Legislator Case Law & Legislation
259/2022 AI generated

259/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 259/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣYΓKPOTHΘHKE από τους Δικαστές : Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Aναστασία Παπαδοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

259/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 259 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 259/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣYΓKPOTHΘHKE από τους Δικαστές : Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Aναστασία Παπαδοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣYNEΔPIAΣE δημόσια στο ακροατήριό του την 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ : Σ. θυγατέρας Β. Γ., συζύγου Κ. Μ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Διονυσίου Ρίζου και κατέθεσε προτάσεις.

TΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η αρχικά 1η αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαγεωργάκη, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ι. Χ. του Π., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3627/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6916/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/12/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Εάν δε τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 488/2021, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί στην αρχική δικάσιμο της 21-1-2019 και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησής της 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο, ενώ κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 16-12-2019. Περαιτέρω από την υπ` αρ. 3693Β/15-10-2019 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Σ.

Ν., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης, αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με τη σχετική υπ' αριθμ. 19/23-1-2019 βεβαίωση του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, περί αναβολής της συζήτησης της υπό κρίση αίτησης, από την αρχική δικάσιμο της 21-1-2019 για τη δικάσιμο της 16-12-2019 και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, για την τελευταία δικάσιμο, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ` άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, στο δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Ήτοι ο τελευταίος κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στην ορισθείσα μετ' αναβολή της αρχικής ως άνω δικάσιμο της 16-12-2019, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου .. (βλ. τον εισαγωγικό φάκελο της δικογραφίας). Η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη σημερινή μετ` αναβολή δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη σημερινή μετ' αναβολή δικάσιμο, 2ος των αναιρεσιβλήτων είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τα άνω να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 16-12-2019, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για τη σημερινή δικάσιμο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο 2ος των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ` αρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα και η 1η αναιρεσίβλητη εταιρεία.

Επομένως, αφού ο 2ος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ` σε συνδυασμό 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρίς την παρουσία του.

ΙΙ. Με την κρινόμενη από 8-12-2016 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 6916/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων-εκκαλούντων-εναγομένων, κατά της υπ' αριθ. 3627/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί μερικά κατ` ουσίαν την από 23-4-2009 αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, δέχθηκε τις ως άνω εφέσεις τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω αγωγή της αναιρεσείουσας απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε, ενόψει δε του γεγονότος ότι δημοσιεύθηκε πριν την 1-1-2016, ισχύει επ' αυτής η τριετής προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 §3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018) (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3 ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του κατά τα άνω, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 424/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 798/2010).

Έτσι, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Μη λήψη υπόψη, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε, και συγκεκριμένα:

α) την από 11-1-2011 ακτινογραφία με τη σχετική γνωμάτευση του ακτινολόγου ιατρού Α. Σ., από την οποία προέκυπτε ότι στον οργανισμό της βρέθηκε μεταλλική θετική σκίαση (νήμα), β) τη με αριθμό πρωτ. 250690/31-1-2005 έκθεση ιστολογικής εξέτασης του παθολογοανατόμου ιατρού Θ. Φ., στην οποία αναφέρεται ότι τα μεταλλικής φύσεως στοιχεία που βρέθηκαν στον οργανισμό της προκάλεσαν φαγοκοκκιωματώδη αντίδραση, αδυναμία δηλαδή του οργανισμού να εξοντώσει το ξένο σώμα και γ) την ένορκη εξέταση του ιατρού Γ.

Β., ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας απόφασης, ο οποίος κατέθεσε ότι οι γάζες που χρησιμοποιούνται στα χειρουργεία φέρουν μεταλλικό νήμα, ώστε να είναι εφικτός ο εντοπισμός τους στον οργανισμό του ασθενούς με ακτινογραφία σε περίπτωση ιατρικού σφάλματος, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με την προέλευση του ξένου σώματος που βρέθηκε στον οργανισμό της, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι το μόρφωμα που βρέθηκε, δημιουργήθηκε από γάζα που ξεχάστηκε από τον εναγόμενο γιατρό κατά τη διάρκεια της καισαρικής τομής της ενάγουσας το έτος 1995, ενώ, εάν ελάμβανε υπόψη τα άνω έγγραφα, θα κατέληγε, στην κρίση ότι το ξένο σώμα που βρέθηκε στον οργανισμό της ήταν χειρουργική γάζα και εντεύθεν ότι στοιχειοθετείται η αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων, κλινικής και ιατρού.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους και αυτό έλαβε υπόψη, μεταξύ των οποίων, όπως κατά λέξη αναφέρεται, "Από τις ένορκες, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν κατά πρόταση των διαδίκων, και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά συνεδριάσεώς του...

και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, προκειμένου να χρησιμεύσουν ως άμεση απόδειξη ή τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού επιτράπηκε το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης, ουδενός των οποίων παρελήφθη η συνεκτίμηση, δεδομένου ότι η ειδική μνεία κάποιων από αυτά είναι ενδεικτική ...

