Legislator Case Law & Legislation
259/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's jurisdiction ruling in maritime debt enforcement case.

Case Number 259/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Piraeus regarding jurisdiction in a maritime debt enforcement case. The lower court incorrectly ruled it lacked jurisdiction over a private law debt underlying a ship auction, despite the debt originating from a private relationship. The Court found the lower court's jurisdictional error fundamental, necessitating a remand to a different judge within the same court for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The court must independently verify if a party's absence was due to a valid jurisdictional objection or a procedural error, and if the lower court erred in declaring itself incompetent when the underlying relationship is private law, the decision must be annulled and remanded.

Keywords

AI generated
maritime debt enforcement jurisdictional error ship auction proceedings private law relationship remand to different judge civil procedure appeal competence of court

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Law 2881/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 259 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 259/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λαγούρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. Ζ. του Π., κατοίκου ..., 3) Χ. Ρ., κατοίκου ..., 4) Η. Ρ., κατοίκου ..., 5) Α. Μ., 6) Ι. Κ., 7) Σ. Γ., κατοίκων ..., 8) Κ. Μ., κατοίκου ..., 9) Α. Χ., 10) Ε. Χ., κατοίκων ..., 11) Σ. Ρ., κατοίκου ..., 12) Β. Ρ., 13) Ν. Ν., κατοίκων ..., 14) Μ. Ρ., κατοίκου ..., 15) Σ. Ρ., κατοίκου ... 16) Β. Μ., κατοίκου ..., 17) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2907/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 558/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/7/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Γ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους απολιπόμενους δεύτερο έως και δέκατο έβδομο αναιρεσίβλητους απλούς ομόδικους (ΑΠ 1026/2010).

Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή, πρέπει, παρά την απουσία τους, η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες ως προς την αναίρεση.

Υπόκειται προς κρίση η από 17-7-2020 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της εκδοθείσας ερήμην των δευτέρου έως και δέκατου εβδόμου των εκεί εφεσιβλήτων νυν αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 558/2018 τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 979 παρ. 1 ΚΠολΔ) του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 10-6-2016 έφεση του εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2907/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει την από 10-10-2012 ανακοπή του κατά του υπ' αριθμ. ... πίνακος κατάταξης ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας. Αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (Ολ.ΑΠ 5/1995).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/1999, ΑΠ 1980/17, ΑΠ 741/17, ΑΠ 313/15).

Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, 475/2019, 741/2017).

Περαιτέρω, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται, από 11-6-1985, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, όταν η υποκειμένη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ ΑΠ 138/1966).

Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 5/1995). ...". Εξάλλου, στα άρθρα 933 επ., 974-980 και 1006 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζονται ο τρόπος και η έκταση ικανοποίησης των δανειστών και η άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, ο οποίος συντάσσεται σε πλειστηριασμό, διενεργούμενο κατά την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία πραγματοποιείται σύμφωνα προς τις διατάξεις του εν λόγω Κώδικα.

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η διαδικασία κατάταξης των δανειστών στον πλειστηριασμό αποτελεί τμήμα της όλης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, οι δε διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την διαδικασία αυτή, περιλαμβανομένων και των διαφορών από τον πίνακα κατάταξης, υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, εφ' όσον η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο αποτελών το θεμέλιο της εκτέλεσης τίτλος, είναι δημοσίου δικαίου.

Άλλως, αν δηλαδή η υποκείμενη σχέση είναι ιδιωτικού δικαίου, οι διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την σύνταξη του πίνακα κατάταξης, υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ασχέτως της ειδικότερης φύσης της απαίτησης, η οποία αναγγέλλεται προς κατάταξη στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, ανεξαρτήτως, δηλαδή, αν η εν λόγω απαίτηση, καθ' εαυτή, προέρχεται από σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, (βλ.

ΣτΕ 297/2011, 3061/2008 και Α.Ε.Δ. 18/93). Εξ άλλου, αν η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται βάσει τίτλου, ο οποίος στηρίζεται σε υποκείμενες ετεροειδείς σχέσεις, δηλαδή τόσο σε σχέσεις δημοσίου, όσο και σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, θα πρέπει να αναζητηθεί η προέχουσα απαίτηση στον εν λόγω τίτλο, δηλαδή εκείνη, η οποία υπερτερεί ποσοτικώς και βάσει αυτής να καθορισθεί τελικώς το δικαστήριο, στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται η διαφορά, δηλαδή το διοικητικό δικαστήριο, όταν η μεγαλύτερη απαίτηση προέρχεται από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, και το πολιτικό δικαστήριο, όταν η μεγαλύτερη αυτή απαίτηση προέρχεται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΣτΕ 5111/2012).

