25/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 25 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated25/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 25 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 25 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 25/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 7 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. χας Θ. Κ., το γένος Α. και Ν. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Βραχά, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. Τ. του Π., 2. Ο. χας Η. Β., το γένος Π. και Γ. Τ. και 3. Χ. Τ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν ο 1ος μετά, οι 2η και 3ος δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημήτριου Νινόπουλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.6.2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2014 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, καθώς και της υπ’ αριθμ. 124/2008 συμπροσβαλλομένης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12.12.2014 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Διονυσία Μπιτζούνη ανέγνωσε την από 25.9.2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολο της αίτησης αναίρεσης της υπ’ αριθμ. 74/2014 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και της υπ’ αριθμ. 124/2008 συμπροσβαλλομένης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
Σκέφθηκε κατά το νόμο Με την κρινόμενη από 12.12.2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 74/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι στην παρούσα δίκη, Κ. Τ., Ουρανία χα Η. Β. και Χ. Τ. με την από 11.9.2006 αγωγή τους, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του δικογράφου τους, ισχυρίσθηκαν με την κύρια βάση της αγωγής τους, ότι ο πατέρας τους με το .../23.1.2006 συμβολαιογραφικό έγγραφο φέρεται ότι εκμίσθωσε στην εναγομένη, το περιγραφόμενο σ’ αυτήν (αγωγή) τμήμα ακινήτου του μετά του επ’ αυτού ισογείου καταστήματος, για χρονική διάρκεια 20 ετών, αντί ετησίου μισθώματος 380,00 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια (ακίνητο) μαζί με την μεγαλύτερη έκτασή του, με το .../3.3.2006 συμβολαιογραφικό έγγραφο φέρεται ότι πώλησε στην εναγομένη, αντί τιμήματος 116.450,00 ευρώ, ενώ ακολούθως με το .../23.3.2006 συμβολαιογραφικό έγγραφο δωρεάς εν ζωή δώρισε στην εναγομένη την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου μετά της εντός αυτού ισόγειας οικίας, παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία, παραλλήλως δε με το άνοιγμα στις 22.2.2006 του αναφερόμενου στην αγωγή κοινού τραπεζικού λογαριασμού, ποσού 60.245 ευρώ, με συνδικαιούχους τον ίδιο και την εναγομένη και με τον όρο ότι σε περίπτωση του θανάτου ενός από τους δικαιούχους η κατάθεση θα περιέχεται αυτοδικαίως στον επιζώντα δικαιούχο, δώρισε στην εναγομένη ολόκληρο το ποσό της τραπεζικής κατάθεσης, που μέχρι τότε διατηρούσε στην ίδια τράπεζα σε ατομικό του λογαριασμό, πλην όμως, οι ανωτέρω συμβάσεις μίσθωσης και πώλησης είναι εικονικές και καλύπτουν έγκυρη δωρεά εν ζωή της χρήσης του τμήματος και έγκυρη δωρεά εν ζωή της κυριότητας του ακινήτου, αντίστοιχα, ενώ οι εν λόγω καλυπτόμενες σ’ αυτές έγκυρες συμβάσεις δωρεάς εν ζωή, όπως και οι ανωτέρω συμβάσεις δωρεάς της ψιλής κυριότητας της οικίας και του χρηματικού ποσού του τραπεζικού λογαριασμού, το οποίο ανέλαβε εξ ολοκλήρου η εναγομένη, είναι άκυρες, ως αντίθετες στα χρηστά ήθη, λόγω ανηθικότητας, καθ’ ότι ο αποβιώσας πατέρας τους, χήρος από το δεύτερο γάμο του, ο οποίος είχε προσλάβει την εναγομένη, ως οικιακή βοηθό, έναντι αμοιβής, προέβη στις ανωτέρω ανήθικες χαριστικές επιδόσεις για; την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του από αυτήν, η οποία ήταν έγγαμη και αποδέχθηκε τις προτάσεις του για ερωτικές περιπτύξεις, προκειμένου να της μεταβιβάσει την ακίνητη περιουσία και τις τραπεζικές καταθέσεις του, με αποτέλεσμα να συντελεσθεί ο αποκλεισμός αυτών (τέκνων του και του τρίτου αναπήρου από την παιδική ηλικία), από την περιουσία του πατέρα τους, στην οποία μετά και από δύο άλλες μεταβιβάσεις που προέβη σε τρίτους δεν διατηρήθηκε κανένα περιουσιακό στοιχείο. Περαιτέρω, οι ενάγοντες, με την επικουρική βάση της αγωγής τους, ως προς την ανωτέρω σύμβαση μίσθωσης, ισχυρίσθηκαν ότι η σύμβαση αυτή είναι άκυρη ως αισχροκερδής, καθότι η εναγομένη εκμεταλλευόμενη την ανάγκη του υπέργηρου πατέρα τους, επέτυχε να συνομολογηθεί προς όφελος της η σύμβαση μίσθωσης δυνάμει της οποίας αποκόμισε περιουσιακό ωφελήματα, που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία με την παροχή, κατά τα ειδικώς αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά. Εν συνεχεία, με την επικουρική βάση της αγωγής τους, ως προς τις λοιπές συμβάσεις, εξέθεσαν ότι ο πατέρας τους προέβη στις ανωτέρω δωρεές υπό τον όρο (τρόπο) η εναγομένη να τον φροντίζει και να τον περιποιείται, εφ’ όρου ζωής, πλην όμως, αυτή παραβίασε υπαιτίως τον συμφωνηθέντα τρόπο, αφού τον εγκατέλειπε εντός της οικίας αβοήθητο , με αποτέλεσμα να καταπέσει και να τραυματισθεί υποστάς διατροχαντήριο κάταγμα αριστερού μηριαίου, συνεπεία του οποίου σε συνδυασμό με το γεγονός ότι καθυστέρησε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, να αποβιώσει, προς τούτο δε και ανακαλούν, με την άσκηση της αγωγής τους, τις ανωτέρω δωρεές. Με βάση τα προαναφερόμενα, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους, ζήτησαν, κυρίως, α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των συμβάσεων πώλησης και μίσθωσης ως εικονικών, άλλως επικουρικά της τελευταίας ως αισχροκερδούς β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα ως αντίθετων στα χρηστά ήθη ι) της καλυπτόμενης στην εικονική σύμβαση πώλησης, έγκυρης δωρεάς εν ζωή ακινήτου, ιι) της καλυπτόμενης στην εικονική σύμβαση μίσθωσης, έγκυρης δωρεάς εν ζωή της χρήσης τμήματος του ανωτέρω ακινήτου, ιιι) της δωρεάς εν ζωή της ψιλής κυριότητας και ιν) της δωρεάς εν ζωή του ποσού των 60.245 ευρώ. Άλλως, επικουρικώς, αναγνωριζομένης της βασιμότητας της ανάκλησης των ανωτέρω υπό στοιχεία β 1-4 συμβάσεων δωρεών, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αναμεταβιβάσει σ’ αυτούς, κατά το ποσοστό που μετέχουν στην κληρονομιά του αποβιώσαντος, ήτοι κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, τα δωρηθέντα, ως ανωτέρω ακίνητα και σε περίπτωση άρνησής της, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, να καταδικαστεί σε δήλωση βουλήσεως περί αναμεταβίβασης της κυριότητας των ακινήτων και να τους αποδώσει αυτά κατά το ποσοστό τους και τέλος να υποχρεωθεί να καταβάλει στον καθένα από αυτούς, κατά το ποσοστό τους, το συνολικό ποσό των 60.245,00 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς), όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 124/2008 απόφασής του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση αυτής και συγκεκριμένα: α) αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η σύμβαση μισθώσεως καταστήματος επί αγροτεμαχίου, εκτάσεως 1.000τ.μ., καταρτισθείσα με το υπ’ αριθμ. .../2006 συμβόλαιο και ότι καλύπτεται υπό την ανωτέρω εικονική δικαιοπραξία σύμβαση δωρεάς εν ζωή επικαρπίας του προαναφερόμενου ακινήτου, την οποία αναγνώρισε ότι είναι άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, β) αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η σύμβαση πωλήσεως αγροτεμαχίου, εκτάσεως 2651τ.μ., μετά του επ’ αυτού ισογείου κτηρίου, εμβαδού 192,59τ.μ., καταρτισθείσα με το υπ’ αριθμ. .../2006 συμβόλαιο και ότι καλύπτεται υπό την ανωτέρω εικονική δικαιοπραξία σύμβαση δωρεάς εν ζωή της κυριότητας του προαναφερόμενου ακινήτου, την οποία αναγνώρισε ότι είναι άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, γ) αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η σύμβαση δωρεάς εν ζωή της ψιλής κυριότητας μιας ισόγειας οικίας καταρτισθείσα με το υπ’ αριθμ. .../2006 συμβόλαιο ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, και απέρριψε αυτήν ως προς την δωρεά του ποσού των 60.245,00 ευρώ και κατά την κύρια και κατά την επικουρική της βάση. Την ανωτέρω απόφαση προσέβαλαν αμφότερα τα διάδικα μέρη. Το εφετείο (Τριμελές Εφετείο Πατρών), από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.] προκύπτει ότι, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αφού δέχθηκε τις εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους έφεσης εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο πατέρας των εναγόντων, Π. Τ. του Ν., κάτοικος εν ζωή ..., γεννηθείς το έτος 1914 στην ..., απεβίωσε στις 5.5.2006, νοσηλευόμενος στο Γενικό Νοσοκομείο ..., σε ηλικία 92 ετών, συνεπεία καρδιακής ανακοπής, απότοκης διατροχαντηρίου κατάγματος (ΑΡ) ισχύου και αναπνευστικής ανεπάρκειας. Ο ως άνω Π. Τ. από τον πρώτο γάμο του με την Γ. Τ., που απεβίωσε το έτος 1975, απέκτησε τρία τέκνα, ήτοι τους Κ. Τ., Ο. συζ. Η. Β., το γένος Π. Τ. και Χ. Τ., ενάγοντες, που γεννήθηκαν κατά τα έτη 1944, 1946 και 1949, αντιστοίχως. Ο ίδιος, μετά τον ως άνω θάνατο της πρώτης συζύγου του, ήλθε, κατά το έτος 1979, σε δεύτερο γάμο με την Χ. Τ., γεννηθείσα το έτος 1945, που ήταν 31 έτη νεώτερή του, η οποία αποβίωσε το έτος 1999. Οι ενάγοντες έγγαμοι, οι δύο πρώτοι και άγαμος ο τρίτος, ο οποίος από την παιδική του ηλικία, όταν νόσησε από πολιομυελίτιδα, ήταν ανάπηρος, συνταξιούχος τραπεζικός υπάλληλος ο πρώτος, οικοκυρά η δεύτερη, συνταξιούχος του Ο.