Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of counterclaim regarding fictitious property transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of a counterclaim alleging a fictitious property transfer. The appellant argued the sale contract was void under Article 174 of the Civil Code, while the appellee maintained the transaction was genuine and supported by tax records. The court found the appellant's arguments baseless and procedurally flawed, confirming the lower court's decision to uphold the validity of the contract.
Legislator headnote
AI generatedArticles 174, 559, 577 of the Code of Civil Procedure; A claim alleging a fictitious contract must be substantiated by specific facts, and a general assertion of invalidity without concrete evidence is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 259 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 259/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία - Παναγιώτα Λιμνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ. του Α., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σακελλαρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 6-7-2022 (αριθμ.καταθ....), αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ.... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη με αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 20-12-2018 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε ότι, δυνάμει νομίμως μεταγεγραμμένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου απέκτησε την κυριότητα του περιγραφομένου αγροτεμαχίου, στο οποίο υπήρχε ισόγειο κτίσμα νομίμως ανεγερθέν, για το οποίο δεν γνώριζε ότι ήταν ήδη μισθωμένο από τη δικαιοπάροχό της-πωλήτρια εταιρεία στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα δυνάμει του από 7-8-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού.
Ειδικότερα, ότι με το τελευταίο (ιδιωτικό συμφωνητικό) είχε συμφωνηθεί η πώληση του ως άνω ακινήτου στον εναγόμενο, ο οποίος για το σκοπό είχε καταβάλει ως προκαταβολή συμφωνηθέντος τιμήματος το ποσό 82.171,69 ευρώ. Επίσης, ότι δυνάμει της από 1-9-2004 σύμβασης χρησιδανείου η δικαιοπάροχος αυτής είχε παραχωρήσει τη χρήση του ακινήτου στον εναγόμενο μέχρι την 31-12-2004, ημερομηνία η οποία είχε συμφωνηθεί ως καταληκτική προθεσμία για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης του ακινήτου.
Ότι, μετά την παρέλευση της ημερομηνίας αυτής ο εναγόμενος παρέμεινε στη χρήση του ακινήτου ως μισθωτής, δυνάμει ρητής πρόβλεψης στο από 7-8-2003 ιδιωτικό, όπως αυτό συμπληρώθηκε με την από 1-9-2004 σύμβαση χρησιδανείου. Συγκεκριμένα, ότι η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για εννέα έτη, ήτοι μέχρι την 31-12-2013 , με μηνιαίο μίσθωμα ποσού των 760,85 ευρώ, ενώ η προκαταβολή των 82.171,69 ευρώ συμψηφίσθηκε με το ποσό της εγγύησης ύψους 2.282,57 ευρώ και με τα μηνιαία μισθώματα από 1-1-2005 έως και 30-9-2013.
Ότι , η ίδια με την αγορά του μισθίου ακινήτου διαρκούσης της μίσθωσης υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εκμισθώτριας και δικαιοπαρόχου της. Ότι, ο εναγόμενος παρέμεινε στο μίσθιο και μετά την συμβατική λήξη της μίσθωσης κατά την 1-1-2014, αρνούμενος να της αποδώσει τη χρήση του και να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2013.
Με βάση το ιστορικό αυτό, μετά το παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να της καταβάλει νομιμότοκα α) το ποσό των 2.282,55 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης και β) το ποσό των 455.651 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης για το διάστημα από 1-1-2014 ήτοι μετά τη συμβατική λήξη της μίσθωσης έως την άσκηση της αγωγής.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή (η αγωγή) έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 7.608,50 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης.
Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 8-10-2019 (με αριθμ. καταθ....) έφεσή του. Επ' αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά αλλά απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, καθιστά την αγωγή αόριστη.
Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή, αν, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 715/2024,ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 413/2017, ΑΠ 515/2016, ΑΠ 491/2015). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Oλ ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 108/2020, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 180/2016, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 34/2015).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της, ελέγχονται, κατά το ίδιο άρθρο 559 αριθμός 14 του αυτού Κώδικα.