Επομένως, με βάση τα παραπάνω, όταν η αναγκαστική εκτέλεση άρχισε κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ και επί τη βάσει τίτλου αναφερόμενου σε χρηματική απαίτηση προερχόμενη από σχέση ιδιωτικού δικαίου, οι διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την σύνταξη του πίνακα κατάταξης, υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ασχέτως της ειδικότερης φύσης της απαίτησης, η οποία αναγγέλλεται προς κατάταξη στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, ανεξαρτήτως, δηλαδή, αν η εν λόγω απαίτηση, καθ' εαυτή, προέρχεται από σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου (βλ.

Α.Ε.Δ. 18/1993, 23/1999, ΣτΕ 5111/2012). Τούτο, δε, επιβάλλεται χάριν της ενιαίας εκδίκασης όλων των ανακοπών, που ασκήθηκαν στο πλαίσιο της ίδιας εκτελεστικής διαδικασίας κατά του αυτού πίνακα κατάταξης και προς αποφυγή του κατακερματισμού των δικών από την αναγκαστική εκτέλεση μεταξύ δύο δικαιοδοσιών, που λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες (ΑΠ 210/1996 ΔΕΕ1996.999).

Επειδή, εξάλλου, ο ν. 2881/2001 "Ρύθμιση θεμάτων ανέλκυσης ναυαγίων και άλλες διατάξεις" (Α' 16) ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 2 ότι με τον όρο "Οργανισμός" στις διατάξεις του νόμου "νοείται το κατά περίπτωση αρμόδιο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα ή η δημόσια υπηρεσία, που ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση λιμένα, ...", στο άρθρο 3, με τον τίτλο "Επικίνδυνα και επιβλαβή πλοία σε λιμένες, ...", ότι "1.

Ο κύριος ή ο εφοπλιστής πλοίου, το οποίο παραμένει στην περιοχή λιμένα, ... και η όλη κατάστασή του δημιουργεί κίνδυνο βύθισής του ή κίνδυνο στην ναυσιπλοΐα ή προσβάλλει ή απειλεί να προσβάλλει το περιβάλλον, υποχρεούται να το απομακρύνει εκτός λιμένα, ... ή, αν επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να το εξουδετερώσει με οποιονδήποτε τρόπο σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. 2.

Ο Οργανισμός προσκαλεί εγγράφως τον κύριο ή και τον εφοπλιστή να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, ορίζοντας εύλογη αρχική προθεσμία, ... και δηλώνοντας συγχρόνως, ότι σε διαφορετική περίπτωση θα αναλάβει να προβεί στην απομάκρυνση ή εξουδετέρωση του πλοίου με ευθύνη και με δαπάνες τους, ... 5. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου. 6. ..." και στο άρθρο 5, με τον τίτλο "Επιβλαβή πλοία λόγω ακινησίας", ότι "1.

Ο κύριος ή ο εφοπλιστής πλοίου, το οποίο παραμένει στην περιοχή λιμένα, ... χωρίς άδεια και εμποδίζει .... γενικά τη λειτουργία τους ή την ελεύθερη ναυσιπλοΐα ... υποχρεούται να το απομακρύνει χωρίς καθυστέρηση ... 2. Αν ο υπόχρεος αδρανήσει, ο Οργανισμός ..., μπορεί να το μετακινήσει προσωρινά σε άλλη θέση ... 3.

Αν το πλοίο παραμείνει στην κατά την προηγούμενη παράγραφο προσωρινή θέση περισσότερο από έξι (6) μήνες, χωρίς ο κύριος ή ο εφοπλιστής να το χρησιμοποιήσει κατά τον προορισμό του ή να ενεργήσει εμφανείς υλικές πράξεις, πρόσφορες για τη χρησιμοποίησή του αυτήν και την απομάκρυνσή του, αν και η θέση που καταλαμβάνει είναι αναγκαία για την εξυπηρέτηση άλλων πλοίων ή για την ικανοποίηση άλλων αναγκών του λιμένα, ...

ή της ναυσιπλοΐας ..., ο Οργανισμός ... τον κύριο ή ... και τον εφοπλιστή, να το απομακρύνει ..., ορίζοντας εύλογη κατά περίπτωση προθεσμία, ... και δηλώνοντας συγχρόνως ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προβεί για λογαριασμό του στην εκποίησή του πλοίου με ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό, για να απομακρυνθεί αυτό από τον πλειοδότη. 4.