Γ.Α, λόγω αναπηρίας, ο τρίτος, διέμεναν οι δύο πρώτοι στην πόλη της ..., ο πρώτος, από το έτος 2003, επί της ίδιας οδού της πατρικής οικίας και στην περιοχή της ... ... ο τρίτος, σε μικρό οικίσκο, εντός του ακινήτου, που περιήλθε σ’ αυτόν από την κληρονομιά της μητέρας του. Το έτος 1972 ο Π. Τ. και η πρώτη σύζυγος με το .../6.4.1972 προικοσυμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Χρόνη Χρονόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησαν την προίκα της δεύτερης ενάγουσας, στο χρηματικό ποσό των 10.000,00 ευρώ κατά τον τίτλο σύστασης και 300.000 δρχ. πραγματικά, ο πατέρας της, με τα οποία απέκτησε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα και σε ένα αγροτεμάχιο 800τ.μ., αξίας 40.000 δρχ. στην ... η μητέρα της, παραιτηθείσα της υπολοίπου πατρομητρικής περιουσίας και με τον όρο να καταλογίζονται στη νόμιμη μοίρα της. Μετά τον θάνατο της Γ. Τ., ο σύζυγός της και οι γιοι του, με το .../8.7.1978 συμβολαιογραφικό έγγραφο διανομής ακινήτων του Συμβολαιογράφου ... Ανδρέα Σκανδάμη, διένημαν την κληρονομιαία περιουσία της στην ... ..., από την οποία περιήλθαν στον μεν Π. Τ. τρία αγροτεμάχια εμβαδού 673τ.μ., 338τ.μ. και επτά (7) στρεμμάτων, στον Κ. Τ., δύο αγροτεμάχια εμβαδού 1.026τ.μ. και επτά (7) στρεμμάτων και στον Χ. Τ., ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 2.162τ.μ. Ο Π. Τ. ήταν αυταρχικός έναντι της πρώτης συζύγου του αλλά και των γιων του όταν, κατά τη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας της πρώτης συζύγου του είχε προκαλέσει επεισόδιο σε βάρος του γιου του Χ. για περιουσιακό στοιχείο αυτής αλλά και στον εργασιακό χώρο του γιου του Κ., όταν αυτός διαφώνησε μαζί του για την πώληση ακινήτου, που προερχόταν από την προικώα περιουσία της μητέρας του. Μετά το θάνατο της δεύτερης συζύγου του, με την οποία συμβίωσε επί είκοσι έτη, ο πατέρας των εναγόντων, ηλικίας τότε 85 ετών, διέμενε μόνος του, στην οικία του στην ..., επιθυμώντας να διατηρήσει τη δική του στέγη, αφού βρισκόταν σε γενικά καλή σωματική κατάσταση, μετέβαινε στην αγορά της πόλης και στα καφενεία, όπου επικοινωνούσε με τους γνωστούς του και απασχολούσε οικιακές βοηθούς για την φροντίδα της οικίας του, έχοντας την οικονομική δυνατότητα προς τούτο. Ο ίδιος λάμβανε μεν σύνταξη από τον Ο.Γ.Α. αλλά κατά το παρελθόν, ενόσω ζούσε η δεύτερη σύζυγος του, ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα, εκμεταλλευόμενος, επί εικοσαετία, την επιχείρηση ενοικιαζομένων δωματίων και εστιατορίου, εντός ακινήτου ιδιοκτησίας του, στην παραλιακή περιοχή "...", είχε πόρους από την σημαντικής αξίας ακίνητη αγροτική περιουσία του, προερχόμενη από την πατρική περιουσία και την κληρονομιά της πρώτης συζύγου του, καθώς και αποταμιεύσεις. Κατά το παρελθόν, όταν ο Π. Τ., τέλεσε δεύτερο γάμο με την συνομήλικη των τέκνων του σύζυγό του, οι ενάγοντες δεν συμμετείχαν στο γάμο του, πλην όμως, οι σχέσεις τους δεν κλονίστηκαν. Τα τελευταία έτη, όταν ο πατέρας τους διέμενε μόνος του, οι επισκέψεις των εναγόντων στην οικία του και ιδίως των δύο πρώτων και όσο οι υποχρεώσεις της δεύτερης, που φρόντιζε τον ασθενή από τη νόσο του πάρκινσον σύζυγό της το επέτρεπαν, ήταν αραιές, ενώ ο τρίτος που αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα, επικοινωνούσε μαζί του, παλαιότερα διαμένοντας περιοδικά στην οικία του πατέρα του τον χειμώνα και τα τελευταία έτη, όταν μετέβαινε ο πατέρας του στην "..." και τηλεφωνικά. Οι ενάγοντες, όμως, παρά την έλλειψη της αμεσότητας των καθημερινών επαφών που χαρακτηρίζουν τις αμοιβαίες σχέσεις στοργής, επεδείκνυαν τον ανάλογο σεβασμό στο πρόσωπο του πατέρα, αποδεχόμενοι το χαρακτήρα του, ουδόλως δε στο κοινωνικό περιβάλλον ο Π. Τ. έδειχνε την εικόνα του εγκαταλελειμμένου από τα τέκνα του πατέρα, απεναντίας του δραστήριου γέροντα με τις δικές του επιλογές και τρόπο διαβίωσης. Αλλά και ο Π. Τ. δεν επιδίωκε την συχνή παρουσία των τέκνων στην οικία του, ούτε θέλησε να αναλάβουν οι δύο πρώτοι την φροντίδα του, υπολαμβάνοντας ότι θα επεμβαίνουν στις επιλογές του, ενώ πίστευε ότι η οικονομική του αυτοτέλεια του παρείχε ασφάλεια και γι’ αυτό ήθελε να διατηρεί και να διαχειρίζεται μόνος του την περιουσία του, ενώ, αν και ήταν υπέργηρος, δεν αποδεχόταν την ηλικία του. Την διάθεση του αυτή, να μην υποκύψει στο γήρας, υπαγορευόμενη από το χαρακτήρα του και από την συναισθηματική κατάσταση της ηλικίας του, εκδήλωνε με την επιθυμία της γυναικείας παρουσίας, που αποζητούσε στο πρόσωπο μιας νεώτερης γυναίκας, η οποία θα αποδεχόταν τις ερωτικές προτάσεις του. Ο ίδιος δημοσίευε αγγελίες στην εφημερίδα ότι αναζητούσε οικιακή βοηθό και ανεύρισκε γυναίκες, στις οποίες ανέθετε τη φροντίδα της οικίας του και των καθημερινών αναγκών του. Ωστόσο καμία από τις γυναίκες αυτές, που κατά καιρούς, απασχόλησε δεν παρέμενε στην υπηρεσία του για περισσότερο χρόνο πέραν των ολίγων ημερών, διότι δέχονταν από αυτόν προτάσεις για ερωτικές περιπτύξεις, με την υπόσχεση περιουσιακών παροχών τις οποίες, αφού απέκρουαν αναγκαστικά αποχωρούσαν. Κατά το έτος 2003, μετά από σύσταση του ιατρού Δ. (Σ.) Δ., προσέλαβε την Α. Σ. Δ., σύζυγο Χ. Α., ηλικίας 42 ετών, μητέρα τεσσάρων τέκνων για να του προσφέρει τις υπηρεσίες της οικιακής βοηθού για ορισμένες ώρες ημερησίως, πρωί και απόγευμα, έναντι ποσού 300,0 ευρώ, πλην όμως, μετά τις δύο πρώτες ημέρες εργασίας της και ενώ εκείνη τον βοηθούσε να κάνει μπάνιο άρχισε να προβαίνει σε ερωτικές χειρονομίες και να της μιλά για ιδιαιτερότητες ερωτικής διέγερσης, προτείνοντάς της να δεχθεί να γίνει ερωμένη του, να κοιμάται μαζί του, να της θωπεύει το στήθος και αυτός, με την υπόσχεση ότι θα της μεταβίβαζε όλη την περιουσία του, οπότε αυτή απέκρουσε τις προτάσεις του και αποχώρησε από την οικία του. Στη συνέχεια παραπονέθηκε στον ιατρό, που την είχε συστήσει, ότι η γυναίκα δεν τον πρόσεχε και ότι του έκλεψε την προκαταβολή της αμοιβής της για την εργασία της. Επίσης προτάσεις για ερωτικές περιπτύξεις, έναντι χρηματικών ανταλλαγμάτων, είχε κάνει και σε άλλες οικιακές βοηθούς του, όπως σε γυναίκα Βουλγαρικής υπηκοότητας, στην εργαζόμενη Σ. ηλικίας 35 ετών, στην οποία πρότεινε να κοιμάται μαζί του και να μεταβιβάσει στο ανήλικο τέκνο την περιουσία του, στην καθαρίστρια Φ. Μ. - Κ., ηλικίας 50 ετών, που του είχε συστήσει ο ανηψιός του Χ. Π., στην οποία, όταν καθάριζε της έδειξε το βιβλιάριο καταθέσεων, λέγοντάς της ότι ήθελε γυναίκα για ερωτική του ικανοποίηση. Προγενέστερα και μετά το θάνατο της δεύτερης συζύγου, όταν η ανεψιά του Ο. Τ. σύζυγος Χ. Γ., θυγατέρα του αδελφού του, ηλικίας 44 ετών τότε, τον επισκεπτόταν στην οικία του για να του συμπαρασταθεί, σε μία από τις επισκέψεις της, την ημέρα των Θεοφανείων, που τον συνόδευσε στην οικία του, μετά από γεύμα στην οικία της, άρχισε να βγάζει το παντελόνι του και της ζήτησε να τον αφήσει να προβεί ο ίδιος σε ασελγείς πράξεις ενώ της έκανε πρόταση για ερωτικές συνευρέσεις, υποσχόμενος ότι αν τις αποδεχόταν θα της μεταβίβαζε ολόκληρη την περιουσία του. Στις 14.4.2005, πρωινές ώρες, ο Π. Τ. έπεσε θύμα ξυλοδαρμού από δύο αλλοδαπές Βουλγαρικής υπηκοότητας, τις οποίες δέχθηκε στην οικία του στην ..., η μία από τις οποίες ήταν γνωστή του από το παρελθόν, όταν εργαζόταν στο κατάστημά του. Κατά το συμβάν αυτό τραυματίσθηκε και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο, όπου νοσηλεύθηκε για παρακολούθηση, υποστάς πολλαπλές εκδορές άνω άκρων, εκχύμωση στο αριστερό μάτι και κάκωση αριστερού ημιθωρακίου. Κατά την παραμονή του στο Νοσοκομείο τον συνέδραμαν ο γιος του Κ. και ο εγγονός του Π. Τ.. Το περιστατικό αυτό, που έλαβε δημοσιότητα στον τοπικό τύπο από το αστυνομικό δελτίο, με τις σχετικές αναφορές του παθόντος ότι οι αλλοδαπές του ζήτησαν εργασία στην οικία του και τον λήστεψαν, αφαιρώντας την σύνταξή του από την τσέπη του, αναμεταδόθηκε από τον πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικό σταθμό ..., όπου ο Π. Τ. σε συνέντευξη που παραχώρησε σε δημοσιογράφο του σταθμού και, παρότι αυτός του