25/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated25/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα επίδικα είναι πολύ μακριά, δυτικά της ιδιοκτησίας του X1 (πεθερού του τριτανακόπτοντος), γιαυτά εκδόθηκε η 4561/1978 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 8-3-1939 διεκδικητική αγωγή των καθ' ων κατά του ανωτέρω X1, ο οποίος κατά το έτος 1936 προέβη σε κατάληψη τούτων. Πριν την εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης τα επίδικα δηλώνονταν από τους καθ' ων η τριτανακοπή στη ΔΟΥ Γαλατσίου, με αντίστοιχη καταβολή των φόρων.
Full text
Απόφαση 25 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 25/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ......, 2. ......, 3. ....., 4. ......, και 5. ......, άπαντες εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ...... Οι 1η, 2η, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κόμη και ο 5ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ....., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ...., 2. ...., 3. ..... και 4. ........ Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βογιατζή, ο οποίος δήλωσε ότι η κόρη της 2ης αναιρεσίβλητης, της οποίας ασκούσε την γονική μέριμνα, ..... ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς την δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-1982 αγωγή-ανακοπή του αρχικού διαδίκου ......, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10366/1982 προδικαστική, 7772/1988 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών λόγο αρμοδιότητας, 9093/1990 προδικαστική, 6053/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 7-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι για της κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα,με διάνοια κυρίου, επί συνεχή εικοσαετία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με την ένδικη τριτανακοπή, με αριθ. καταθ.3227/1982, του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο τριτανακόπτων απέκτησε την κυριότητα επί των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, όπως αυτός με την τριτανακοπή ισχυρίσθηκε, διότι οι αναφερόμενοι μάρτυρές του δεν έχουν σαφή και άμεση γνώση των από αυτούς κατατιθεμένων σε σχέση με το ανωτέρω αποδεικτέο θέμα, αλλά αρκούνται σε απλές πληροφορίες και γενικότητες ,τις οποίες άντλησαν είτε από τους καλούντες είτε από τρίτα πρόσωπα, τα οποία δεν κατονομάζουν, χωρίς να έχουν γνώση ούτε της περιοχής όπου τα επίδικα ακίνητα.
Τα επίδικα είναι πολύ μακριά, δυτικά της ιδιοκτησίας του X1 (πεθερού του τριτανακόπτοντος), γιαυτά εκδόθηκε η 4561/1978 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 8-3-1939 διεκδικητική αγωγή των καθ' ων κατά του ανωτέρω X1, ο οποίος κατά το έτος 1936 προέβη σε κατάληψη τούτων. Πριν την εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης τα επίδικα δηλώνονταν από τους καθ' ων η τριτανακοπή στη ΔΟΥ Γαλατσίου, με αντίστοιχη καταβολή των φόρων.
Η επικαλούμενη από τον τριτανακόπτοντα δήθεν από του έτους 1957 άτυπη δωρεά, των επιδίκων, προς αυτόν εκ μέρους του πεθερού του X1 δεν είναι δυνατόν να προσπορίσει σ' αυτόν οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας , με έκτακτη χρησικτησία, ελλείψει του στοιχείου της "διανοία κυρίου νομής" εκ μέρους του, λόγω της ανωτέρω διεκδίκησης των επιδίκων.
Σύμφωνα με τα πιο πάνω , είναι προφανές ότι μέχρι την εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης ,το έτος 1980,δεν ήταν νοητή η ύπαρξη οποιουδήποτε δικαιώματος κυριότητας του τριτανακόπτοντος, που αποκτήθηκε με πρωτότυπο τρόπο. Επομένως, έναντι των καθ' ων, πραγματικών κυρίων και νομέων των επίδικων ακινήτων, γενόμενων τοιούτων παραγώγως και πρωτοτύπως, ο τριτανακόπτων το μόνο που έχει να αντιτάξει κατ' αυτών είναι η προηγούμενη άτυπη δωρεά του έτους 1957 και μάλιστα από τον X1, ο οποίος ουδέποτε υπήρξε κύριος και νομέας αυτών.
Κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε το σε βάρος του τριτανακότποντος ταχθέν θέμα απόδειξης με την προδικαστική απόφαση του Εφετείου, ότι δηλαδή αυτός έγινε κύριος των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, ως ασκών τις σε πραγματικό κύριο και νομέα προσήκουσες διακατοχικές πράξεις επ' αυτού (περίφραξη, εποπτεία, τοποθέτηση αυτοκινήτων και παλαιών ανταλλακτικών) από του έτους 1957 και επί εικοσαετία έκτοτε συνεχώς και αδιαλείπτως χωρίς αμφισβήτηση του δικαιώματός του αυτού από κανένα.