Στις κατά την προηγούμενη παράγραφο ενέργειες μπορεί να προβεί ο Οργανισμός ... και όταν η προσωρινή μετακίνηση από την ίδια, σύμφωνα με την παράγραφο 2, κρίνεται, λόγω των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, αδύνατη, απρόσφορη ή ασύμφορη. 5. ... 6. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 6 και 8 του άρθρου 2 ...".

Το εν λόγω άρθρο 2, το οποίο αφορά τα ναυάγια, μεταξύ άλλων, σε λιμάνια, ορίζει στις παραγράφους 4 και 5 τα εξής: "4. Αν ο κύριος δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του, ο Οργανισμός μπορεί, ως νόμιμος εντολοδόχος του, να εκτελέσει τις πράξεις που αναγράφονται στην πρόσκληση είτε με ίδια αυτού μέσα και προσωπικό είτε με ανάθεση των σχετικών εργασιών σε τρίτο. 5.

Αν η εκτέλεση των πράξεων αυτών από τον Οργανισμό κρίνεται, λόγω των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, αδύνατη ή απρόσφορη ή ασύμφορη, ο Οργανισμός μπορεί να εκποιήσει το ναυάγιο ή τμήματα αυτού, με ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό. ... Ο Οργανισμός αφαιρεί από το τίμημα τις δαπάνες εκποίησης, αυξημένες κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) και καταθέτει το υπόλοιπο στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του κυρίου, ο οποίος και καλείται να παραλάβει το οικείο γραμμάτιο παρακαταθήκης.

Για την κατάθεση ειδοποιείται ... αν είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση στο ναυάγιο, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού. Στην τελευταία περίπτωση η κατάθεση γίνεται με τον όρο να αποδοθεί το τίμημα ύστερα από εντολή του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. ...". Τέλος, το άρθρο 9 του ίδιου ως άνω ν. 2881/2001, με τον τίτλο "Γενικές διατάξεις", ορίζει στην παράγραφο 2, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...

Αν εκποιείται από τον Οργανισμό ... το πλοίο και έχει επιβληθεί σε αυτό αναγκαστική κατάσχεση, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που αφορούν την αναγγελία και τη διανομή του πλειστηριάσματος, μετά τη δημόσια κατάθεση του τιμήματος και την πιστοποίηση ...

της απομάκρυνσης του πλοίου, ...". Από το συνδυασμό των προαναφερθέντων προκύπτει ότι σε περίπτωση που, πριν από την εκποίηση πλοίου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 2881/2001, είχε επιβληθεί σε βάρος του εκποιηθέντος πλοίου αναγκαστική κατάσχεση, η υποκείμενη σχέση στην οποία στηρίζεται ο τίτλος που αποτέλεσε το θεμέλιο για την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης αποτελεί το κριτήριο για τον καθορισμό των δικαστηρίων που έχουν δικαιοδοσία για να δικάσουν τις διαφορές, οι οποίες αναφύονται από την άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης των δανειστών για τη διανομή του τιμήματος που προέκυψε από την εκποίηση.

Συνεπώς, οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αν η υποκείμενη σχέση του τίτλου, στον οποίο στηριζόταν η αναγκαστική κατάσχεση που είχε επιβληθεί πριν από την εκποίηση του πλοίου, είναι δημοσίου δικαίου. Αν, αντιθέτως, η σχέση αυτή είναι ιδιωτικού δικαίου, οι ανωτέρω διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 7/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισσκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής ως προς την έλλειψη της δικαιοδοσίας του για την εκδίκαση της από 10-10-2012 ανακοπής κατά του υπ' αριθμ. υπ' αριθμ. ... πίνακος κατάταξης του αρμόδιου συμβολαιογράφου " ...Περαιτέρω...

στον ν. 2881/2001 (άρθρο 2§5) προβλέπεται ότι, εάν στο ναυάγιο είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση, για την κατάθεση του προϊόντος της εκποιήσεως ειδοποιείται ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και η κατάθεση του προϊόντος της εκποιήσεως γίνεται με τον όρο να αποδοθεί με εντολή του ανωτέρω υπαλλήλου (συμβολαιογράφου).