πλήρως αποδείχθηκαν τα εξής ...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με την προέλευση του ξένου σώματος που βρέθηκε στον οργανισμό της αναιρεσείουσας, ότι δεν πρόκειται περί ξεχασμένης γάζας από τον 2ο εναγόμενο ιατρό κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης της καισαρικής τομής στην οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα το έτος 1995, αλλά πρόκειται για ράμμα που τοποθετήθηκε από τον 2ο εναγόμενο-ιατρό, με βάση τον ενδεδειγμένο ιατρικώς τρόπο αντιμετώπισης της αιμορραγίας στον τοκετό, το οποίο ράμμα δεν απορροφήθηκε από τον οργανισμό της και στο οποίο εναποτέθηκαν αιμάτινα στοιχεία και σχημάτισαν μία καλοήθη μάζα που τελικώς διαπυήθηκε εξαιτίας της παρακείμενης χρόνιας φλεγμονής της σκοληκοειδούς απόφυσης και τα άνω στο αναιρετήριο αναφερόμενα έγγραφα, που φέρεται ότι αγνοήθηκαν, πέραν του ότι γίνεται και ειδική μνεία αυτών στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση της τελευταίας προκύπτει ότι σ` αυτήν γίνεται ρητή μνεία (1η και 2η σελίδα 9ου και 10ου φύλλου), περί λήψης υπόψη και των εν λόγω εγγράφων και κατάθεσης του μάρτυρα, μεταξύ των λοιπών αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα και στην μετά την αποδοχή τυπικά και ουσιαστικά των εφέσεων και την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απόρριψη της ένδικης αγωγής.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης.

ΙV. Α'. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. προκύπτει, ειδικότερα, ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντα απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά παράνομη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη σε πράξη ή παράλειψή του, που, με την εξαίρεση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης, πρέπει να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς, πράξης ή παράλειψης, και της ζημίας που επήλθε, περιουσιακής ή μη.

Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης πράξης ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη, αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που, αν αυτός έλειπε, αυτό δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη, αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό.

Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και του επιζήμιου αποτελέσματος δεν αποκλείεται εκ του λόγου ότι στην επέλευση του αποτελέσματος συνέτρεξαν και άλλες περιστάσεις, που ακολούθησαν την πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, εφόσον οι περιστάσεις αυτές είναι εντελώς έκτακτες και ασυνήθεις, κείμενες έξω από τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικά διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.

Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του, απαιτείται δηλαδή παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 693/2020, ΑΠ 237/2016).

Β'. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τα άνω μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β` ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Έτσι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπό τα, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά, ως συντρέξαντα, περιστατικά, υπάρχει ή όχι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας πράξης ή παράλειψης και του επιζήμιου αποτελέσματος, ως συνιστώσα υπαγωγή των αποδειχθέντων στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ η κρίση του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα γενόμενα δεκτά, εν σχέσει προς την υπαίτια και παράνομη πράξη ή παράλειψη, αποτελούν ή δεν αποτελούν αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 23/1988, ΑΠ 268/ 2021, ΑΠ 874/2020, ΑΠ 526/2011, ΑΠ 119/2006, ΑΠ 394/2002, ΑΠ 568/1996).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 616/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/ 2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ.

β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και συγκεκριμένα ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά όπως τα δέχθηκε το Εφετείο, μπορούσαν να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ήτοι εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προκληθείσας ζημίας και της συμπεριφοράς του 2ου εναγόμενου ιατρού και δεν θα μπορούσε συνακόλουθα να κρίνει το Εφετείο ότι οι διαλαμβανόμενοι στην αγωγή ισχυρισμοί, που αφορούσαν α) στη δημιουργία του ανευρεθέντος κατά την χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε στις 28-1-2005, μορφώματος, εξαιτίας γάζας που ξεχάστηκε στο σημείο εκείνο από τον 2ο εναγόμενο-ιατρό κατά τη διάρκεια της καισαρικής τομής το έτος 1995 και β) την υποβολή της σε χειρουργική επέμβαση προκειμένου να αφαιρεθεί το ως άνω διαπυηθέν μόρφωμα λόγω κινδύνου σηψαιμίας, δεν αποδείχθηκαν, ούτε αποτέλεσαν την πρόσφορη αιτία της επελθούσας ζημίας, για την οποία εσφαλμένως κρίθηκε ότι δεν βαρύνεται με αμέλεια ο 2ος εναγόμενος ιατρός.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, από τους αναγραφομένους στο αναιρετήριο για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό, ούτε σε τι συνίσταται η παράβαση, ούτε η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

V. Α'. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 429/ 2019).

Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1148/2019, ΑΠ 1486/2018, ΑΠ 927/2017, ΑΠ 120/2013, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1150/2011).

Β'. Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.

Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτήν (ΑΠ 138/2020, ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 138/2020). Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το σχετικό πρώτο σκέλος αυτού προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο που δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επί λέξει τα κάτωθι : "Οι αιτίες αυτές (οξεία σκοληκοειδίτις και κύστη ωοθήκης) συνιστούν από μόνες τους σαφή ένδειξη για χειρουργική επέμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκε η ύπαρξη και εν συνεχεία έγινε αφαίρεση διαπυηθέντος μορφώματος", έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν.