υπέδειξε να είναι προσεκτικός σε τέτοιου είδους αναφορές, δήλωσε ότι είχε μεγάλη περιουσία και καταθέσεις και αναζητούσε γυναίκα να τον περιποιείται. Η εναγομένη, ηλικίας 63 ετών, καταγόμενη από τον ... ..., έγγαμη με τον Θ. Κ., αγρότη στο επάγγελμα, μητέρα δύο ενηλίκων τέκνων, 44 ετών της μίας κόρης της και 43 ετών του γιου της, κατοίκων Αθηνών, παλαιότερα, κατά τη δεκαετία του 1970 διέμενε με την οικογένειά της στην ..., αλλά από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1980, μετώκησε στην Αθήνα. Στο τέλος του έτους 2002 μίσθωσε οικία στην ... επί της οδού ... και από τον Φεβρουάριο του 2006 νέα οικία στην ίδια πόλη επί της οδού .... Μετά την επάνοδο της στην ... μαζί με το σύζυγο της, από το έτος 2003 περίπου, απασχολήθηκε, ως εργάτρια στο τελάριασμα αγροτικών προϊόντων, στον εργοδότη έμπορο οπωρολαχανικών Π. Β. στην ..., έναντι ημερομισθίου 30,00 ευρώ και από τον Αύγουστο του έτους 2004 επί ένα έτος έως τον Αύγουστο του 2005 μετέβη εκ νέου στην Αθήνα, όπου απασχολήθηκε, ως καθαρίστρια, στο ... Νοσοκομείο, ενώ ο σύζυγος της, παρέμεινε στην .... Η εναγομένη, όταν πληροφορήθηκε - από την ευρεία δημοσιότητα που έλαβε στην κοινωνία της ... η πρόσκληση του Π. Τ. - την αναζήτηση από τον Π. Τ. γυναίκας για την φροντίδα του, σε σύντομο χρόνο μετά το γεγονός τον επισκέφθηκε, εκδηλώνοντας το ενδιαφέρον της για αυτόν, και συμφώνησε μαζί του για την απασχόλησή της, έναντι αμοιβής 300,00 ευρώ μηνιαίως, ανέλαβε, όμως, την περιποίηση του όχι από τον Μάϊο του 2005 αλλά αμέσως μετά την λήξη της εργασίας της στο ... δηλ. από το τέλος του θέρους του έτους 2005 περίπου. Ωστόσο, η εναγομένη, κατά το παρελθόν, δεν είχε απασχοληθεί με την φροντίδα άλλου ηλικιωμένου προσώπου ούτε - όπως ισχυρίζεται - του Π. Τ., κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος του έτους 2003 και επί οκτώ μήνες δηλ. μέχρι το καλοκαίρι του 2004. Το γεγονός αυτό δεν αποδείχθηκε ούτε ο Π. Τ. ήταν εκείνος, που μετά τον τραυματισμό του στις 14.4.2005, κάλεσε τηλεφωνικά την εναγομένη, λόγω της γνωριμίας τους από την προηγούμενη απασχόληση της στον ίδιο, να αναλάβει εκ νέου την περιποίησή του και ενώ η εργασία της στην Αθήνα έληγε στο τέλος του θέρους του 2005. Από τον τελευταίο αυτό χρόνο η εναγομένη, διαμένουσα πλησίον της οικίας του Π. Τ., ανέλαβε την φροντίδα της οικίας του και την προσωπική του περιποίηση, είχε κλειδιά της οικίας του, όπου μετέβαινε αρχικά για λιγότερες ημέρες και στη συνέχεια καθημερινώς τις πρωινές ώρες και μεσημεριανές ώρες, επανερχόμενη τις απογευματινές ώρες, όταν αυτός προετοιμαζόταν για τον βραδινό ύπνο, χωρίς να διανυκτερεύει στην οικία του, παραλλήλως δε φρόντιζε και τον σύζυγό της, που ήταν καρκινοπαθής. Ο πατέρας των εναγόντων, διατηρούσε τις σωματικές του δυνάμεις μέχρι τον τελευταίο χρονικό διάστημα προ του τραυματισμού του, που έλαβε χώρα στις 20.4.2006, οπότε συνεπεία πτώσης του εντός της οικίας του, υπέστη διατροχαντήριο κάταγμα (ΑΡ) ισχύου και αποβίωσε στις 5.5.2006 στο Γενικό Νοσοκομείο ... νοσηλευόμενος από 27.4.2006. Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, που η εναγομένη προσέφερε τις υπηρεσίες της στον πατέρα των εναγόντων, αυτός, προέβη, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως και τον Μάρτιο του 2006, στην κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων, με τις οποίες μεταβίβασε σ’ αυτήν μεγάλο μέρος της ακίνητης περιουσίας του, ενώ το υπόλοιπο, με δύο συμβάσεις πώλησης αγροτεμαχίων, που συνήψε στις 5.10.2005 και 14.4.2006, αντιστοίχως, μεταβίβασε σε τρίτους και την κατέστησε συνδικαιούχο της τραπεζικής του κατάθεσης. Οι ενάγοντες αγνοούσαν ότι ο πατέρας τους είχε καταρτίσει τις επίδικες συμβάσεις, με τις οποίες μεταβίβασε στην εναγομένη περιουσιακά του στοιχεία, ενώ η ίδια όταν έκανε νύξη στον πρώτο των εναγόντων ότι ο πατέρας του ήθελε να της μεταβιβάσει την οικία του, αυτός της υπέδειξε ότι λάμβανε αμοιβή της για την φροντίδα του. Αρχικά, οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν την μεταβίβαση της οικίας του πατέρα τους στην εναγομένη, από την ίδια, με αφορμή την αντίδρασή τους για την καθυστερημένη ειδοποίησή τους από αυτήν για τον τραυματισμό του, η οποία τους ενημέρωσε, μία εβδομάδα αφότου υπέστη το κάταγμα, οπότε, μετά την παρέμβασή τους, έγινε η διακομιδή του στο Νοσοκομείο από την εναγομένη. Συγκεκριμένα ο Π. Τ. στις 23.1.2006, δυνάμει του .../23.1.2006 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ... Ευανθίας Σκανδάμη, συζ. Ν. Γ., μεταγεγραμμένο, στις 25.1.2006 στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στο τόμο ... και αριθμ…., φέρεται να εκμίσθωσε στην εναγομένη, τμήμα ενός μείζονος ακινήτου εμβαδού 2.651,40τ.μ., εμβαδού του τμήματος αυτού 1.000τ.μ., μετά του εντός αυτού ισογείου καταστήματος και ενοικιαζομένων δωματίων, κείμενο στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. ..., οριοθετούμενο γύρωθεν, ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Τ., δυτικά με ακτή θάλασσας, βόρεια με ιδιοκτησία ... και νότια με ιδιοκτησία ... για χρονική διάρκεια είκοσι (20) ετών, αρχομένη από τις 23.1.2006, έναντι ετησίου μισθώματος των 300,00 ευρώ έναντι του συνολικού μισθώματος των 6.000,00 ευρώ (20 έτη Χ 300,00 ευρώ/ετησίως), πληρωτέου του ετησίου μισθώματος στις 23 Ιανουαρίου κάθε μισθωτικού έτους, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την εκμετάλλευση υπάρχοντος εστιατορίου και των ενοικιαζομένων δωματίων, με δικαίωμα της μισθώτριας να υπομισθώνει το μίσθιο. Η ανωτέρω, όμως, επίμαχη σύμβαση μίσθωσης ήταν εικονική και οι δηλώσεις βούλησης όλων των συμβληθέντων σ’ αυτήν (εκμισθωτή, μισθώτριας) δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνον φαινομενικά, αφού οι συμβληθέντες δεν αποσκοπούσαν πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης με το ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο σύμβασης. Συγκεκριμένα η επίμαχη σύμβαση μίσθωσης έγινε χωρίς σοβαρή και σπουδαία πρόθεση των συμβαλλομένων να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της, οι οποίοι κατ’ επίφαση μόνο κατήρτισαν την σύμβαση αυτή, προκειμένου να αποκρυβεί η πραγματική συμφωνία, που ήταν η δωρεά εν ζωή της χρήσης του ακινήτου διότι ούτε ο Π. Τ., κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης ήθελε να παραδώσει τη χρήση του ακινήτου του επί είκοσι έτη έναντι ευτελούς μισθώματος 300,00 ευρώ ετησίως, ήτοι 25,00 ευρώ μηνιαίως, ενώ το πραγματικό και αξιόχρεο μίσθωμα για παρόμοια ακίνητα της ίδιας περιοχής, ανερχόταν σε 1.500,00 ευρώ περίπου μηνιαίως, αφού πρόκειται για ακίνητο σε τουριστική περιοχή που συνορεύει με ακτή θάλασσας, ούτε η εναγομένη, αντίστοιχα, ήθελε να αναλάβει τις σχετικές υποχρεώσεις, από μίσθωση, καταβάλλοντος μίσθωμα. Η κρίση του Δικαστηρίου για τη γνώση και θέληση των συμβληθέντων για την εικονικότητα της σύμβασης μίσθωσης ενισχύεται και από το περιεχόμενο του ίδιου του μισθωτηρίου συμβολαίου, στο οποίο, παρά τον ορισμό του ως άνω μισθώματος σε σχέση με τη μισθωτική αξία του ακινήτου, δεν υπήρχε πρόβλεψη για αναπροσαρμογή του καθ’ όλη τη διάρκεια της 20ετούς μίσθωσης, χρόνος άλλωστε εξαιρετικά μεγάλος, αν ληφθεί υπόψη και η μεγάλη ηλικία (92 ετών) κατά το χρόνο εκείνο του εκμισθωτή. Άλλωστε η εναγομένη, η οποία δεν είχε ασκήσει παρόμοια δραστηριότητα, παρά μόνο εργαστεί σε κουζίνα και ως λαντζέρα, δεν είχε την ετοιμότητα και το κεφάλαιο να λειτουργήσει επιχείρηση εστιατορίου και ενοικιαζομένων δωματίων, ούτε το φερόμενο, ως προκαταβλητέο στις αρχές του μισθωτικού έτους μίσθωμα καταβλήθηκε. Αβασίμως επικαλείται η εναγομένη ότι το συμφωνηθέν ποσό μισθώματος ανταποκρινόταν στη μισθωτική αξία του ακινήτου, αφού το κτήριο ήταν ερειπωμένο και εγκαταλελειμμένο, διότι τέτοια περιστατικά δεν αποδείχθηκαν από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, καθόσον μάλιστα μια τέτοια συμφωνία δεν συνδέθηκε με την ανάληψη της υποχρέωσης από την πλευρά της εναγομένης για την ανακαίνιση της οικοδομής, ώστε να καταστεί δυνατή η λειτουργία των επιχειρήσεων. Αποδείχθηκε, όμως, περαιτέρω ότι κάτω από την εικονική αυτή σύμβαση μίσθωσης υποκρύπτετο σύμβαση δωρεάς εν ζωή της χρήσης του ακινήτου, την οποία και ήθελαν οι συμβληθέντες και είναι έγκυρη, αφού την ήθελαν τα μέρη και περιβλήθηκε τον απαιτούμενο για την εγκυρότητά της τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πατέρας των εναγόντων, στις 3.3.2006, δυνάμει του .../3.3.2006 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου ...ς Ευανθίας Σκανδάμη, συζ. Ν. Γ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στις 9.3.2006, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου ..., στον τόμο 1303 και αρ. 12, φέρεται να πώλησε στην εναγομένη το ως άνω μείζον αγροτεμάχιο, εκτάσεως 2.651τ.