Η τελευταία αυτή διάταξη, λαμβανομένης υπόψη της μεσολαβούσας αναγκαστικής εκποιήσεως, δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι η προϋφιστάμενη της εκποιήσεως αναγκαστική κατάσχεση επί του πλοίου εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα και μετά την εκποίηση, αλλά ότι ο νομοθέτης, με προφανή σκοπό την συντόμευση των διαδικασιών, αναθέτει στον ήδη ορισθέντα προ της εκποιήσεως υπάλληλο του πλειστηριασμού να προβεί στην διανομή του προϊόντος της εκποιήσεως, όχι όμως υπό την ιδιότητά του ως ορισθέντος υπάλληλου επί του πλειστηριασμού, αλλά ως εκ του νόμου έχοντος την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού και την αρμοδιότητα για την διενέργεια της διανομής.

Στην περίπτωση, συνεπώς, που προϋφίστατο της αναγκαστικής εκποιήσεως αναγκαστική κατάσχεση επί του πλοίου, ο ίδιος ο νόμος ορίζει τον δημόσιο λειτουργό που θα προβεί στην διανομή του προϊόντος της εκποιήσεως (βλ. την υπ' αριθμ. 645/2012 γνωμοδότηση του Δ' Τμήματος του Ν.Σ.Κ. δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο).

Εξάλλου, η διαδικασία κατατάξεως αποτελεί τμήμα της διαδικασίας της διαδικασίας εκτελέσεως. Κατά την επισπευδόμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ., αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεως που προήλθε από ιδιωτική διαφορά, αν το πλειστηρίασμα δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των δανειστών του καθ' ου η εκτέλεση που έχουν αναγγελθεί, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συντάσσει πίνακα κατατάξεως (άρθρο 974 ΚΠολΔ).

Τον πίνακα αυτό μπορούν να προσβάλουν όσοι από τους δανειστές έχουν προς τούτο έννομο συμφέρον (άρθρο 979§2 ΚΠολΔ). Οι διαφορές που δημιουργούνται από την άσκηση ανακοπής κατά του, ως άνω, πίνακα κατατάξεως υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ως ιδιωτικές διαφορές καθόσον η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο εκτελεστός τίτλος που αποτελεί το θεμέλιο της εκτελέσεως, είναι σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Αν, όμως, επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση, με βάση τίτλο του άρθρου 2§2 Κ.Ε.Δ.Ε. - οπότε ο τρόπος και η έκταση ικανοποιήσεως των δανειστών στον διενεργούμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του, ως άνω, Κώδικα πλειστηριασμό ρυθμίζεται κατά το άρθρο 57 του ίδιου Κώδικα, με παραπομπή στις οικείες διατάξεις του ΚΠολΔ, λαμβανομένων υπόψη και των οριζόμενων στο άρθρο 61 Κ.Ε.Δ.Ε.

ως προς την κατάταξη του Δημοσίου, ενώ η άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως δανειστών που συντάσσεται κατά τον εν λόγω πλειστηριασμό προβλέπεται και ρυθμίζεται ειδικότερα από το άρθρο 58 του, ως άνω, Κώδικα - η διαφορά που δημιουργείται από την άσκηση της ανακοπής αυτής υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών ή των πολιτικών δικαστηρίων ανάλογα με την φύση της ως διοικητικής ή ιδιωτικής αντίστοιχα.

Οι διαφορές δε που γεννώνται από την κατάταξη είναι διοικητικές μεν αν η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο τίτλος του άρθρου 2§2 Κ.Ε.Δ.Ε. και που αποτελεί το θεμέλιο της εκτελέσεως, είναι σχέση δημόσιου δικαίου, ιδιωτικές δε αν η υποκείμενη σχέση στην οποία στηρίζεται ο εν λόγω τίτλος, είναι σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Επίσης, αν η διοικητική εκτέλεση επισπεύδεται με βάση τίτλο του άρθρου 2§2 Κ.Ε.Δ.Ε., ο οποίος στηρίζεται σε υποκείμενες ετεροειδείς σχέσεις, δηλαδή σε σχέσεις δημόσιου αφενός και ιδιωτικού δικαίου αφετέρου, θα πρέπει να αναζητηθεί η προέχουσα απαίτηση στον εν λόγω τίτλο, δηλαδή εκείνη που υπερτερεί ποσοτικώς και με βάση αυτή τελικά να καθοριστεί το δικαστήριο στην δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται η διαφορά, δηλαδή το διοικητικό δικαστήριο όταν η απαίτηση αυτή προέρχεται από έννομη σχέση δημόσιου δικαίου και το πολιτικό δικαστήριο όταν η μεγαλύτερη αυτή απαίτηση προέρχεται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου...

