Legislator Case Law & Legislation
259/2020 AI generated

259/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 259/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

259/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 259 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 259/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σουλιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2012 ανακοπή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2018 του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-5-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 30 Κ.Ε.Δ.Ε. "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του διευθυντού του δημοσίου ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε:

α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ.1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα κατάθεση εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ.2 εδ.α) ... .

Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα..., της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικά εκχωρήσεως (παρ.3 εδ.α)". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ.1 Κ.Ε.Δ.Ε.

και 1 αριθ. 4 π.δ. 16/1989), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την ποσότητα της απαίτησης του Δημοσίου για την οποία γίνεται η κατάσχεση, το αντικείμενο της κατάσχεσης, δηλαδή εάν πρόκειται για κατάσχεση χρηματικής απαίτησης, καρπών, κινητών πραγμάτων ή κινητών αξιών, ενόψει της διαφορετικότητας της περαιτέρω διαδικασίας κατάσχεσης και την περιγραφή αυτών με τρόπο που να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία αυτή προέρχεται, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.

Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΕΔΕ (αμάχητο παλαιότερα και ήδη μαχητό μετά την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ. 1 του Ν. 3842/2010, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ (ΑΠ 821/2018, ΑΠ 139/2018).

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα.

Η ως άνω δήλωση, η οποία ανάλογα με τη θέση που λαμβάνει ο τρίτος απέναντι στο περιεχόμενο του κατασχετηρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί θετική ή αρνητική, χωρίς να αποκλείεται η κατάφαση ή η άρνηση να μην είναι ολική αλλά μερική, συνιστά υποχρέωση του τρίτου, η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθού η εκτέλεση.

Έτσι, η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου, ενώ, επί διαρκών σχέσεων, ο τρίτος πρέπει, αφενός μεν να προσδιορίζει το χρόνο παύσεως του δεσμού του με τον καθού η εκτέλεση (οφειλέτη), αφετέρου δε οφείλει να εκτιμήσει και να εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη περιστατικά, που είναι ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση απαίτησής του.

Αντικείμενο, εξάλλου, της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα. Απαιτείται, ωστόσο, στο χρόνο επιβολής της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, να υπάρχει η έννομη σχέση (π.χ. εντολή, εταιρεία, μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη), από την οποία, ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση, η οποία, όμως, μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατά το είδος της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της (ΑΠ 1081/2015).

Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, η δήλωση του είναι δυνατόν να είναι αρνητική, ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική, ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση, ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκόψει στο μέλλον υπέρ του καθού η κατάσχεση από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής (ΑΠ 919/2019, ΑΠ 825/2018).

Κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, όπως ήδη κατά τα άνω ισχύει, "εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ`ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση." Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά τον ΚΕΔΕ η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατά αντίθεση με τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ.3), κατά τον οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση.

Το τεκμήριο αυτό δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρεις περιπτώσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ. Άρα δεν δημιουργείται τούτο, όταν η δήλωση του τρίτου δεν περιέχει κάποιο από τα στοιχεία, την αναφορά των οποίων αξιώνει όχι η διάταξη του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ, αλλά η διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 89 του ΚΕΔΕ.

Επομένως, η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχόντος (985 παρ.3 εδ. β' ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και (στο οποίο αυτό παραπέμπει) 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ) (ΑΠ 96/2016), μη αποκλειομένης και της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής της από το άρθρο 985 παρ. 3 περί αποζημίωσης αγωγής (άρθρο 986 εδ.

β` ΚΠολΔ - ΑΠ 185/1990). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθού η εκτέλεση με τον τρίτο (ΑΠ 1261/2019). Εξάλλου, και η μη σαφής αναφορά στη δήλωση του τρίτου περί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της κατασχεθείσας απαίτησης, θεωρείται ως σιωπηρά αρνητική, για την ύπαρξη της απαίτησης, δήλωση, οπότε και υπόκειται στην κατά το άρθρο 34 ΚΕΔΕ ανακοπή (ΑΠ 92/2016).

Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Συνακόλουθα τούτων, κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι, και σε ποια ακριβώς έκταση και με ποιους περιορισμούς, οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 1092/2015, ΑΠ 1182/2009).

Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 480/2012).

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρονται στην ανακοπή τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση και όχι απλώς ότι ο τρίτος οφείλει δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσεως, αλλιώς αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 1065/2009). Ειδικότερα δε, επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης.

Σε περίπτωση που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012).

Για να συντρέχει, όμως, η ως άνω περίπτωση, θα πρέπει η μη αμφισβήτηση να αφορά σαφώς προσδιοριζόμενη απαίτηση από συγκεκριμένη έννομη σχέση, πράγμα που δεν συμβαίνει επί διαρκούς μη επώνυμης έννομης σχέσης, όταν ο τρίτος με τη δήλωσή του, χωρίς να αναφέρει πραγματικά περιστατικά και σαφείς όρους λειτουργίας της εν λόγω σχέσης, από την οποία απορρέει σαφής και ορισμένη απαίτηση, μάλιστα δε και δυνατότητα παραγωγής αυτής επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, προβαίνει απλώς σε γενική άρνηση οποιασδήποτε οφειλής του προς τον καθού η εκτέλεση από τη σχέση αυτή, αιτιολογώντας ασαφώς και αορίστως την ανυπαρξία οποιασδήποτε οφειλής του προς αυτόν.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, είναι υποχρεωμένος ο ανακόπτων, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, να επικαλεσθεί με την ανακοπή του τόσο τη βασική έννομη σχέση όσο και τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή, υπάρχουσα ή μέλλουσα, του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της ένδικης ανακοπής προκύπτει, ότι το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ι.Κ.Α. Ε.Τ.Α.Μ." (αναιρεσίβλητο), καθολικός διάδοχος του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 1 του ν. 4387/2016, έχει καταστεί το παριστάμενο κατά τη συζήτηση της αίτησης ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ), ισχυρίστηκε με την από 19-7-2012 ανακοπή, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, τα εξής: α) ότι κατά της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΑΡΤΟΠΟ

ΙΙΑ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" έχει ληξιπρόθεσμη απαίτηση συνολικού ποσού 563.855,96 ευρώ, που προέρχεται από πράξεις επιβολής εισφορών, όπως αυτές αναφέρονται στον ενσωματωμένο στο δικόγραφο από 13-6-2012 πίνακα χρεών, β) ότι με το υπ' αριθμ. 2.458/13-06-2012 κατασχετήριο έγγραφο κατάσχεσε αναγκαστικά στα χέρια της καθής η ανακοπή ομόρρυθμης εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας), ως τρίτης, βάσει των διατάξεων του Κ.Ε.Δ.Ε., όσα η τελευταία οφείλει ή θα οφείλει μελλοντικά ή όσα βρίσκονται στα χέρια της από οποιαδήποτε αιτία ή λόγω ιδιότητας ή λόγω συναλλαγών με την προαναφερόμενη οφειλέτιδα αυτού ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΡΤΟΠΟ

ΙΙΑ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", καθόσον, από έρευνα που διενήργησε, διαπίστωσε ότι η καθής ομόρρυθμη εταιρία είχε επί σειρά ετών και συνεχίζει να έχει εμπορική συνεργασία με την παραπάνω οφειλέτιδά του, γ) ότι η καθής η ανακοπή προέβη στην ενσωματούμενη στο δικόγραφο της ανακοπής υπ' αριθ. 14/2012 αρνητική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Παμίσου, αναφέροντας, όπως ακριβώς αναγράφεται στην εν λόγω δήλωση, ότι "δεν έχω εις χείρας μου καμία απαίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΤΟΠΟ

ΙΙΑ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ"...., αφού για κάθε αγορά που πραγματοποιώ από αυτή προκαταβάλλω τα χρήματα και ύστερα λαμβάνω τα προϊόντα της. Έτσι δεν έχω καμιά οφειλή απέναντί της και η άνω εταιρεία δεν έχει καμία απαίτηση από εμένα" και δ) ότι η πιο πάνω δήλωση της καθής η ανακοπή είναι αόριστη και ανειλικρινής, διότι αυτή, αν και συνομολόγησε την ύπαρξη εμπορικής συνεργασίας με την προαναφερόμενη οφειλέτιδά του ανώνυμη εταιρία, δεν προσδιόρισε συγκεκριμένα το είδος της συνεργασίας, τη διάρκειά της, τα είδη που αγοράζει και το αντίστοιχο τίμημα, τα τιμολόγια αγοράς, τους όρους των συμφωνιών, το χρόνο των καταβολών, τα ποσά τους, καθώς και τα ποσά των προηγούμενων, των παρόντων και των μελλοντικών μεταξύ τους συναλλαγών.

Ζήτησε δε το ανακόπτον, με βάση το ιστορικό αυτό, να ακυρωθεί η παραπάνω δήλωση της τρίτης - καθής η ανακοπή, άλλως να αναγνωριστεί η ακυρότητά της, να αναγνωρισθεί ότι αυτή οφείλει το ανωτέρω ποσό των 563.855,96 ευρώ στην οφειλέτιδά του ανώνυμη εταιρία (καθής η εκτέλεση) και να υποχρεωθεί η καθής η ανακοπή να του καταβάλει το ποσό αυτό, με το νόμιμο τόκο από την επιβολή της κατάσχεσης, άλλως από την επίδοση της ανακοπής, μέχρι την εξόφληση.

Από την ενσωματούμενη στο δικόγραφο της ανακοπής αρνητική δήλωση της αναιρεσείουσας (καθής η ανακοπή - τρίτης), προκύπτει ότι η τελευταία ανέφερε απλώς ότι πραγματοποιεί αγορές από την καθής η εκτέλεση ανώνυμη εταιρία (οφειλέτιδα του ανακόπτοντος) και ότι για κάθε αγορά προκαταβάλλει το τίμημα, λαμβάνοντας ύστερα τα προϊόντα της, χωρίς περαιτέρω να αναφέρει οποιουδήποτε είδους μόνιμη συνεργασία μεταξύ τους, με συγκεκριμένη μορφή και περιεχόμενο και σαφείς όρους λειτουργίας (όπως διάρκεια, τρόπο εκπλήρωσης παροχών κλπ), και χωρίς επίσης να αναφέρει την κατάρτιση συγκεκριμένων επί μέρους συμβάσεων με την προαναφερόμενη εταιρία, από τις οποίες προκύπτει σαφώς καθορισμένη απαίτηση της τελευταίας κατ' αυτής, αρνήθηκε δε ρητά την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής της προς την ως άνω οφειλέτιδα του ανακόπτοντος, επικαλούμενη, κατά τρόπο ασαφή και αόριστο, προεξόφληση του τιμήματος των εκάστοτε συναφθεισών συμβάσεων.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν υφίσταται εν προκειμένω περίπτωση μη αμφισβήτησης από την αναιρεσείουσα - καθής η ανακοπή σαφώς προσδιοριζόμενης έννομης σχέσης και απορρέουσας από αυτή συγκεκριμένης οφειλής προς την καθής η εκτέλεση ανώνυμη εταιρία, με την επίκληση σχετικής ενστάσεως που εμποδίζει την ικανοποίησή της, ώστε να αρκεί για το ορισμένο της ανακοπής η απλή αμφισβήτηση από το ανακόπτον της εν λόγω ένστασης.