μ., μετά του επ’ αυτού ισογείου κτηρίου (καταστήματος), εμβαδού 192,59τ.μ., κειμένου στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ...ς του Δήμου ... Ν. Ηλείας, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο των 1.000τ.μ., αντί τιμήματος, 116.450,00 ευρώ, ισόποσου με την αντικειμενική του αξία. Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στον Π. Τ. με το .../8.1.1946 συμβόλαιο νεμήσεως του άλλοτε Συμβολαιογράφου ... Νικολάου Νικολόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου. Μέχρι το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης αυτής σύμβασης, ο Π. Τ., δεν είχε ενδιαφερθεί να πωλήσει το ακίνητο, που ήταν ένα από τα σημαντικότερης αξίας περιουσιακά του στοιχεία, η αγοραία αξία του οποίου ήταν 250.000,00 ευρώ τουλάχιστον ούτε αναζήτησε υποψήφιους αγοραστές, ενώ ο ίδιος δεν αντιμετώπιζε κάποια ιδιαίτερη ανάγκη, την οποία ήθελε να καλύψει από το τίμημα ενόσω διατηρούσε σημαντικές αποταμιεύσεις ύψους 60.000,00 ευρώ περίπου, είχε πωλήσει πρόσφατα άλλο ακίνητο και οπωσδήποτε, λόγω της ηλικίας του, δεν θα επένδυε το τίμημα ούτε θα αντικαθιστούσε το ακίνητο με άλλο ισάξιο. Από την άλλη πλευρά η εναγομένη δεν είχε αναζητήσει να αγοράσει ακίνητο, προοριζόμενο και για στέγαση επιχείρησης, σαράντα δε ημέρες ενωρίτερα, ο Π. Τ. της είχε δωρίσει τη χρήση τμήματος του ακινήτου, με το εντός αυτού κατάστημα. Η συμφωνία για το τίμημα της πιο πάνω πώλησης μεταξύ των συμβληθέντων δεν ήταν σπουδαία αλλά έγινε φαινομενικά μόνο, εν γνώσει τους για την εικονικότητα αυτή. Από την αναφορά στο σχετικό συμβόλαιο στο οποίο, όπως κατά λέξη αναγράφεται "το οποίο τίμημα τούτο κατέβαλε η αγοράστρια και έλαβε ο πωλητής, προηγουμένως και εκτός της παρουσίας μας, όπως αυτοί δήλωσαν, δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα η καταβολή του φερομένου ως συμφωνηθέντος τιμήματος εκ μέρους της εναγομένης προς τον πωλητή ούτε οι δηλώσεις τους ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Η πώληση αυτή συνεπώς ήταν εικονική και οι δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων σ’ αυτήν (πωλητή αγοράστριας) δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνον φαινομενικά. Αυτό συνάγεται και από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη διέθετε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, το αρκετά σημαντικό ποσό των 116.450,00 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι κατέβαλε με τη μορφή τιμήματος για την πώληση και τη μεταβίβαση σε αυτήν της κυριότητας του ακινήτου. Τούτο δε διότι η εναγομένη κατά το παρελθόν εργαζόταν περιστασιακά και όχι συστηματικά ούτε η ίδια και ο σύζυγος της, αγρότης στο επάγγελμα διέθετε ακίνητη περιουσία, από δε τις περιστασιακές αυτές απασχολήσεις της, είναι πρόδηλο ότι η εναγομένη κάλυπτε μόνο τα έξοδα διαβίωσης της και αδυνατούσε να αποταμιεύει αξιόλογα χρηματικά ποσά, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβεί σε αγορά ακινήτου, σημαντικής αξίας. Ομοίως τη δυνατότητα αυτή δεν διέθετε και ο γιος της εναγομένης Μ. Κ., έμπορος αυτοκινήτων στην ..., πατέρας δύο τέκνων, για τον οποίο επικαλείται ότι κατά κύριο λόγο κατέβαλε το χρηματικό ποσό της αγοράς του ακινήτου, ενδιαφερόμενος να αποκτήσει ο ίδιος το ακίνητο από την ίδια, που θα το μεταβίβαζε μελλοντικά, επειδή αυτός κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, λόγω της διάστασης της έγγαμης συμβίωσής του, δεν ήθελε μέχρι τη λύση του γάμου με διαζύγιο να εμφανίζεται ότι απέκτησε ακίνητη περιουσία, που θα καθίστατο περιουσιακό απόκτημα, το οποίο θα αξίωνε η σύζυγός του. Ωστόσο από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε ότι το παραπάνω ποσό των 116.450,00 ευρώ πράγματι είχε καταβληθεί στον Π. Τ. άμεσα και σε μετρητά, ούτε προσκομίζεται από την εναγομένη κάποια σχετική απόδειξη τραπεζικής ανάληψης του εν λόγω ποσού ή μέρους του, από την ίδια ή τον γιο της, καθόσον δεν νοείται κατοχή ποσού αυτού του ύψους έτοιμου προς διάθεση εκτός πιστωτικού ή τραπεζικού ιδρύματος. Η κατάθεση του, ως άνω, γιου της εναγομένης περί του ότι κατείχε μέρος του ποσού, ήτοι 50.000 ευρώ σε μετρητά από την λειτουργία της επιχείρησης του και δανείστηκε το υπόλοιπο από τους Β. Α., Ν. Τ. και Γ. Λ., δεν κρίνεται πειστική ούτε η κατοχή του ποσού αυτού, κατά τον κρίσιμο χρόνο, προσεπιβεβαιώνεται από την από 14.11.2006 υπογραφόμενη από τον ίδιο και προσκομιζόμενη στο πρωτότυπο "εξοφλητική απόδειξη", στην οποία περιέχεται δήλωσή του περί εξόφλησης απαίτησης του από τον πελάτη του Κ. Κ. από επιταγές του χρονικού διαστήματος από 28.2.2003 έως 30.2.2004, ποσού 39.000,00 ευρώ (μείον δική του οφειλή 2.500,00 ευρώ), καθώς και τις από τα δέκα πέντε φωτοαντίγραφα συναλλαγματικών, αξίας 125.000,00 ευρώ, εκδόσεως Β. Α., και Χ. Β., με αποδέκτρια την εναγομένη και τριτεγγυητή τον γιο της, πληρωτέες, διαδοχικά, κατά το χρονικό διάστημα από 31.12.2006 έως 31.12.2009, για τα οποία δεν προκύπτει η εξόφλησή τους. Αντιθέτως, στο ότι το φερόμενο ποσό του τιμήματος δεν καταβλήθηκε στον Π. Τ. συνηγορεί και το γεγονός ότι κατά το χρόνο του θανάτου του, που επισυνέβη δύο μήνες αργότερα, δεν βρέθηκαν ούτε μετρητά ούτε τραπεζική κατάθεση ανάλογου ποσού, δεδομένου ότι θα ήταν άτοπο να εκτιμηθεί ότι αναλώθηκε από αυτόν. Αποδείχθηκε, όμως, περαιτέρω ότι κάτω υπό την εικονική αυτή σύμβαση πώλησης καλύπτετο σύμβαση δωρεάς εν ζωή, ήτοι μεταβίβασης της κυριότητας του πιο πάνω ακινήτου, εκ μέρους του μεταβιβάζοντος προς την εναγομένη, την οποία και ήθελαν οι συμβληθέντες και είναι έγκυρη, αφού αποδείχθηκε ότι την ήθελαν οι συμβληθέντες και περιβλήθηκε τον απαιτούμενο για την εγκυρότητά τους τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι κατά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης πώλησης, ενεργούσε ως εντολοδόχος του πραγματικού αγοραστή γιου της Μ. Κ., οι οποίοι διατυπώνονται στην προκείμενη περίπτωση, ως αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής περί αναγνώρισης της απόλυτης ακυρότητας της εμφανούς δικαιοπραξίας και εγκυρότητας της υποκρυπτόμενης δεν είναι βάσιμοι. Ακολούθως, στις 23.3.2006, δυνάμει του .../23.3.2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...ς Ευανθίας Σκανδάμη, συζ. Ν. Γ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στις 27.3.2006, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου ...ς, σε τόμο ... και αρ..., ο Π. Τ. προέβη στη δωρεά εν ζωή της ψιλής κυριότητας μιας ισόγειας οικίας, εμβαδού 82τ.μ., κτισμένης επί οικοπέδου εκτάσεως 89τ.μ., κυριότητας του, κειμένου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δημοτικού Διαμερίσματος ...ς του Δήμου ... Ν. Ηλείας, επί της οδού ..., παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα επικαρπίας εφ’ όρου ζωής, η δε εναγομένη αποδέχτηκε την εν λόγω δωρεά. Η αντικειμενική και αγοραία αξία της ψιλής κυριότητας της οικίας ανερχόταν στο ποσό των 37.914,00 ευρώ και αποτελούσε την κατοικία του Π. Τ.. Ακόμη αποδείχθηκε ότι, ο ίδιος στις 20.2.2006 άνοιξε στην Ε.Τ.Ε τον ... κοινό λογαριασμό στην Εθνικής Τράπεζα της Ελλάδος με συνδικαιούχους αυτόν και την εναγομένη και υπό τον όρο ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου εκ των συνδικαιούχων, το υπόλοιπο του λογαριασμού να περιέχεται στον άλλο επιζώντα και με .../21.2.2006 πληρεξούσιο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Ευανθίας Σκανδάμη, συζ. Ν. Γ., έδωσε την εντολή στην εναγομένη να μεταφέρει το ποσό των 60.245,00 ευρώ από τον υπ’ αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό του στην Ε.Τ.Ε (προθεσμιακής κατάθεσης) στον κοινό λογαριασμό. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής, η τελευταία μετέφερε το ανωτέρω ποσό στον υπ’ αριθμ. ... κοινό λογαριασμό της Ε.Τ.Ε με συνδικαιούχους την ίδια και τον μετέπειτα αποβιώσαντα. Με την σύσταση του κοινού λογαριασμού καταρτίσθηκε, ως προς την εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων έγκυρη δωρεά εν ζωή, του ποσού της κατάθεσης από 60.245,00 ευρώ με δωρητή τον Π. Τ., μοναδικό δικαιούχο μέχρι τότε του ποσού της κατάθεσης και δωρεοδόχο την εναγομένη. Η τελευταία με διαδοχικές αναλήψεις της εκταμίευσε και ανέλαβε για λογαριασμό της ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης κοινού λογαριασμού, ο οποίος εξοφλήθηκε στις 8.5.2006 με την είσπραξή από μέρους της του εναπομείναντος τότε υπολοίπου από 1.012,75 ευρώ. Συγκεκριμένα ανέλαβε από το λογαριασμό της Ε.Τ.