Ωστόσο, το κριτήριο της υποκείμενης σχέσεως, στην οποία στηρίζεται ο τίτλος με βάση τον οποίο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, δεν μπορεί να βρει εφαρμογή για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που θα εκδικάσει ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως που συντάχθηκε από τον οριζόμενο στην διάταξη του άρθρου 9§2 ν. 2881/2001 συμβολαιογράφο για την διανομή του προϊόντος της αναγκαστικής εκποιήσεως πλοίου θεωρηθέντος, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 3 και 5 του, ως άνω, νόμου, ως επικίνδυνου και επιβλαβούς.

Και τούτο διότι η εκποίηση του πλοίου, την διανομή του προϊόντος της οποίας αφορά ο προσβαλλόμενος πίνακας κατατάξεως, δεν γίνεται προς τον σκοπό ικανοποιήσεως κάποιας απαιτήσεως δανειστή του κυρίου αυτού (πλοίου), αλλά προς αποτροπή κινδύνων που εγκυμονεί το εν λόγω πλοίο για την ναυσιπλοΐα και το περιβάλλον για την εξυπηρέτηση δηλαδή σκοπών δημόσιου συμφέροντος.

Εξάλλου, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η προϋφιστάμενη της εκποιήσεως αναγκαστική κατάσχεση επί του πλοίου δεν εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα και μετά από αυτή (εκποίηση), δεν είναι δυνατή η αναγωγή στην υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται η απαίτηση για την ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η ανωτέρω προγενέστερη κατάσχεση, για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που θα εκδικάσει την ανακοπή κατά του εν λόγω πίνακα κατατάξεως.

Για τον, ως άνω, καθορισμό, ασφαλέστερο και ορθότερο κριτήριο αποτελεί η ιδιότητα υπό την οποία ενεργεί εν προκειμένω ο εκάστοτε οργανισμός λιμένος που προβαίνει στην αναγκαστική εκποίηση του επικίνδυνου και επιβλαβούς πλοίου. Όπως, μάλιστα, προεκτέθηκε, ο οργανισμός λιμένος ενεργεί, στο πλαίσιο της σχετικής αρμοδιότητας που του έχει ανατεθεί με τον ν. 2881/2001, ως φορέας ασκήσεως δημόσιας εξουσίας, ήτοι ως διοικητική αρχή.

Το ποσό δε για την διανομή του οποίου συντάσσεται από τον οριζόμενο στην διάταξη του άρθρου 9§2 του ανωτέρω νόμου συμβολαιογράφο πίνακας κατατάξεως, αποτελεί το προϊόν ακριβώς των πράξεων στην διενέργεια των οποίων προβαίνει ο οργανισμός λιμένος στο πλαίσιο ασκήσεως δημόσιας εξουσίας. Εφόσον, επομένως, η διαδικασία της κατατάξεως αποτελεί τμήμα της διαδικασίας της, ως άνω, αναγκαστικής εκποιήσεως, όπως αντιστοίχως συμβαίνει και στην αναγκαστική εκτέλεση, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, οι διαφορές που γεννώνται από την κατάταξη των δανειστών στο προϊόν της αναγκαστικής εκποιήσεως του επικίνδυνου και επιβλαβούς πλοίου είναι διοικητικές και υπάγονται στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την πρόβλεψη της διατάξεως του άρθρου 1 § 1 ν. 1406/1983 (με την σημείωση ότι η απαρίθμηση των διοικητικών διαφορών ουσίας στην διάταξη της §2 του ίδιου άρθρου είναι ενδεικτική, όπως προκύπτει από την χρήση του όρου "ιδίως").Θα ήταν, άλλωστε, αντιφατικό, οι διαφορές που δημιουργούνται από την άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως που συντάσσεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως να υπάγονται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων όταν η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο τίτλος που αποτελεί το θεμέλιο της εκτελέσεως, είναι σχέση δημόσιου δικαίου, και οι διαφορές που δημιουργούνται από την άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως που συντάσσεται από τον οριζόμενο στην διάταξη του άρθρου 9§2 ν. 2881/2001 συμβολαιογράφο στο πλαίσιο της προβλεπόμενης στον ανωτέρω νόμο διαδικασίας αναγκαστικής εκποιήσεως πλοίου, η οποία διενεργείται από τον εκάστοτε οργανισμό λιμένος προς εξυπηρέτηση σκοπών δημόσιου συμφέροντος στο πλαίσιο της ανατεθείσας σ' αυτόν ασκήσεως δημόσιας εξουσίας να υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι με την διάταξη του άρθρου 9§2 ν. 2881/2001 γίνεται ρητή παραπομπή στις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. που αφορούν την αναγγελία και την διανομή του πλειστηριάσματος και ειδικότερα ορίζεται ότι: "... Αν εκποιείται από τον Οργανισμό το ναυάγιο ή το πλοίο και έχει επιβληθεί σε αυτό αναγκαστική κατάσχεση, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που αφορούν την αναγγελία και τη διανομή του πλειστημιάσματος".