Όμως η ανωτέρω παραδοχή του Δικαστηρίου περί ύπαρξης στο πρόσωπο της ενάγουσας οξείας σκοληκοειδίτιδας σε χρόνιο υπόβαθρο και της εξαιτίας αυτής υποβολής της ενάγουσας σε χειρουργική επέμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκε και η ύπαρξη του μορφώματος, το οποίο και αφαιρέθηκε, που φέρεται ότι έγινε δεκτή από το Εφετείο, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό-πράγμα κατά την προδιαληφθείσα έννοια της 559 §8 ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου, το οποίο αυτό άντλησε από τις αποδείξεις, για να αιτιολογήσει το λόγο για τον οποίο η ενάγουσα εμφάνισε οξείς πόνους στην περιοχή της λεκάνης και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση.

Επομένως, ο ως άνω σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με τον ίδιο ως άνω λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό δεύτερο σκέλος του, καθώς και με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα δέχθηκε ότι:

α) το ξένο σώμα που βρέθηκε στο σώμα της ενάγουσας ως διαπυηθέν μόρφωμα ήταν ράμμα από παλαιότερη επέμβαση στο σημείο εκείνο, που δεν απορροφήθηκε από τον οργανισμό της, β) ότι το ως άνω μόρφωμα δεν εξερέθισε την σκοληκοειδή απόφυση της ενάγουσας ούτε προκάλεσε την κύστη ωοθήκης, αλλά εξακριβώθηκε από και με τη χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε η τελευταία το έτος 2005 και γ) ότι ο 2ος εναγόμενος-ιατρός, κατά τη διάρκεια της καισαρικής τομής στην οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα το έτος 1995, κατά τη διάρκεια του τοκετού του 2ου τέκνου της, ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας και δεν το βαρύνει καμία αμέλεια κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων, εξαιτίας δε των παραδοχών αυτών, μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει τα αντίθετα, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στις ανωτέρω παραδοχές από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που ρητά αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του και δη ως προς το γεγονός ότι:

α) το ξένο σώμα που βρέθηκε στο σώμα της ενάγουσας ως διαπυηθέν μόρφωμα ήταν ράμμα από παλαιότερη επέμβαση στο σημείο εκείνο, που δεν απορροφήθηκε από τον οργανισμό της, β) ότι το ως άνω μόρφωμα δεν εξερέθισε την σκοληκοειδή απόφυση της ενάγουσας ούτε προκάλεσε την κύστη ωοθήκης, αλλά εξακριβώθηκε από και με τη χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε η τελευταία το έτος 2005 και γ) ότι ο 2ος εναγόμενος-ιατρός, κατά τη διάρκεια της καισαρικής τομής στην οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα το έτος 1995, κατά τη διάρκεια του τοκετού του 2ου τέκνου της, ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας και δεν το βαρύνει καμία αμέλεια κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων, σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη αλλά) με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και δη από τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στα πρακτικά συνεδρίασής του περιεχόμενες ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και επομένως πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου ως άνω τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτος κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθ. 559 αριθ. 10 KΠολΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως αβάσιμοι.

VΙ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).

Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης(ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 81/2020). Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 KΠολΔ και ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας στο πρόσωπο του 2ου εναγομένου-ιατρού κατά τη διενέργεια από αυτόν το έτος 1995 της ιατρικής πράξης της καισαρικής τομής της ενάγουσας και περί μη παραβίασης εκ μέρους του των κανόνων και αρχών της ιατρικής επιστήμης, καθώς και των απορεουσών υποχρεώσεων επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητάς του και εντεύθεν της απόρριψης κατ' ουσίαν της αγωγής της, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν, ούτε διαλαμβάνονται με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, η αναιρεσείουσα, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς τους.

Επομένως, ο ως άνω πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επίσης ως απαράδεκτος θα πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, κατά το σχετικό δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο, την πλημμέλεια επίσης από τον αριθμό 19 άρθρου 559 KΠολΔ με την αιτίαση ότι, προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας στο πρόσωπο του 2ου εναγομένου-ιατρού κατά τη διενέργεια από αυτόν το έτος 1995 της ιατρικής πράξης της καισαρικής τομής της ενάγουσας και περί της μη παραβίασης εκ μέρους του των κανόνων και αρχών της ιατρικής επιστήμης, καθώς και των απορρεουσών υποχρεώσεων επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητάς του και εντεύθεν της απόρριψης κατ' ουσίαν της αγωγής της, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με αυτές της πρωτόδικης απόφασης, δεδομένου ότι η αντίφαση πρέπει να υπάρχει μόνον στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αιτιολογιών της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία εξαφανίσθηκε από το Εφετείο και δεν ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ούτε επομένως και μεταξύ των αιτιολογιών των εν λόγω αποφάσεων.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παρούσας πρώτης αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 08-12-2016 αίτηση της Σ. θυγατέρας Β. Γ., συζύγου Κ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 6916/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