Επομένως, εφόσον το ανακόπτον επέχει θέσει ενάγοντος, όφειλε να επικαλεστεί κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την κατασχεθείσα απαίτηση ποσού 563.855,96 ευρώ, δηλαδή την αιτία της οφειλής της καθής η ανακοπή - τρίτης προς την καθής η εκτέλεση ως άνω ανώνυμη εταιρία από σαφώς προσδιοριζόμενη έννομη σχέση, καθώς επίσης και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν.

Όμως, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της ένδικης ανακοπής, το ανακόπτον περιορίστηκε, για τη θεμελίωση της κατασχεθείσας ως άνω απαίτησης, στην απλή επίκληση εμπορικής συνεργασίας της καθής η ανακοπή - τρίτης με την πιο πάνω οφειλέτιδα, αφορώσα την κατάρτιση επί μέρους συμβάσεων πώλησης προϊόντων της δεύτερης προς την πρώτη, χωρίς να προσδιορίζει σαφώς το περιεχόμενο και τους όρους της εν λόγω συνεργασίας και χωρίς να διαλαμβάνει κατά τρόπο ορισμένο πραγματικά περιστατικά (παραγωγικά γεγονότα), με την επίκληση συγκεκριμένων επί μέρους συμβάσεων, από τα οποία να προκύπτει σαφώς ορισμένη οφειλή της καθής η ανακοπή - τρίτης προς την καθής η εκτέλεση οφειλέτιδα του ανακόπτοντος, καθώς και η δυνατότητα παραγωγής από την ως άνω συνεργασία μέλλουσας απαίτησης της τελευταίας.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, η ανακοπή είναι αόριστη, μη αρκούσης της γενικής επίκλησης του ανακόπτοντος ότι η καθής η ανακοπή οφείλει το προαναφερόμενο ποσό δυνάμει της πιο πάνω εμπορικής συνεργασίας με την οφειλέτιδα αυτού ανώνυμη εταιρία. Το Εφετείο, ωστόσο, έκρινε ότι η καθής η ανακοπή ομόρρυθμη εταιρία με τη δήλωσή της ενώπιον του Ειρηνοδίκη δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη της κατασχεθείσας απαίτησης αλλά επικαλέστηκε απλώς απόσβεση αυτής με εξόφληση και ότι για το λόγο αυτό αρκούσε για την πληρότητα της ένδικης ανακοπής η επίκληση από το ανακόπτον μόνον της βασικής έννομης σχέσης, από την οποία απορρέει η κατασχεθείσα απαίτηση, και η αμφισβήτηση του λόγου αδυναμίας ικανοποίησής της που πρόβαλε η καθής, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την απαίτηση αυτή.

Έκρινε, ως εκ τούτου, ορισμένη την ανακοπή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και, στη συνέχεια, προχωρώντας στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, δέχθηκε την ανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε ότι η αρνητική δήλωση της καθής η ανακοπή είναι ανειλικρινής και, επίσης, ότι υφίσταται οφειλή της προς την καθής η εκτέλεση - οφειλέτιδα του ανακόπτοντος ανερχόμενη στο ποσό των 563.855,96 ευρώ και, κατόπιν αυτού, υποχρέωσε την καθής η ανακοπή να καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό στο ανακόπτον.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει την ανακοπή ως αόριστη και απαράδεκτη, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ως εκ τούτου, ο σχετικός πρώτος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013), ήτοι η κατ' ουσίαν απόρριψη της ασκηθείσας από το αναιρεσίβλητο έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 148/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που είχε απορρίψει την ανακοπή ως αόριστη.

Πρέπει δε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ.

θ' ν. 4387/2016 (όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 αρ. 18 Εισ.Ν.ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρ. 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/ 8.12.1992 κοινής αποφ. των Υπουργών Οικονομικών και Δικ/νης, όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 37/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 21-4-2015 έφεση του ανακόπτοντος κατά της υπ' αριθμ. 148/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.

Απορρίπτει την έφεση κατ' ουσίαν. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