Αν το δικαστήριο δεχθεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφό της, σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ' ουσίαν εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 715/2024, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 458/2017).
Ειδικότερα, αναφορικά με τη νομιμοποίηση του διαδίκου (άρθρο 68 του ΚΠολΔ), αυτή απορρέει κατά κανόνα από το νόμο και, κυρίως, από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ή, κάποτε, και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα.
Επομένως, ο λόγος αναίρεσης, ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου, στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποίησης σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή είναι απαράδεκτη και ο λόγος αναίρεσης από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1916/2022, ΑΠ 248/2021, 746/2018, ΑΠ 1595/2014, ΑΠ 1130/2013, ΑΠ 71/2013, ΑΠ 1582/2008).
Ο σχετικός ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως, επίσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 474/2024, ΑΠ 422/2024, ΑΠ 163/2023, ΑΠ 1916/2022, ΑΠ 171/2015).Για το ορισμένο ,δε, του λόγου αυτού πρέπει να διαλαμβάνει το αναιρετήριο τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι ήταν πλήρης, ώστε από την αντιπαραβολή αυτών (παραδοχών και περιεχομένου αγωγής) να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως, επίσης, και ότι ο σχετικός για την αοριστία ισχυρισμός προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή με τις έγγραφες προτάσεις, κατ' άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1060/2020, ΑΠ 851/2017, ΑΠ 765/2008).
Περαιτέρω, μετά την κατάργηση του άρθρου 7 παρ.1 του ν.813/1978 με το άρθρο 3 του ν.1229/1982, αν εκποιηθεί το μίσθιο ακίνητο κατά τη διάρκεια της εμπορικής μίσθωσης, η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στο νέο κτήτορα χωρεί εκ του νόμου και μάλιστα χωρίς τις διατυπώσεις των άρθρων 614 και 615 του ΑΚ, έτσι ώστε ο νέος κτήτορας να υπεισέρχεται, από το νόμο, στη μισθωτική σχέση απεριόριστα και αποκτά για λογαριασμό του τα σχετικά δικαιώματα στην έκταση που τα είχε και ο δικαιοπάροχος του εκμισθωτής (ΟλΑΠ 6/2004, ΑΠ413/2023, ΑΠ 306/2014).
Προκειμένου να χωρήσει κατά τις προηγούμενες διατάξεις υπεισέλευση του νέου κτήτορα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του παλαιού αναφορικά με την εμπορική μίσθωση πρέπει να επέλθει μεταβίβαση του μίσθιου ακινήτου για νόμιμη αιτία και μεταγραφή της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας κατά τα άρθρα 1033, 1192 αριθ. 1, 1194 παρ. 1, 1198 και 1201 ΑΚ και η υπεισέλευση συντελείται από την μεταγραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου .
Η γνώση ή η άγνοια του μισθωτή για την εκποίηση του μισθίου δεν ασκεί επίδραση σχετικά με την επέλευση των αποτελεσμάτων της και δεν απαιτείται για το λόγο αυτό και γνωστοποίηση της στο μισθωτή (ΑΠ 413/2023, ΑΠ306/2014).Για τη θεμελίωση συνεπώς της αγωγής με την οποία ο νέος κτήτορας ασκεί αξιώσεις από τη μίσθωση, πρέπει, εκτός από τα άλλα, να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής και τα πιο πάνω αναγκαία και για την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος περιστατικά, ότι δηλαδή υπεισήλθε από το νόμο στη μισθωτική σχέση, γιατί επήλθε μεταβίβαση του μισθίου για νόμιμη αιτία και μεταγραφή της οικείας μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας (άρθρα 1033, 1192 αρ.1, 1194 παρ.1 και 1198 ΑΚ) (ΑΠ 1158/2020).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (εδ. α), είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.
β). Ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όχι μόνο αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991) αλλά και όταν το δικαστήριο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης του (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1108/2020) αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018).
Περαιτέρω, ως "πράγματα" νοούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της απόφασης που προσβάλλεται.
Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) έφεσης, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπόψη και η παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. "Πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, δεν αποτελούν η (απλή ή αιτιολογημένη) άρνηση της αγωγής ή το περιεχόμενο νομικής διάταξης για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 274/2024, ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 20/2023, ΑΠ 1446/2022,19/2020, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 567/2009).
Ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί, από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες, σχετικές, παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 739/2011).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι παρά το νόμο έκρινε ως ορισμένη την ένδικη αγωγή, παρότι αυτή δεν περιείχε τα στοιχεία της πωλήτριας του ακινήτου, όπως και τα στοιχεία της φερόμενης εκμισθώτριας του ακινήτου με αποτέλεσμα να μην προκύπτει η ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας, αφού η ως άνω παράλειψη οδηγεί σε αδυναμία του δικαστηρίου να διαγνώσει εάν η ενάγουσα υπεισήλθε στην μισθωτική σχέση, παρά την από μέρους του προβολή του σχετικού περί αοριστίας ισχυρισμού, τόσο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και με λόγο έφεσης στο Εφετείο.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Διότι, από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 20-12-2018 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε ότι, δυνάμει νομίμως μεταγεγραμμένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου απέκτησε την κυριότητα του περιγραφομένου αγροτεμαχίου, στο οποίο υπήρχε ισόγειο κτίσμα νομίμως ανεγερθέν, για το οποίο δεν γνώριζε ότι ήταν ήδη μισθωμένο από τη δικαιοπάροχό της-πωλήτρια εταιρεία στον εναγόμενο δυνάμει του από 7-8-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού.
Ειδικότερα, ότι με το τελευταίο (ιδιωτικό συμφωνητικό) είχε συμφωνηθεί η πώληση του ως άνω ακινήτου στον εναγόμενο, ο οποίος για το σκοπό είχε καταβάλει ως προκαταβολή συμφωνηθέντος τιμήματος το ποσό 82.171,69 ευρώ. Επίσης, ότι δυνάμει της από 1-9-2004 σύμβασης χρησιδανείου η δικαιοπάροχος αυτής είχε παραχωρήσει τη χρήση του ακινήτου στον εναγόμενο μέχρι την 31-12-2004, ημερομηνία η οποία είχε συμφωνηθεί ως καταληκτική προθεσμία για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης του ακινήτου.
Ότι, μετά την παρέλευση της ημερομηνίας αυτής ο εναγόμενος παρέμεινε στη χρήση του ακινήτου ως μισθωτής, δυνάμει ρητής πρόβλεψης στο από 7-8-2003 ιδιωτικό, όπως αυτό συμπληρώθηκε με την από 1-9-2004 σύμβαση χρησιδανείου. Συγκεκριμένα, ότι η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για εννέα έτη, ήτοι μέχρι την 31-12-2013 , με μηνιαίο μίσθωμα ποσού των 760,85 ευρώ, ενώ η προκαταβολή των 82.171,69 ευρώ συμψηφίσθηκε με το ποσό της εγγύησης ύψους 2.282,57 ευρώ και με τα μηνιαία μισθώματα από 1-1-2005 έως και 30-9-2013.
Ότι, η ίδια με την αγορά του μισθίου ακινήτου διαρκούσης της μίσθωσης υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εκμισθώτριας και δικαιοπαρόχου της. Ότι, ο εναγόμενος παρέμεινε στο μίσθιο και μετά την συμβατική λήξη της μίσθωσης κατά την 1-1-2014, αρνούμενος να της αποδώσει τη χρήση του και να καταβάλλει τα οφειλόμενα μισθώματα Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2013.Ειδικότερα, ότι με το τελευταίο είχε συμφωνηθεί η πώληση του ως άνω ακινήτου και για το σκοπό αυτό ό εναγόμενος είχε καταβάλει ως προκαταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος το ποσό 82.171,69 ευρώ.
