο οικόπεδο και να το εμβαδομετρήσει εκ νέου με πολιτικό μηχανικό. Με τις ενέργειές τους αυτές αμφισβήτησαν τη συγκυριότητα του ενάγοντος στο οικόπεδο και τον απέβαλαν από αυτό, ενώ παράλληλα γνωστοποίησαν με τον τρόπο αυτό έμπρακτα για πρώτη φορά την απόφασή τους να νέμονται αποκλειστικά οι ίδιοι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο.
Επομένως και με βάση όλα τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο ακίνητο και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά τους βάσιμους περί τούτου σχετικούς λόγους της έφεσης.
Κατά τα παραπάνω δε εκτιθέμενα ως αποδειχθέντα, διανομή του επιδίκου οικοπέδου το έτος 1952 ή και αργότερα, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα, ενώ, όπως επίσης αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω, οι εναγόμενοι εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να νέμονται ως αποκλειστικοί κύριοι το επίδικο οικόπεδο το έτος 2006".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσία την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίζοντας την κυριότητα του, κατά ποσοστό 8/12 εξ αδιαιρέτου, στο επίδικο ακίνητο (οικόπεδο, με ... της οριστικής διανομής του αγροκτήματος ..., έτους 1952) και υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να του το αποδώσουν, μετά την απόρριψη της ένστασης, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, περί ιδίας κυριότητας (με έκτακτη χρησικτησία) των αναιρεσειόντων ,αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντίθετα.
Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος έγινε συγκύριος του επίδικου ακινήτου, κατά ποσοστό 8/12 εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο τρόπο (με δωρεά, κατά ποσοστό 2/12 εξ αδιαιρέτου, από τη Δ. Μ. το έτος 2007 και με κληρονομική διαδοχή, κατά ποσοστό 6/12 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της από 20/4/1979 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα του Ε.
Μ., την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε νόμιμα, επίσης το έτος 2007) και ότι οι αναιρεσείοντες (κληρονόμοι του Δ. Μ.), οι οποίοι για πρώτη φορά το έτος 2006 εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να νέμονται ολόκληρο το επίδικο αποκλειστικά για λογαριασμό τους, ουδέποτε απόκτησαν την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατόπιν άτυπης διανομής που έλαβε χώρα το έτος 1952 μεταξύ των Ε.
Μ. (πατέρα του αναιρεσιβλήτου) και Δ. Μ. (πατέρα των αναιρεσειόντων). Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974,976-979, 980- 984,994,1113,1884,1033,1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης συγκυριότητας του αναιρεσιβλήτου, κατά ποσοστό 8/12 εξ αδιαιρέτου, στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο και της μη απόκτησης αποκλειστικής κυριότητας σε αυτό των αναιρεσειόντων με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ίδιες πιο πάνω αναιρετικές πλημμέλειες, αναφορικά με το χρόνο και τον τρόπο εκδήλωσης της πρόθεσης των αναιρεσειόντων και του δικαιοπαρόχου τους να νέμονται το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για λογαριασμό τους και με το λόγο που οδήγησε στη μη ολοκλήρωση της άτυπης διανομής αυτού το έτος 1986 είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα που προεκτέθηκαν.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση ότι το Εφετείο, που δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι " δεν είναι λογικό ο Ε. Μ. (ένας απλός και φτωχός κάτοικος ... που είχε τύχει αστικής και αγροτικής αποκατάστασης) να δωρίζει (υπό τις ιδιαίτερα δυσμενείς οικονομικές συνθήκες της περιόδου εκείνης-τέλος δεκαετίας 1940) ένα τόσο μεγάλο οικόπεδο (όπως το επίδικο ακίνητο) στον εξάδελφο του Δ.
Μ. (και ενώ ο ίδιος ήταν πατέρας έξι παιδιών)", εσφαλμένα εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "δεν θα ήταν δυνατόν να παραχωρηθεί στο Δ. Μ. οικόπεδο από την Κοινότητα, διότι δεν θα πληρούσε τις προϋποθέσεις για αστική αποκατάσταση, στην περίπτωση που το επίδικο δεν είχε παραχωρηθεί σε αυτόν μετά από άτυπη διανομή".Η αιτίαση, όμως, αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους για το ότι "ο λόγος που δεν προχώρησαν οι διαδικασίες σχετικά με την υπογραφή των διανεμητηρίων συμβολαίων, ήταν ότι ο Δ.
Μ. παρέμενε αμετακίνητος στην προηγηθείσα άτυπη συμφωνία και διανομή των ακινήτων που είχε λάβει χώρα το έτος 1952 μεταξύ αυτού και του Ε. Μ., με τις οποίες του είχε παραχωρηθεί εξ ολοκλήρου το επίδικο ακίνητο και όχι, όπως εσφαλμένως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι ο Δ. Μ. απεβίωσε στις 17/1/1987, ενώ στην πραγματικότητα αυτός απεβίωσε στις 11/7/1987, δηλαδή 10 ολόκληρους μήνες μετά τις σχετικές διαδικασίες (για την εξώδικη διανομή που ξεκίνησε το έτος 1986), με αποτέλεσμα να απορριφθεί η ένσταση περί ιδίας κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται, ότι ο δι’ αυτής προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ’ αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διαφορετικά των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, οσάκις το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λ.π., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σ’ αυτό, από την εν λόγω δε συνεκτίμηση άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο αναιρεσείων.