Σε κάθε περίπτωση, αν υποτεθεί ότι αυτός ασκούσε τις στην τριτανακοπή οριζόμενες διακατοχικές πράξεις, τις ασκούσε σε ακίνητα απέναντι των επιδίκων και όχι στα ίδια τα επίδικα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε,ως ουσιαστικώς αβάσιμη, την ένδικη τριτανακοπή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, χωρίς ελλείψεις, αντιφάσεις, ή ενδοιασμούς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα για την έκβαση της δίκης, της μη άσκησης από τον τριτανακόπτοντα διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου επί των επίδικων ακινήτων κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1957 και επί μία εικοσαετία,και, συνακόλουθα, της μη απόκτησης της κυριότητας τούτων με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1045,974ΑΚ τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι τέταρτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ,με τους οποίους προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της συνδρομής ή μη των στοιχείων της διάνοιας κυρίου άσκησης διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου από τον τριτανακόπτοντα, καθώς και ο τρίτος λόγος, από τον αριθ.19 της ως άνω διάταξης, με τον οποίο μέμφεται η πληττόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ταυτότητα του ακινήτου που φέρεται ότι παραχωρήθηκε λόγω άτυπης δωρεάς καθώς και για ενδοιαστικές παραδοχές ως προς το ζήτημα της άσκησης διακατοχικών πράξεων από τον τριτανακόπτοντα επί του επιδίκου.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ,με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες ανάγονται στο ότι ενώ δέχεται ότι ο τριτανακόπτων, ως τρίτος, που δεν ταυτίζεται με τους αρχικούς διαδίκους, δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο (της 4561/1978 απόφασης του Εφετείου Αθηνών),περαιτέρω δέχεται, ότι η ανωτέρω αναφερόμενη άτυπη μεταβίβαση δεν μπορούσε να προσπορίσει σ'αυτόν δικαίωμα κυριότητας επί των επιδίκων, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως αλυσιτελής, καθόσον πλήττει αιτιολογία της απόφασης που εκφέρεται εκ περισσού, αφού υπάρχει άλλη κύρια αιτιολογία, αναφορικά με την μη απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον τριτανακόπτοντα με έκτακτη χρησικτησία, που στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.9ΚΠολΔ,προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε μόνο ως προς την ανωτέρω αναφερόμενη με αριθ. καταθ.3227/1982 τριτανακοπή και άφησε αδίκαστη την με αριθ. καταθ. 6737/1981 ανακοπή, που συνεκδικάσθηκε με αυτήν. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι με αυτή δικάστηκε μόνο η με αριθ.καταθ. 3227/1982 τριτανακοπή, επί της οποίας και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δεν συνεκδικάσθηκε και η ανωτέρω αναφερόμενη με αριθ. καταθ.6737/1981 ανακοπή.
Επειδή, για να είναι παραδεκτός ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. β του ΚΠολΔ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001,λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν διέταξε αποδείξεις για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται, δηλαδή το σφάλμα της απόφασης ως προς τη διατύπωση του θέματος απόδειξης, να προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της;
ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι αυτό έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο της ουσίας δε διέταξε αποδείξεις περί του ζητήματος της γνώσης του τριτανακόπτοντος περί της αντιδικίας των αρχικών διαδίκων, χωρίς όμως περαιτέρω να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 395 του ΚΠολΔ, εφόσον έχει επιτραπεί η απόδειξη με μάρτυρες, επιτρέπεται και η απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια, όπως είναι και οι καταθέσεις μαρτύρων από άλλη δίκη, τις οποίες μπορεί το δικαστήριο να λάβει υπόψη, εκτιμώντας αυτές ελεύθερα, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠολΔ, Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι` αυτό ο νόμος και όχι όταν το δικαστήριο εκτιμά κάποιο αποδεικτικό μέσο ως περισσότερο αξιόπιστο από ένα άλλο ή εσφαλμένως αποδίδει σ' αυτό αποδεικτική αξία κατά τη συναγωγή των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, έλαβε υπόψη, προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, εκτός των άλλων, προς έμμεση απόδειξη, τις καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίες περιέχονται στην με αριθ. 36α/91 ΞΔ εισηγητική έκθεση και δόθηκαν με αφορμή άλλη δίκη.
Επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της ως άνω διάταξης και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, όπως εκτιμήθηκε, κατά μεν το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο το σφάλμα, ότι προσέδωσε στο ως άνω αποδεικτικό μέσο μειωμένη αποδεικτική δύναμη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά δε το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ότι προέβη σε επιλεκτική εκτίμηση ίσης βαρύτητας αποδεικτικών μέσων, ήτοι δεν απέδωσε στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στην ως άνω έκθεση, την δέουσα αποδεικτική αξία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-7-2006 αίτηση αναίρεση των ......, κλπ, κατά της 6053/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