Επίσης, ότι η δικαιοπάροχος αυτής είχε παραχωρήσει τη χρήση του ακινήτου στον εναγόμενο με σύμβαση χρησιδανείου μέχρι την 31-12-2004, ημερομηνία η οποία είχε συμφωνηθεί ως καταληκτική προθεσμία για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης του ακινήτου. Ότι μετά την παρέλευση της ημερομηνίας αυτής ο εναγόμενος παρέμεινε στη χρήση του ακινήτου ως μισθωτής με ρητή πρόβλεψη στο από 7-8-2003 ιδιωτικό, όπως αυτό συμπληρώθηκε με την από 1-9-2004 σύμβαση χρησιδανείου.
Συγκεκριμένα, ότι η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για εννέα έτη, ήτοι μέχρι την 31-12-2013, με μηνιαίο μίσθωμα ποσού των 760,85 ευρώ ενώ η προκαταβολή των 82.171,69 ευρώ συμψηφίσθηκε με το ποσό της εγγύησης ύψους 2.282,57 ευρώ και με τα μηνιαία μισθώματα από 1-1-2005 έως και 30-9-2013. Ότι , η ίδια με την αγορά του μισθίου ακινήτου διαρκούσης της μίσθωσης υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εκμισθώτριας δικαιοπαρόχου της.
Ότι ο εναγόμενος παρέμεινε στο μίσθιο και μετά την συμβατική λήξη της μίσθωσης ήτοι την 1-1-2014 αρνούμενος να της αποδώσει τη χρήση του μέχρι την άσκηση της αγωγής και να καταβάλλει τα οφειλόμενα μισθώματα Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2013. Με βάση το ιστορικό αυτό, μετά το παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να της καταβάλει νομιμοτόκως α) το ποσό των 2.282,55 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης και β) το ποσό των 455.651 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης για το διάστημα από 1-1-2014 ήτοι μετά τη συμβατική λήξη της μίσθωσης έως την άσκηση της αγωγής.
Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων πρότεινε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου , εκτός των άλλων, τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής , για το λόγο ότι δεν αναφέρονται στο δικόγραφό της τα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας. Συγκεκριμένα ότι: α) στο σχετικό μεταβιβαστικό συμβόλαιο δεν αναφέρεται η ένδικη μίσθωση ή η συμφωνηθείσα παραχώρηση της χρήσης σε τρίτο, ούτε η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης από την πωλήτρια στην αντίδικο, β) δεν γίνεται επίκληση της γνωστοποίησης στον ίδιο της μεταβίβασης ,ή της συναίνεσής του, ή τυχόν της εκ των υστέρων έγκρισής του για την επίδικη μεταβίβαση της ενεργούς μίσθωσης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό, εκτιμώντας ορισμένη την αγωγή ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση και εν συνεχεία τη δέχθηκε εν μέρει ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 7.608,50 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης.
Ο εναγόμενος άσκησε έφεση, επαναφέροντας τον ισχυρισμό του περί αοριστίας της αγωγής για το λόγο ότι δεν αναφέρονται στο δικόγραφό της στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας και εκδόθηκε η προσβαλλομένη, με αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας, ομοίως προς το πρωτόδικο δικαστήριο, ορισμένη την αγωγή, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης και εν συνεχεία την έφεση στο σύνολό της.