Ε στις παρακάτω ημεροχρονολογίες τα εξής ποσά ήτοι 1) στις 22.2.2006 το ποσό των 250,00 ευρώ, 2) 23.2.2006 το ποσό των 6.000,00 ευρώ, 3) στις 24.2.2006 το ποσό των 8.000,00 ευρώ, 4) στις 3.3.2006 το ποσό των 10.000,00 ευρώ, 5) στις 14.3.2006 το ποσό των 10.000,00 ευρώ 6) στις 21.3.2006 το ποσό των 25.000,00 ευρώ και 7) στις 8.5.2006 το ποσό των 1.012,75 ευρώ. Από τα έγγραφα των ως άνω τραπεζικών λογαριασμών, που χορηγήθηκαν στους ενάγοντες με την 1094/2006 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, καθόσον πιθανολογήθηκε δωρεά του χρηματικού ποσού από τον Π. Τ. προς την εναγομένη, προκύπτει ότι ο πρώτος, ο οποίος κατέθεσε στον ... λογαριασμό ταμιευτηρίου στην Ε.Τ.Ε το ποσό των 60.245,00 ευρώ στις 20.12.2005, αμέσως τοποθέτησε ολόκληρο το ποσό σε προθεσμιακή κατάθεση ενός μήνα, ήτοι από 20.12.2005 μέχρι 20.1.2006 χωρίς να αφήσει, εκτός προθεσμίας, κάποιο ποσό προς άμεση ανάληψη ενώ μέχρι το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού ανέλαβε μόνο τα ποσά των τόκων από 96,00 και 94,00 ευρώ στις 20.1.2006 και 20.2.2006 και όχι τέτοιου ύψους ποσά, που να υποδηλώνουν ότι ο λογαριασμός αυτός χρησιμοποιείτο για την κάλυψη των συνηθισμένων δαπανών διαβίωσής του. Επίσης, η μοναδική ανάληψη μικρού ύψους ποσού, που έγινε από την εναγομένη, ήταν αυτή των 250,00 ευρώ κατά την ημέρα μεταφοράς της κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, ενώ οι λοιπές ιδιαίτερα μεγάλου ύψους δεν αφορούν έξοδα διαβίωσης του Π. Τ.. Επιπλέον το ποσό των 1.012,75 που απέμεινε στον λογαριασμό στις 21.3.2006 δεν θα επαρκούσε για την συντήρηση του συνδικαιούχου του λογαριασμού για ικανό χρόνο, εάν ο λογαριασμός προοριζόταν για το σκοπό αυτό. Ενόψει αυτών δεν προέκυψε ότι η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων ήταν σχέση εντολής, βάσει της οποίας ο Π. Τ. όρισε την εναγομένη ως συνδικαιούχο, αναθέτοντας της, απλώς προς διευκόλυνση του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού για τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ’ αυτόν, προκειμένου να αναλαμβάνει αυτή χρηματικά ποσά για να καλύπτει τα έξοδα συντήρησής του. Η κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας δεν προέκυψε από τα αποδεικτικά στοιχεία ούτε από την ενδοιαστική κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης Μ. Τ., συζύγου του πρώτου ενάγοντος ότι ίσως της τα έδωσε για να τον συντηρεί εάν του συμβεί κάτι, διότι η μάρτυρας αναφέρεται στον σκοπό διατήρησης της αποταμίευσης εκ μέρους του Π. Τ.. Άλλωστε η εναγομένη απολογούμενη ενώπιον του Μ.Ο.Δ. Αιγίου, στο οποίο παραπέμφθηκε μετά από μήνυση των εναγόντων για την αξιόποινη πράξη της έκθεσης από την οποία προκλήθηκε ο θάνατος του Π. Τ., ανέφερε ότι το χρηματικό ποσό του λογαριασμού της το έδωσε ο Π. Τ. για να πληρώσει τα έξοδα σύνταξης των μεταβιβαστικών προς αυτήν συμβολαίων και να πραγματοποιήσει εργασίες στην οικία που της μεταβίβασε. Πράγματι δε, όπως προκύπτει από τα συμβολαιογραφικά έγγραφα τα έξοδα αυτά ανέρχονταν στο ποσόν των 20.000 ευρώ τουλάχιστον (δικαιώματα σύνταξης, φόρος μεταβίβασης, έξοδα μεταγραφής, παράσταση δικηγόρων κλπ), ενώ η εναγομένη, μετά το θάνατο του Π. Τ. προέβη σε εργασίες ανακαίνισης της οικίας που περιήλθε σ’ αυτήν και πλήρωσε μόνο και τα έξοδα κηδείας του από 1.000,00 ευρώ. Ομοίως η εναγομένη εξεταζόμενη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ...ς κατά την εκδίκαση της εναντίον της μάρτυρος απόδειξης Μ. Τ. και των δύο πρώτων των εναγόντων μήνυσης για τις πράξεις της ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας, αντιστοίχως, οι οποίοι κρίθηκαν με την 909/4.9.2012 αμετάκλητη απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου αθώοι, κατέθεσε ότι ο Π. Τ. της έδωσε, εκτός από τα ακίνητα και μετρητά 60.000,00 ευρώ. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι τα χρήματα που κατατέθηκαν ανήκαν στον πατέρα των εναγόντων και η σύσταση του κοινού λογαριασμού υπέρ της εναγομένης δεν αποτελεί παρά δωρεά εν ζωή ολόκληρου του ποσού προς αυτήν, που συνήνεσε στη σύστασή της (Α.Κ. 496), η οποία καταρτίσθηκε εγκύρως, με την κατάθεση των χρημάτων στον κοινό λογαριασμό, από τον οποίο και τα απέσυρε η δωρεοδόχος συνδικαιούχος εναγομένη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, ανέλαβε την φροντίδα του υπέργηρου πατέρα των εναγόντων, ο οποίος ηθελημένα διαβίωνε μοναχικά, εποφθαλμιώντας την ακίνητη περιουσία του και τις χρηματικές καταθέσεις του, εκμεταλλευόμενη δε την επιθυμία του να απολαμβάνει ερωτικές περιπτύξεις από νεότερή του γυναίκα, αποδέχθηκε τις ερωτικές προτάσεις του να την θωπεύει στο σώμα και το στήθος, γνωρίζοντας ότι η έλλειψη της καθημερινής και άμεσης επαφής με τα τέκνα του, άφηνε το περιθώριο να μην γίνεται αντιληπτή η συμπεριφορά της, και τον οδήγησε σε πλήρη συναισθηματική εξάρτηση, με αποτέλεσμα να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του και μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, να καταρτίσει τις προαναφερόμενες συμβάσεις δωρεών εν ζωή, υποκρυπτόμενες και εμφανείς, με τις οποίες της δώρισε την ακίνητη περιουσία και τις καταθέσεις του, συνολικής αξίας όλων άνω των 400.000 ευρώ, αποκλείοντας χωρίς κανένα αντικειμενικά επαρκή λόγο τα τέκνα του από την περιουσία του και τα δικαιώματα επ’ αυτής. Για τα περιστατικά των ερωτικών περιπτύξεων βεβαίωσε ενόρκως η Ο. Τ., η οποία, από τις συζητήσεις της με την εναγομένη, που την επισκεπτόταν για να της παραδώσει την άδεια λειτουργίας του καταστήματος στην περιοχή "...", που παλαιότερα λειτουργούσε αυτή, έγινε κοινωνός του επιτηδευμένου σχεδίου βάσει του οποίου η εναγομένη αποδέχθηκε τις ερωτικές περιπτύξεις με τον Π. Τ. και επέτυχε να της δωρίσει τα περιουσιακά του στοιχεία. Το γεγονός ότι ο Π. Τ. είχε απαιτήσεις, εναντίον της Ο. Τ., μισθώτριας του καταστήματος, ύψους 5.770,00 ευρώ πλέον τόκων για την ικανοποίηση των οποίων και σε εκτέλεση της 117/2000 απόφασης του Ειρηνοδικείου ... και της 74/2004 διαταγής πληρωμής της δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., είχε επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της, το έτος 2003 και επαναλάμβανε αυτήν το έτος 2006, δυνάμει της .../2.3.2006 δήλωσης επίσπευσης πλειστηριασμού ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Μαρίας Κούρλου και της .../15.3.2006 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αμαλιάδος Β. Σ. - Κ., δεν αναιρεί την αξιοπιστία της, απεναντίας είναι αποκαλυπτική των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η μεταξύ των δύο γυναικών συζήτηση. Για την γνωριμία και τις επισκέψεις της στην ανηψιά του Π. Τ. καταθέτει και η εναγομένη, χωρίς ωστόσο να αποδέχεται το περιεχόμενο των προσωπικών τους συζητήσεων, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ...ς, το οποίο με την ως άνω 909/4.9.2012 αμετάκλητη απόφασή του κήρυξε αθώα την ενόρκως βεβαιούσα για την πράξη της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας τους δύο πρώτους των εναγόντων. Ομοίως καταθέτει και η μάρτυρας απόδειξης και από την πληροφόρηση της από την ως άνω Φ. Μ., προς την οποία η εναγομένη ανέφερε ότι είχε βρει μια καλή ευκαιρία με τον παππού, η οποία δεν ήταν άλλη γι’ αυτήν παρά μόνο η ανταπόκρισή της στις εκπεφρασμένες, σε περισσότερες γυναίκες, επιθυμίας του γέροντα να προβαίνει σε ερωτικές περιπτύξεις, αποσκοπώντας να της μεταβιβάσει την περιουσία του. Ούτε αναιρούν τον ανήθικο χαρακτήρα των συμβάσεων προς την εναγομένη, τα όσα διατυπώθηκαν στο συμβολαιογραφικό έγγραφο δωρεάς ψιλής κυριότητας της οικίας του Π. Τ. προς την εναγομένη, ότι ο δωρητής εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στην δωρεοδόχο για το λόγο ότι τον περιποιείται και φροντίζει καθημερινά, ανιδιοτελώς και άνευ ανταλλάγματος και ότι αισθάνεται γι’ αυτήν ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη, σε αντίθεση προς τα τέκνα του, τα οποία, τον έχουν εγκαταλείψει πλήρως στην ηλικία που βρίσκεται, καθόσον τέτοια περιστατικά εγκατάλειψης δεν αποδεικνύονται βάσιμα από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο. Εξάλλου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα οι αιτιάσεις που φέρονται ότι έχουν διατυπωθεί από τον Π. Τ. στα προσκομιζόμενα ως ιδιόχειρα σημειώματα αυτού, που είχε στα χέρια της η εναγομένη, σύμφωνα με τα οποία τα δύο τέκνα του, εκτός από τον Χ., επιχείρησαν να τον δηλητηριάσουν με τον καφέ για να κληρονομήσουν την περιουσία του και ότι ανέθεσαν τις αλλοδαπές γυναίκες Βουλγαρικής υπηκοότητας να του επιτεθούν, καθόσον ουδόλως αποδεικνύεται ότι η φερόμενη υπογραφή του ενυπόγραφου ενός σημειώματος ανήκει στον ίδιο. Αναφορικά με τα παράπονα του Π. Τ. εναντίον των τέκνων του δεν είναι αξιόπιστη η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης γιου της εναγομένης, εμπόρου και κατοίκου Αθηνών, ο οποίος δεν είχε λόγο να επισκέπτεται τον γέροντα, που φρόντιζε η μητέρα του, κατά τη διάρκεια των επισκέψεών του στους γονείς του στην ..., καθώς και του ενόρκως βεβαιούντος Α. Δ., στο καφενείο του γιου του οποίου σύχναζε ο Π. Τ., που αναφέρει ότι ο πατέρας των εναγόντων διατύπωνε παράπονα εναντίον τους, ενόσω ο ίδιος κάτοικος ... δεν είχε διαπιστώσει την σχετική εγκατάλειψη ενώ ο ενόρκως βέβαιων Π. Γ., που εξετάσθηκε με επιμέλεια της εναγομένης στις 11.12.2007, ο οποίος είχε συνοδεύσει την κόρη της εναγομένης Θ. Κ., ως υποψήφιος σύζυγός της, σε επίσκεψή τους στην ... τον Φεβρουάριο του 2006, δεν προχώρησε σε κάποια σοβαρή συζήτηση με τον Π. Τ., καθόσον αναφέρει ότι ο τελευταίος του ζήτησε να καλέσει επώνυμο δημοσιογράφο από την … για να διατυπώσει παράπονα κατά των τέκνων του, για τις σχέσεις δε του Π. Τ. με τα τέκνα του είχε πληροφόρηση μόνο από την εναγομένη. Εξάλλου το γεγονός ότι ο Π. Τ., με τα .../5.10.2005 και .../14.4.2006 συμβολαιογραφικά έγγραφα πώλησης της συμβολαιογράφου ...