Τούτο δε, διότι η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που προέκυψε από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου:
α) της από 2/12/1986 δήλωσης φόρου κληρονομιάς του αναιρεσιβλήτου και των υπολοίπων τέκνων του Ε. Μ. δέχθηκε ότι τα πιο πάνω πρόσωπα "δήλωσαν σε ανύποπτο χρόνο ότι είχαν κληρονομικό δικαίωμα, κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, στο επίδικο ακίνητο από την κληρονομιά του πατέρα τους, αγνοώντας την εποχή εκείνη την ύπαρξη της ιδιόγραφης διαθήκης του τελευταίου" και ότι με βάση την παραπάνω δήλωση δέχθηκε, στη συνέχεια, την ανυπαρξία άτυπης διανομής του επιδίκου κατά το έτος 1952, ενώ από την πιο πάνω δήλωση προέκυπτε ότι οι εν λόγω συγκληρονόμοι δήλωσαν συγχρόνως και το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του του πατέρα τους, κατά ποσοστό 6/12 εξ αδιαιρέτου, στα λοιπά αγροτικά ακίνητα β) της .../1990 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του Γ.
Π. (εξ αδιαθέτου κληρονόμου της μητέρας του Α. Μ.), με την οποία αυτός αποδέχθηκε, κατά ποσοστό 2/12 εξ αδιαιρέτου, την επαχθείσα κληρονομιά, τόσο επί του επιδίκου, όσο και επί των λοιπών(30) αγροτικών ακινήτων και γ) της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Δ. Μ. (πατέρα των αναιρεσειόντων), από την οποία προκύπτει ότι αυτός απεβίωσε στις 11/7/1987 και όχι στις 17/1/1987, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί το Εφετείο στην εσφαλμένη κρίση ότι οι διαδικασίες για την άτυπη διανομή του επιδίκου μεταξύ των διαδίκων κατά το έτος 1986 ματαιώθηκαν, εξαιτίας του θανάτου του Δ.
Μ. και να μη δεχθεί τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι από το έτος 1986 είχε γνωστοποιηθεί εμπράκτως στον αναιρεσίβλητο η βούληση του πατέρα τους να νέμεται το επίδικο ως αποκλειστικός κύριος. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, σχημάτισε την ανωτέρω δικανική του κρίση από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, όπως μάρτυρες και λοιπά έγγραφα που έλαβε υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης αποκλειστικής κυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο και της μη ύπαρξης άτυπης διανομής αυτού μεταξύ των προαναφερόμενων δικαιοπαρόχων των διαδίκων και δεν κατέληξε στην εν λόγω κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, με βάση τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα, κατά το περιεχόμενο τους, ως άνω έγγραφα.
Επομένως ο εξεταζόμενος πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως (ολΑΠ23/2008), τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ολΑΠ 11/ 1982).
Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, όπως ορθά εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την απόκτηση κυριότητας του του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο, κατά ποσοστό 6/12 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της από 20/4/1979 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα του Ε.
Μ. δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αυτοί προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, για την απόδειξη του ισχυρισμού τους περί πλαστότητας της παραπάνω διαθήκης, η οποία δημοσιεύθηκε 22 έτη μετά το θάνατο του εν λόγω κληρονομούμενου, και ειδικότερα α) την από 11/9/2013 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ.
Σ. και β) την από 23/9/2011 μήνυση της δεύτερης των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Ιωαννίνων σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και του αδελφού του Β. Μ. για πλαστογραφία της επίμαχης διαθήκης, με βάση την οποία (μήνυση) αυτοί παραπέμφθηκαν και κηρύχθηκαν ένοχοι για την παραπάνω πράξη ο δεύτερος και για ηθική αυτουργία σε αυτή ο πρώτος, αντίστοιχα, δυνάμει της 4153/2013 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων.
Όπως όμως, προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα μέχρι του πέρατος της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, μεταξύ των οποίων και την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και τα προαναφερόμενα έγγραφα, έστω και αν δεν έγινε ειδική μνεία και αξιολόγηση του υπό στοιχείο (β) πιο πάνω εγγράφου, ενώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο δεν προσκομίστηκε με νόμιμη επίκληση η προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων, την οποία αυτοί επικαλούνται για πρώτη φορά με το αναιρετήριο.
Επομένως, ο έβδομος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3/10/2014 αίτηση των Π. Μ. κ.λ.π. για αναίρεση της 222/2014 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