Ειδικότερα, ως προς το ορισμένο της αγωγής, το Εφετείο, αφού παρέθεσε το ιστορικό της υπόθεσης δέχτηκε τα εξής: "...Με το προεκτεθέν περιεχόμενο, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216§1 ΚΠολΔ στοιχεία, καθόσον σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής που ασκεί εναντίον του μισθωτή, ο νέος κτήτορας του μισθίου ακινήτου αρκεί (ως προς την ενεργητική του νομιμοποίηση), να αναφέρεται σ' αυτό ο νόμιμος τρόπος κτήσης της κυριότητας αυτού κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, χωρίς να απαιτείται να γίνεται επίκληση και κάποιου ιδιαίτερου τρόπου υπεισέλευσής του στη σχέση της εμπορικής μίσθωσης γιατί αυτή επέρχεται εκ του νόμου.
Στην αγωγή, εκτός από τη δικαιοπραξία με βάση την οποία ο νέος κτήτορας απέκτησε την κυριότητα του μισθίου και υπεισήλθε στη θέση του εκμισθωτή, πρέπει να αναφέρεται και η μεταγραφή αυτής. ....
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε όμοια, απορρίπτοντας την ένσταση αοριστίας που πρόβαλε πρωτοδίκως ο εναγόμενος ορθά εφάρμοσε το νόμο και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών -εναγόμενος με τον πρώτο (1°) λόγο της κρινόμενης έφεσής του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.." Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο, αφού, υπό τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, η ένδικη αγωγή, διελάμβανε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σχετική νομική σκέψη, όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία και ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, πέραν του ότι με αυτόν απαραδέκτως προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί περί αοριστίας της αγωγής στηριζόμενοι σε στοιχεία διαφορετικά εκείνων που είχαν προβληθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκαν με λόγο έφεσης.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κρίνοντας τον λόγο έφεσής του και ειδικότερα την ένστασή του περί ακυρότητας του με αριθμό ...
συμβολαίου λόγω εικονικότητας, άλλως λόγω παράβασης των διατάξεων του άρθρου 174 ΑΚ, και απορρίπτοντας αυτόν ως αβάσιμο, διαλαμβάνοντας την αιτιολογία ότι οι ισχυρισμοί του σχετικά με τις προβαλλόμενες πλημμέλειες- ελαττώματα του συμβολαίου είναι νομικά αβάσιμοι, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, όπως κατά λέξη αναφέρει: "ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη νομική βασιμότητα εκάστης πλημμέλειας εξετάζοντας αν αυτή συνιστά λόγο ακυρότητας του επιδίκου συμβολαίου αγοραπωλησίας, κατ άρθρο 174 ΑΚ, ωστόσο, ουδόλως εξέτασε τον ισχυρισμό του περί πολλαπλών ψευδών δηλώσεων των συμβαλλομένων μερών, οι οποίες αποτυπώθηκαν στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο και οδηγούν στην εικονικότητά του κατ'άρθρο 138 ΑΚ.
Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως εξέτασε αν πράγματι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων μερών ήταν η αγοραπωλησία του ακινήτου, η οποία ως γνωστόν συνιστά επαχθή δικαιοπραξία, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος κατέδειξε επανειλημμένως ότι υποκρύπτονταν χαριστική δικαιοπραξία προκειμένου να ματαιωθεί η ικανοποίησης της απαίτησής του".
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, τα ακόλουθα: "...Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση προς την ενάγουσα του επίδικου ακινήτου δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης αγροτεμαχίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Α., που έχει νόμιμα μεταγράφει είναι άκυρη, ως εικονική, λόγω των σημαντικών πλημμελειών και ελαττωμάτων που έλαβαν χώρα κατά την σύνταξη του ανωτέρω μεταβιβαστικού της κυριότητας συμβολαίου, οι οποίες μάλιστα αντίκεινται και στις διατάξεις του άρθρου 174 ΑΚ, και συγκεκριμένα α) ύπαρξη μη αναγραφόμενου στο συμβόλαιο κτίσματος, 300 τ.μ., β) δασικός χαρακτήρας τμήματος του ακινήτου, γ) μη αναγραφόμενα βάρη, δ) αναγραφόμενη μεγαλύτερη έκταση του ακινήτου, ε) μη σύνταξη ισολογισμού εκ μέρους της πωλήτριας εταιρείας, στ) μη προσάρτηση στο συμβόλαιο πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας, ζ) σχέση γειτνίασης μεταξύ της ενάγουσας και των εκπροσώπων της πωλήτριας εταιρείας, που συνεπάγεται ότι η ενάγουσα ήταν οικείο πρόσωπο στους εκκαθαριστές της πωλήτριας εταιρείας.