ς Ευανθίας Σκανδάμη, συζ. Ν. Γ., που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, μεταβίβασε σε τρίτους δύο ακίνητά του, ήτοι με το πρώτο ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 6.043τ.μ., στη θέση "..." Δήμου ..., αντικειμενικής αξίας 7.146,00 ευρώ και με το δεύτερο ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 10.317τ.μ., στην ίδια θέση, αντικειμενικής αξίας 13.556,00 ευρώ και κατά πολύ μεγαλύτερης αγοραίας, για την δεύτερη μάλιστα, που έγινε εγγύτερα του θανάτου του, δεν βρέθηκε το εισπραχθέν τίμημα, δεν αναιρεί τον ανήθικο χαρακτήρα των προαναφερόμενων δωρεών προς την εναγομένη. Άλλωστε ο Π. Τ. μεταβίβασε επιπλέον στην εναγομένη με το .../27.1.2006 συμβολαιογραφικό έγγραφο πώλησης της συμβολαιογράφου ... Ευανθίας Σκανδάμη, συζ. Ν. Γ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, το, μη επίδικο, ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 322τ.μ. μετά της εντός αυτού παλαιάς οικίας, εμβαδού 42τ.μ. που βρίσκεται στην "..." Δήμου ..., αντικειμενικής αξίας 1.835,00 ευρώ, σύμβαση την οποία οι ενάγοντες δεν προσέβαλαν, ως άκυρη, επειδή γνώριζαν ότι ο πατέρας τους είχε υποσχεθεί να το μεταβιβάσει στους κληρονόμους της αδελφής του Σ. Ζ. και το οποίο, όπως πράγματι διαπίστωσαν εκ των υστέρων, είχε ήδη μεταβιβάσει, στο παρελθόν, με το .../19.9.1956 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Ιωάννου Φάσσου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στην αδελφή του Σ. Ζ.. Ενόψει των εν γένει συνθηκών και περιστάσεων που προαναφέρθηκαν, υπό τις οποίες καταρτίσθηκαν διαδοχικά οι συμβάσεις των δωρεών και συγκεκριμένα της αθέμιτης εκμετάλλευσης από την εναγομένη του προσώπου του υπέργηρου πατέρα των εναγόντων, με την αποδοχή των προτάσεών του για ερωτικές περιπτύξεις τους και της συνεπεία αυτών συναισθηματικής εξάρτησης και απόλυτης εμπιστοσύνης που επέδειξε σ’ αυτήν, οι συμβάσεις δωρεών, υποκρυπτόμενες και εμφανείς, διότι είναι αντίθετες προς τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με χρηστότητα και σωφροσύνη. Κατά τις αντιλήψεις αυτές δεν θεωρείται ηθική η διάθεση η διάθεση περιουσιακών στοιχείων με αντάλλαγμα την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας. Επομένως, με δεδομένο ότι οι ενάγοντες δικαιολογούν και αποδεικνύουν επαρκώς το έννομο συμφέρον προς έγερση της αναγνωριστικής αγωγής τους, καθόσον η αιτούμενη αναγνώριση θα διαλευκάνει την υφισταμένη αμφισβήτηση και θα άρει την αβεβαιότητα σχετικά με την ύπαρξη των έννομων σχέσεων και την άσκηση των λοιπών δικαιωμάτων τους, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως προς την κύρια βάση της ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρες, ως εικονικές, οι δικαιοπραξίες μίσθωσης και πώλησης των περιγραφόμενων ως άνω ακινήτων και ότι υπό τις δικαιοπραξίες αυτές καλύπτονται έγκυρες συμβάσεις δωρεάς εν ζωή της χρήσης του ακινήτου και κυριότητας των εν λόγω ακινήτων, αντίστοιχα, οι δε τελευταίες, πρέπει να αναγνωριστούν ότι είναι άκυρες ως αντίθετες στα χρηστά ήθη, όπως άκυρες για τον ίδιο λόγο πρέπει να αναγνωριστούν και η σύμβαση δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας και η δωρεά εν ζωή του χρηματικού ποσού των (60.245,00) ευρώ, που συστήθηκε με την κατάθεσή του στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό.". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, κατά παραδοχή των εφέσεων των εναγόντων - εκκαλούντων και της εναγομένης - εκκαλούσας, καθώς και των προσθέτων λόγων έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά στην ακυρότητα α) της σύμβασης δωρεάς εν ζωή του ποσού των 60.245,00 ευρώ και β) της σύμβασης μίσθωσης και δωρεάς εν ζωή της επικαρπίας αντί της χρήσης του προαναφερόμενου ακινήτου, ακολούθως, κράτησε κατά το μέρος αυτό την υπόθεση, ερεύνησε, εκ νέου, την αγωγή κατά την κύρια βάση της, και την έκανε δεκτή κατά τα προαναφερόμενα. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εναγομένη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι’ αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ι. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα απ’ αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ’ αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ’ αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων. Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ.. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές συνάγεται ότι το Εφετείο, δεν δέχτηκε κενά ή αμφιβολίες, έστω και έμμεσα στις περιεχόμενες στα προαναφερόμενα συμβόλαια δηλώσεις, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις αυτές, οι οποίες δεν είχαν έδαφος εφαρμογής. Ως εκ περισσού ας σημειωθεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρει "..., αφού το δικαστήριο δεν δέχτηκε ούτε εμμέσως ύπαρξη κενών ή αμφιβολίας στις επίμαχες συμβάσεις που εκτίμησε, ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ...". Άλλωστε όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η κρίση αυτή του Εφετείου για την εικονικότητα τόσον της αγοραπωλησίας δυνάμει του με αριθμό .../3.3.2006 συμβολαίου, όσον και της μίσθωσης δυνάμει του με αριθμό .../23.1.2006 συμβολαίου δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων. Αλλ’ ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις άνω διατάξεις το Εφετείο, αφού από κανένα σημείο της αποφάσεως δεν προκύπτει ασάφεια ως προς την ανυπαρξία κενού, καθόσον αφορά τις περιεχόμενες στα ίδια συμβόλαια δηλώσεις.
Συνεπώς, οι λόγοι (πρώτος λόγος κατά το πρώτο μέρος αυτού και δεύτερος λόγος κατά το πρώτο, επίσης, μέρος αυτού) της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τους άνω ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., διότι α] κατά την ερμηνεία των άνω συμβάσεων δεν έλαβε υπόψη την αληθή βούληση του αποβιώσαντος πατέρα των αναιρεσιβλήτων Π. Τ. και β] παρέλειψε να προσφύγει στους ως άνω κανόνες για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας της σχετικής δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων "μολονότι εμμέσως εδέχθη την ύπαρξη ασάφειας και κενού στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων σχετικά με την πρόθεσή τους να συνάψουν αληθώς α) σύμβαση μίσθωσης (εννοεί πωλήσεως) του ακινήτου των 2.651,40τ.μ. και β) σύμβαση μίσθωσης του ακινήτου των 1.000τ.μ. μετά του εντός αυτού ευρισκομένου καταστήματος και ενοικιαζομένων δωματίων", πέραν του ότι είναι αόριστοι, αφού δεν προσδιορίζεται, όπως κατά τα προεκτεθέντα θα έπρεπε, το κενό ή την ασάφεια που υποτίθεται ότι διαπίστωσε το Εφετείο στις συμβατικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στα συμβόλαια .../3.3.2006 και .../23.1.2006 της συμβολαιογράφου ...ς Ευανθίας Σκανδάμη, συζ. Ν. Γ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά το οικείο μέρος τους, διότι στηρίζονται σε ανακριβή προϋπόθεση.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτει ότι, δήλωση βούλησης που εν γνώσει του δηλούντος, δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά είναι εικονική, πάσχουσα ακυρότητα εκ του λόγου αυτού. Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης χωρίς να υπάρχει στο δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος. Υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ διαλαβόν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασής του, που αναφέρεται στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας εν λόγω διατάξεως πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, δεχθείσα τη συνδρομή των απαιτουμένων για την απόδειξη της προταθείσας εικονικότητας των ένδικων συμβάσεων προϋποθέσεων, με τις υποστηρίζουσες τις παραδοχές αυτές ορθές αιτιολογίες.