Από μόνο το γεγονός αυτό, όμως, δεν δύναται να συναχθεί επιχείρημα υπέρ της υπαγωγής των ανωτέρω διαφορών στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεδομένου, άλλωστε, του ότι η ρύθμιση του τρόπου και της εκτάσεως ικανοποιήσεως των δανειστών στον κατά την διοικητική εκτέλεση διενεργούμενο πλειστηριασμό ρυθμίζεται με την διάταξη του άρθρου 57 Κ.Ε.Δ.Ε.

με αντίστοιχη παραπομπή στις οικείες διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρα 972 και 974 - 980 ΚΠολΔ), όπως προαναφέρθηκε". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο της από 10-6-2016 έφεσης και συνακόλουθα αυτή επικυρώνοντας την υπ' αριθμ. 2907/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει την από 10-10-2012 ανακοπή του νυν αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. ...

πίνακος κατάταξης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αρνητικά υπερέβη τη δικαιοδοσία του, διότι δέχθηκε ότι δεν έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ως άνω διαφοράς ενώ είχε τέτοια, διότι η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο τίτλος - διαταγή πληρωμής (υπ' αριθμ. ...

διαταγή του Πρωτοδικείου Πειραιώς πληρωμής για χρηματικές οφειλές της καθ' ης η κατάσχεση πλοιοκτήτριας εταιρείας "..." προς την επισπεύδουσα δανείστρια εταιρεία με την επωνυμία "...", ποσού πέντε εκατομμυρίων πενήντα τριών χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα οκτώ (5.053.588) ευρώ, πλέον τόκων και λοιπών νομίμων προσαυξήσεων, προερχόμενες από σχέση ιδιωτικού δικαίου), που αποτελεί το θεμέλιο της διαδικασίας εκτέλεσης, η οποία είχε αρχίσει πριν από την εκποίηση του πλοίου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2881/2001, είναι ιδιωτικού δικαίου.

Ο δε χαρακτήρας αυτός του τίτλου, στον οποίο στηρίζεται η συγκεκριμένη διαδικασία εκτέλεσης, ως αναφερόμενου σε χρηματική απαίτηση προερχόμενη από σχέση ιδιωτικού δικαίου, δεν μεταβλήθηκε στη συνέχεια από το γεγονός ότι το πλοίο, έχοντας, πλέον, χαρακτηριστεί ως επικίνδυνο και επιβλαβές, εκποιήθηκε με ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2881/2001, με ενέργειες του αρμοδίου για τη διοίκηση και διαχείριση του Λιμένος Πειραιώς Οργανισμού και ειδικότερα, της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "..." που ενεργούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως φορέας δημόσιας εξουσίας, δηλαδή ως διοικητική αρχή, και ο πίνακας κατάταξης, κατά του οποίου στρέφεται η επίμαχη ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, συντάχθηκε για τη διανομή του υπολοίπου του τιμήματος, που επιτεύχθηκε μέσω αυτού του (ανοικτού πλειοδοτικού) διαγωνισμού.

Η διαδικασία δε αυτή ήταν εκείνη που συνεχίστηκε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 2881/2001, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ, από την υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο Πειραιά, η οποία είχε ορισθεί από την επισπεύδουσα "..." και ήταν αρμόδια να προβεί στη σύνταξη πίνακα διανομής του τιμήματος, που επιτεύχθηκε μετά την, κατά τις διατάξεις του ν. 2881/2001, εκποίηση του πλοίου.

Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ένδικης αναίρεσης με τον οποίον το αναιρεσείον επικαλείται ότι το Εφετείο έσφαλε ως προς τη μη ύπαρξη της δικαιοδοσίας του είναι βάσιμος. Ακολούθως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της τελευταίας, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 22 Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 558/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