Ενόψει των ανωτέρω πλημμελειών και παραλείψεων του ανωτέρω συμβολαίου, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι είναι άκυρη ως εικονική η ανωτέρω μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου και συνεπώς δεν επήλθε στην ενάγουσα τόσο η μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου ακινήτου και στη συνέχεια της μισθωτικής σχέσης. Για τον λόγο αυτό λεκτέα τα ακόλουθα: 1) 0 ισχυρισμός του εναγομένου ότι υπάρχει ακυρότητα του ανωτέρω συμβολαίου, λόγω μη αναγραφής σε αυτό του υπάρχοντος κτίσματος, είναι νομικά αβάσιμος και απορριπτέος.
Και τούτο διότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 953 και 954 ΑΚ, τα κτίσματα, ως συστατικά μέρη του ακινήτου δεν μπορούν να αποτελέσουν ξεχωριστό αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος και μεταβιβάζονται μαζί με αυτό. Κατά συνέπεια η μεταβίβαση του ακινήτου αφορά και τα συστατικά του, σε περίπτωση δε παράλειψης αναφοράς τους, ως προς την ακολουθητέα διαδικασία, προβλέπεται η δυνατότητα διόρθωσης ή επανάληψης συμβολαίου.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση το άρθρο 17 παρ. 10 Ν. 1337/1983, ποινή ακυρότητας της σχετικής μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας προβλέπεται στην περίπτωση μεταβίβασης εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου, στο οποίο υφίσταται αυθαίρετη οικοδομή ή κτίσμα. Στην προκειμένη περίπτωση το υφιστάμενο κτίσμα επί του επιδίκου ακινήτου δεν ήταν αυθαίρετο, καθόσον είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. ...
οικοδομική άδεια, η οποία προσκομίζεται. 2) Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι υφίσταται ακυρότητα του επίδικου συμβολαίου, λόγω του δασικού χαρακτήρα μέρους του μεταβιβασθέντος ακινήτου, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα, από το προσκομιζόμενο υπ'αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του δασαρχείου Πάρνηθας, αποδεικνύεται ότι το εκεί απεικονιζόμενο ακίνητο, εμβαδού 4.442,12 τ.μ., για το οποίο υποβλήθηκε σχετικό αίτημα για τον δασικό του χαρακτήρα, δεν είναι δασικό.
Εξάλλου, ο μη δασικός χαρακτήρας του ακινήτου της ενάγουσας αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι αυτό καταχωρίσθηκε στο Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ ..., χωρίς ένδειξη δασικού χαρακτήρα. 3) Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι υφίσταται ακυρότητα του επίδικου συμβολαίου λόγω του ότι δεν αναγράφηκαν στο συμβόλαιο τα υφιστάμενα βάρη του ακινήτου, είναι νομικά αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η παράλειψη αυτή αφορά στις σχέσεις πωλητή και αγοραστή και στην τυχόν ενδοσυμβατική ευθύνη του πρώτου έναντι του δεύτερου για νομικά ελαττώματα του πωληθέντος, πλήν όμως σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.