Συνεπώς, οι λόγοι (πρώτος κατά το δεύτερο μέρος αυτού και δεύτερος κατά το πέμπτο μέρος αυτού) της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένως εδέχθη ως και ουσιαστικά βάσιμο το αίτημα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί εικονικότητας της αγοραπωλησίας του ακινήτου των 2.651,40 τ.μ., καθώς και της συμβάσεως μισθώσεως του ακινήτου των 1.000 τ.μ. μετά του εντός αυτού ισογείου καταστήματος και ενοικιαζομένων δωματίων, θεμελιούμενο επί των διατάξεων του άρθρου 138 παρ. 2 ΑΚ, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελλάσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, που ελέγχονται παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), παρά το νόμο και κατά παράβαση της κρατούσας στην πολιτική δίκη αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.), έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ή την παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 13/1995). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομής προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003). Με τον δεύτερο λόγο κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μέρος αυτού της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 9 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να ανατρέψει τη σύμβαση μισθώσεως του ακινήτου των 1.000 τ.μ., μετά του εντός αυτού ισογείου καταστήματος και ενοικιαζομένων δωματίων του κληρονομουμένου σ’ αυτήν (αναιρεσείουσα), διότι δήθεν αποτελεί δωρεά χρήσεως που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα των αναιρεσιβλήτων κληρονόμων του, α) παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ (άρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), β) έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, αφού έκρινε επί ανύπαρκτης βάσεως αγωγής και έλαβε υπόψη θεμελιωτικά της βάσεως αυτής της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ’ αυτή (άρθρ. 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.) και γ) επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε (άρθρ. 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ.). Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αλλά και η συμπροσβαλλομένη ουδόλως αναφέρονται σ’ αυτήν (διάταξη) αλλά και ούτε την εφάρμοσαν σε σχέση με την εικονική σύμβαση μισθώσεως και την καλυπτόμενη δωρεά εν ζωή της χρήσης του ακινήτου. Η υπό την εικονική μίσθωση καλυπτόμενη δωρεά εν ζωή της χρήσης του εν λόγω ακινήτου δεν ανατράπηκε, ως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1835 ΑΚ, αλλά κρίθηκε άκυρη ως αντιβαίνουσα τα χρηστά ήθη κατ’ άρθρον 178 ΑΚ. Περαιτέρω δεν έλαβε υπόψη της πράγματα μη προταθέντα, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής αναφέρεται ρητά τόσο η εικονικότητα της μίσθωσης όσο και υπ’ αυτήν καλυπτόμενη δωρεά εν ζωή της χρήσης του ακινήτου. Και τέλος, δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ούτε ανέτρεψε την καλυπτόμενη δωρεά εν ζωή της χρήσης του ακινήτου των 1.000 τ.μ., μετά του εντός αυτού ισογείου καταστήματος και ενοικιαζομένων δωματίων επειδή προσέβαλλε τη νόμιμη μοίρας τους αφού τέτοιο αίτημα δεν είχε υποβληθεί με την αγωγή τους. Επομένως ο εν προκειμένω λόγος καθόλα αυτού τα σκέλη θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 178 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη", ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που επιφέρει ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται από το περιεχόμενο της τελευταίας, ενόψει όχι μεμονωμένως της αιτίας που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίο απέβλεψαν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που τη συνοδεύουν, με τη βοήθεια των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ο χαρακτηρισμός δικαιοπραξίας ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη είναι νομικό ζήτημα, διότι ο νόμος παραπέμπει στα χρηστά ήθη ως σε νομική έννοια και συνεπώς η περί τούτου κρίση υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά. Με τους λόγους (τρίτο, κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρος αυτού, καθώς και πέμπτο) της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ακυρότητα, λόγω αντίθεσής τους προς τα χρηστά ήθη, της δωρεάς εν ζωή της ψιλής κυριότητας του ακινήτου (οικοπέδου με σπίτι στην οδό ..., στην ...) (τρίτος λόγος) παραβίασε: α) τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και των άρθρων 3, 189, 192, 193, 361, 651, 652, 653 και 659 ΑΚ, β) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, γ) τις διατάξεις των άρθρων 1831 και 1835 ΑΚ, της υποκρυπτόμενης σύμβασης δωρεάς εν ζωή της χρήσεως ακινήτου 1.000τ.μ. μετά του εντός αυτού ισογείου καταστήματος και ενοικιαζομένων δωματίων, της υποκρυπτόμενης δωρεάς εν ζωή του ακινήτου 2.651τ.μ., της εμφανούς δωρεάς εν ζωή της ψιλής κυριότητας ενός οικοπέδου με ισόγεια οικία και της δωρεάς εν ζωή του ποσού των 60.245,00 Ευρώ του πατέρα των εναγόντων προς την αναιρεσείουσα (πέμπτος λόγος), παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και των άρθρων 3, 189, 192, 193, 361, 651, 652, 653 και 659 ΑΚ, καθότι ουδόλως εφάρμοσε ή παρέλειψε να εφαρμόσει τις εν λόγω διατάξεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες στον υπαγωγικό συλλογισμό της για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας, των χρηστών ηθών στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο στη συνέχεια (ορθώς) εφαρμόσθηκε, κρίνοντας άκυρες ως αντίθετες στα χρηστά ήθη την υποκρυπτόμενη σύμβαση δωρεάς εν ζωή της χρήσεως ακινήτου 1.000τ.μ. μετά του εντός αυτού ισογείου καταστήματος και ενοικιαζομένων δωματίων, την υποκρυπτόμενη δωρεά εν ζωή του ακινήτου 2.651τ.μ., την εμφανή δωρεά εν ζωή της ψιλής κυριότητας ενός οικοπέδου με ισόγεια οικία και την δωρεά εν ζωή του ποσού των 60.245,00 Ευρώ του πατέρα των εναγόντων προς την αναιρεσείουσα, καθ’ όσον ως κριτήριο της αντίθεσης της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας στις περί ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με φρόνηση και χρηστότητα, χρησιμοποιεί το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν τις δωρεές (υποκρυπτόμενες και εμφανείς) που αφορούν σε ολόκληρη την περιουσία του] υπό τις οποίες καταρτίσθηκαν και συγκεκριμένα "...της αθέμιτης εκμετάλλευσης από την εναγομένη (νυν αναιρεσείουσα - ούσα έγγαμη, ηλικίας 62 ετών και μητέρα δύο ενηλίκων τέκνων) της επιθυμίας του προσώπου του υπέργηρου πατέρα των εναγόντων (νυν αναιρεσιβλήτων) να απολαμβάνει ερωτικές περιπτύξεις από νεότερή του γυναίκα, με την αποδοχή των ερωτικών προτάσεών του να της θωπεύει στο σώμα και το στήθος, γνωρίζοντας ότι η έλλειψη της καθημερινής και άμεσης επαφής με τα τέκνα του, άφηνε το περιθώριο να μην γίνεται αντιληπτή η συμπεριφορά της και της συνεπεία αυτών συναισθηματικής εξάρτησης και απόλυτης εμπιστοσύνης που επέδειξε σ’ αυτήν,... Κατά τις αντιλήψεις αυτές δεν θεωρείται ηθική η διάθεση η διάθεση περιουσιακών στοιχείων με αντάλλαγμα την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας...". Τέλος, ούτε τις διατάξεις του άρθρων 1831 ΑΚ (προσδιορισμός της κληρονομίας) και 1835 ΑΚ (μέμψη αστόργου δωρεάς) παραβίασε, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αλλά και η συμπροσβαλλομένη δεν έκριναν, ούτε εφάρμοσαν τις ως άνω διατάξεις, ούτε επιδίκασαν τέτοιες αξιώσεις ούτε τέλος ανέτρεψαν την δωρεά εν ζωή της ψιλής κυριότητας του ακινήτου (οικοπέδου με σπίτι στην οδό ..., στην ...), σε εφαρμογή των ως άνω διατάξεων τις οποίες άλλωστε ούτε και οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να εφαρμοσθούν. Επομένως όσα αντίθετα προβάλλονται με τον τρίτο, καθόλα τα σκέλη αυτού και πέμπτο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 496 ΑΚ, η παροχή σε κάποιον ενός περιουσιακού αντικειμένου αποτελεί δωρεά αν γίνεται κατά τη συμφωνία των μερών χωρίς αντάλλαγμα, για τη σύστασή της δε απαιτείται (αρθρ.498 παρ.1 Α.Κ.) συμβολαιογραφικό έγγραφο. Περαιτέρω, Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο αυτό λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι’ αυτά. Με τον τέταρτο λόγο κατά το πρώτο μέρος αυτού της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση αφενός παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 496 ΑΚ με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη αυτή στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και αφετέρου διότι παρέλειψε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις. Κατά δε το δεύτερο μέρος αυτού προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση εδέχθη πράγματα αληθή χωρίς απόδειξη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή: τα χρήματα που κατατέθηκαν ανήκαν στον πατέρα των εναγόντων ("...με .../21.2.2006 πληρεξούσιο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Ευανθίας Σκανδάμη, συζ. Ν. Γ., έδωσε την εντολή στην εναγομένη να μεταφέρει το ποσό των 60.245,00 ευρώ από τον υπ’ αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό του στην Ε.