Σε κάθε, δε, περίπτωση η τυχόν παράλειψη αναφοράς βαρών και διεκδικήσεων δεν σχετίζεται με την εικονικότητα, αλλά οι εγγραφές στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου και ήδη οι εγγραφές στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου αντιτάσσονται έναντι τρίτων. 4) Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι υφίσταται ακυρότητα του επίδικου συμβολαίου, λόγω αναγραφής στο συμβόλαιο μεγαλύτερης έκτασης από την πραγματική του πωληθέντος ακινήτου, είναι νομικά αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι σφάλμα ως προς την έκταση του ακινήτου δεν επιφέρει ακυρότητα του συμβολαίου, ενώ οι τυχόν τρίτοι αληθινοί κύριοι τμημάτων, τα οποία τελικά δεν ανήκαν στον μεταβιβάζοντα ,δύνανται να ασκήσουν τις αγωγές προστασίας της κυριότητας τους. 5) Το τίμημα του επίδικου συμβολαίου καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου κατά τον χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι υπάρχει ακυρότητα του επίδικου συμβολαίου επειδή η πωλήτρια εταιρεία, δεν προέβη σε σύνταξη ισολογισμού και δημοσίευση των οικονομικών της στοιχείων, είναι νομικά αβάσιμος και απορριπτέος, διότι οι εν λόγω επικαλούμενες παραβάσεις εκ μέρους της πωλήτριας εταιρείας επιφέρουν τυχόν διοικητικές φορολογικές και λοιπές κυρώσεις σε βάρος της και σε βάρος των νομίμων εκπροσώπων της, πλην όμως δεν συνιστούν λόγο ακυρότητας του συμβολαίου. 6) Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι επήλθε ακυρότητα του επίδικου συμβολαίου λόγω μη προσάρτησης πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας της πωλήτριας εταιρείας, είναι νομικά αβάσιμος και απορριπτέος.
Και τούτο διότι για τις πράξεις της εκκαθάρισης μιας υπό εκκαθάριση εταιρείας δεν απαιτείτο πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, όπως εξάλλου αναγράφηκε και στο επίδικο συμβόλαιο (βλ. ...), το οποίο μάλιστα μεταγράφηκε νόμιμα στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο. Περαιτέρω η σχέση γειτνίασης της ενάγουσας και των νομίμων εκπροσώπων της πωλήτριας εταιρείας, δεν αποτελεί λόγω εικονικότητας του επίδικου συμβολαίου.
Επιπλέον, ο όλως γενικά αναφερόμενος ισχυρισμός του εναγομένου περί υποκρυπτόμενης σύμβασης, μεταβίβασης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, προς εξασφάλιση απαίτησης, η οποία είναι άκυρη, διότι αυτή δεν προβλέπεται στον νόμο ως νόμιμη αιτία μεταβιβαστική της κυριότητας ακινήτου, που αναφέρει ο εκκαλών στον τέταρτο λόγο της έφεσης, κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στις προτάσεις του κανένα πραγματικό περιστατικό θεμελιωτικό του εν λόγω ισχυρισμού και κυρίως ότι υφίστατο κάποια απαίτηση της ενάγουσας έναντι της πωλήτριας εταιρείας, στην εξασφάλιση της οποίας αποσκοπούσαν.
Σε κάθε δε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος, αφού η εξασφάλιση απαίτησης δεν είναι νόμιμη αιτία μεταβίβασης. Ενόψει όλων των ανωτέρω ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η σύμβαση μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου είναι άκυρη ως εικονική, άλλως λόγω του ότι αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 174.ΑΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ομοίως δεν έσφαλε, αλλά ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του τρίτου λόγου της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα..". Με τις ανωτέρω παρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο ερεύνησε και απέρριψε τον ισχυρισμό-λόγο έφεσης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντα ότι η σύμβαση μεταβίβασης του ακινήτου είναι άκυρη ως εικονική, άλλως λόγω του ότι αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 174 ΑΚ επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που επίσης είχε απορρίψει τον ίδιο ισχυρισμό και, ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, πέραν του ότι είναι απαράδεκτος διότι και κατά τα διαλαμβανόμενα σ'αυτόν, το Εφετείο εξέτασε και απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό του.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-7-2022 (αριθμ.καταθ....) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ.... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