Τ.Ε (προθεσμιακής κατάθεσης) στον κοινό λογαριασμό..."), ότι η σύμβαση για το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού έγινε από τον πατέρα των εναγόντων ("...ο ίδιος στις 20.2.2006 άνοιξε στην Ε.Τ.Ε τον ... κοινό λογαριασμό στην Εθνικής Τράπεζα της Ελλάδος με συνδικαιούχους αυτόν και την εναγομένη..."), και ότι με η σύσταση του λογαριασμού αυτού με το παραπάνω ποσό και με τους δύο συνδικαιούχους καταρτίστηκε ως προς την εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων, έγκυρη δωρεά εν ζωή ολόκληρου του ποσού προς αυτήν, την οποία δωρεά αποδέχθηκε αναιρεσείουσα, αφού συνήνεσε στη σύστασή της, από τον οποίο (λογαριασμό) και τα απέσυρε η δωρεοδόχος συνδικαιούχος εναγομένη, ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 496 ΑΚ, καθότι συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Περαιτέρω, δεχόμενη η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα "... με διαδοχικές αναλήψεις της εκταμίευσε και ανέλαβε για λογαριασμό της ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης κοινού λογαριασμού, ο οποίος εξοφλήθηκε στις 8.5.2006 με την είσπραξή από μέρους της του εναπομείναντος τότε υπολοίπου από 1.012,75 ευρώ. Συγκεκριμένα ανέλαβε από το λογαριασμό της Ε.Τ.Ε στις παρακάτω ημεροχρονολογίες τα εξής ποσά ήτοι 1) στις 22.2.2006 το ποσό των 250 ευρώ, 2) 23.2.2006 το ποσό των 6.000 ευρώ, 3) στις 24.2.2006 το ποσό των 8.000 ευρώ, 4) στις 3.3.2006 το ποσό των 10.000 ευρώ, 5) στις 14.3.2006 το ποσό των 10.000 ευρώ 6) στις 21.3.2006 το ποσό των 25.000 ευρώ και 7) στις 8.5.2006 το ποσό των 1.012,75 ευρώ. Από τα έγγραφα των ως άνω τραπεζικών λογαριασμών, που χορηγήθηκαν στους ενάγοντες με την 1094/2006 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., καθόσον πιθανολογήθηκε δωρεά του χρηματικού ποσού από τον Π. Τ. προς την εναγομένη, προκύπτει ότι ο πρώτος, ο οποίος κατέθεσε στον ... λογαριασμό ταμιευτηρίου στην Ε.Τ.Ε το ποσό των 60.245 ευρώ στις 20.12.2005, αμέσως τοποθέτησε ολόκληρο το ποσό σε προθεσμιακή κατάθεση ενός μήνα, ήτοι από 20.12.2005 μέχρι 20.1.2006 χωρίς να αφήσει, εκτός προθεσμίας, κάποιο ποσό προς άμεση ανάληψη ενώ μέχρι το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού ανέλαβε μόνο τα ποσά των τόκων από 96 και 94 ευρώ στις 20.1.2006 και 20.2.2006 και όχι τέτοιου ύψους ποσά, που να υποδηλώνουν ότι ο λογαριασμός αυτός χρησιμοποιείτο για την κάλυψη των συνηθισμένων δαπανών διαβίωσής του. Επίσης, η μοναδική ανάληψη μικρού ύψους ποσού, που έγινε από την εναγομένη, ήταν αυτή των 250 ευρώ κατά την ημέρα μεταφοράς της κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, ενώ οι λοιπές ιδιαίτερα μεγάλου ύψους δεν αφορούν έξοδα διαβίωσης του Π. Τ.. Επιπλέον το ποσό των 1.012,75 που απέμεινε στον λογαριασμό στις 21.3.2006 δεν θα επαρκούσε για την συντήρηση του συνδικαιούχου του λογαριασμού για ικανό χρόνο, εάν ο λογαριασμός προοριζόταν για το σκοπό αυτό. Ενόψει αυτών δεν προέκυψε ότι η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων ήταν σχέση εντολής, βάσει της οποίας ο Π. Τ. όρισε την εναγομένη ως συνδικαιούχο, αναθέτοντας της, απλώς προς διευκόλυνση του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού για τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ’ αυτόν, προκειμένου να αναλαμβάνει αυτή χρηματικά ποσά για να καλύπτει τα έξοδα συντήρησής του. ... Άλλωστε η εναγομένη απολογούμενη ενώπιον του Μ.Ο.Δ. Αιγίου, ... ανέφερε ότι το χρηματικό ποσό του λογαριασμού της το έδωσε ο Π. Τ. για να πληρώσει τα έξοδα σύνταξης των μεταβιβαστικών προς αυτήν συμβολαίων και να πραγματοποιήσει εργασίες στην οικία που της μεταβίβασε. Πράγματι δε, όπως προκύπτει από τα συμβολαιογραφικά έγγραφα τα έξοδα αυτά ανέρχονταν στο ποσόν των 20.000 ευρώ τουλάχιστον (δικαιώματα σύνταξης, φόρος μεταβίβασης, έξοδα μεταγραφής, παράσταση δικηγόρων κλπ) ενώ η εναγομένη, μετά το θάνατο του Π. Τ. προέβη σε εργασίες ανακαίνισης της οικίας που περιήλθε σ’ αυτήν και πλήρωσε μόνο και τα έξοδα κηδείας του από 1.000 ευρώ. Ομοίως η εναγομένη εξεταζόμενη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ...ς ... κατέθεσε ότι ο Π. Τ. της έδωσε, εκτός από τα ακίνητα και μετρητά 60.000 ευρώ.", ορθώς δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ ως προς την εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, την οποία άλλωστε ρητά απέρριψε "... Ενόψει αυτών δεν προέκυψε ότι η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων ήταν σχέση εντολής...". Επομένως όσα αντίθετα προβάλλονται με τον τέταρτο κατά το πρώτο μέρος αυτού, εκ το άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Απορριπτέος επίσης τυγχάνει και ο τέταρτος κατά το δεύτερος μέρος αυτού, εκ το άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε πράγματα ως αληθή χωρίς απόδειξη, αφού κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα αρκεσθείσα σε απλή πιθανολόγηση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως σε σχέση με τη δωρεά εν ζωή των 60.245,00 Ευρώ. Και τούτο διότι η αναφορά της φράσης "... καθόσον πιθανολογήθηκε..." στην προσβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 23ο, σελίδα 2η ) αφορά στην με αριθμό 1094/2006 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και όχι στον τρόπο που σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση το Εφετείο Πατρών, το οποίο, όπως προέκυψε από το σύνολο της αποφάσεως εφάρμοσε τους κανόνες της πλήρους απόδειξης και οδηγήθηκε στο συμπέρασμά του από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση αυτών.
VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 218 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής μπορούν να ενωθούν περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, οι οποίες πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο, εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στο ίδιο άρθρο προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων είναι η μη αντιφατικότητα των αγωγών, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, διατάσσεται, ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως, ο χωρισμός και στην περίπτωση καθ’ ύλην ή κατά τόπον αναρμοδιότητας, εφαρμόζονται τα άρθρα 46 και 47. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει σαφώς, ότι αν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής ενωθούν περισσότερες αιτήσεις, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, του άρθρου 218 Κ.Πολ.Δ., η τοιαύτη σώρευση αγωγών δεν επάγεται απαράδεκτο ή ακυρότητα (ΑΠ 1987/2008 ΕλλΔνη 2010.755, ΑΠ 14/2007, ΑΠ 631/2006 Νόμος), αλλά απλώς διατάσσεται ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός και εάν το δικαστήριο είναι καθ’ ύλην ή κατά τόπον αναρμόδιο, παραπέμπει την ή τις αγωγές στο καθ’ ύλην ή κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο, χωρίς σε καμία περίπτωση, να απορρίπτει την αγωγή ως άκυρη ή απαράδεκτη. Επομένως, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων, διατάξει ή όχι τον χωρισμό των περισσοτέρων αυτών αιτήσεων, δεν παρέχεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. Τέλος με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται τόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών όσο και στην συμπροσβαλλομένη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς η πλημμέλεια της προαναφερθείσας διατάξεως, του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί δεν κήρυξαν απαράδεκτο το δικόγραφο της από 11.9.2006 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, αφού σωρεύονταν σ’ αυτό αγωγή αναγνωρίσεως της συμβάσεως μισθώσεως του ακινήτου ως εικονικής που δήθεν υποκρύπτει δωρεά στη ζωή της χρήσεώς του, και αναγνωρίσεως της ακυρότητας της ίδιας συμβάσεως ως αισχροκερδούς, λόγω της μεταξύ τους, ως εκτιμάται, αντίφασης, όπως τούτο είχε ζητηθεί πρωτόδικα και με λόγο εφέσεως. Ο λόγος αυτός, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν επιφέρει την επικαλούμενη κύρωση, αφού η οριζόμενη από το νόμο συνέπεια είναι ο χωρισμός των τυχόν αντιφατικών αγωγών, ανεξάρτητα από το ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει αντίφαση, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, αυτή δεν έχει αντιφάσεις και δεν παραβιάζει την διάταξη του άρθρου 218 του Κ.Πολ.Δ. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος έκτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Συνακόλουθα όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4045/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.12.2014 αίτηση της Π. χας Θ. Κ., το γένος Α. και Ν. Μ., για αναίρεση της με αριθμό 74/2014 του Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