Legislator Case Law & Legislation
259/2019 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific factual assumptions of the lower court.

Case Number 259/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision, ruling it inadmissible due to vague grounds. The appellant failed to specify the critical factual assumptions of the lower court that led to the rejection of their claim, rendering the appeal arguments abstract. Consequently, the court held that the appeal must be rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 35 of the Civil Code; Articles 62, 313(1)(d) and 286 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 573(1) of the same Code; Article 558 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to cite the specific factual assumptions of the lower court that are essential for the judgment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds factual assumptions legal costs civil procedure second instance summary judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 35 of the Civil Code
Article 62 of the Code of Civil Procedure
Article 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 286 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 259 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 259/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καναβάρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., 2)Δ. Α. του Ν., 3)Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 4)Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 5)Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 6)Σ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 7)Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ... 8)Α. Λ. του Μ., κατοίκου ..., 9)Ν. Α. του Σ., κατοίκου ..., 10)Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., 11)Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 12)Ν. Κ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Μαυραγάννη, ο οποίος δήλωσε ότι ο δεύτερος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Π. - Μ. Κ., η οποία συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/10/2012 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1743/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2521/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/12/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35 του ΑΚ, 62, 313 παρ. 1 στοιχ. δ και 286 επ. του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι, αν ο διάδικος ήταν στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης και απεβίωσε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για τη διακοπή και επανάληψη της δίκης και επομένως τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, άλλως είναι απαράδεκτα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του.

Διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη (απαράδεκτη) και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται, με την ιδιότητα αυτή, στη συζήτηση (ΟλΑΠ 27/87). Στην περίπτωση αυτή, εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του αποβιώσαντος διαδίκου, ως κληρονόμου του θανόντος, η δίκη συνεχίζεται κανονικά με τους κληρονόμους του θανόντος διαδίκου, χωρίς ν' απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση για επανάληψη της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 15.12.2016 αίτηση αναίρεσης, απευθύνεται μεταξύ άλλων και κατά του δευτέρου των αναιρεσίβλητων Δ. Α. του Ν., ως αντιδίκου της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά την δίκη που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθ. 2521/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Προκύπτει δε από το προσκομιζόμενο με επίκληση με αριθ.

…4/1/2016 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Δήμου …. ότι ο εν λόγω διάδικος απεβίωσε την 13 Μαΐου 2016, ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 16 Δεκεμβρίου 2016 με αριθ. κατ. 7474/…./16.12.2016, ήτοι σε μεταγενέστερο του θανάτου χρόνο. Από κανένα όμως στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά το χρόνο άσκησης της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα είχε λάβει καθ' οιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του εν λόγω διαδίκου.

Αντιθέτως κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων δήλωσε για πρώτη φορά το θάνατο του εν λόγω αναιρεσίβλητου και τη συνέχιση της "βιαίως διακοπείσας" δίκης από την εκ διαθήκης κληρονόμο σύζυγό του Π. - Μ. Κ.. Περαιτέρω από την προσκομιζόμενη με επίκληση από 12.5.2014 ιδιόγραφη διαθήκη του άνω αποβιώσαντος που δημοσιεύθηκε με το με αριθ. 1708/19.7.2016 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι ο διαθέτης εγκατέστησε τους εκεί αναγραφομένους κληρονόμους επί δήλων πραγμάτων της κληρονομιαίας περιουσίας και ειδικότερα όρισε τη σύζυγό του Π. - Μ.

Κ. κληρονόμο, μεταξύ άλλων, και σε "οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα σε χρήματα αποκτήσει στο μέλλον (πχ. ασφαλιστήριο συμβόλαιο κλπ)" και επομένως και επί των ένδικων αξιώσεων αυτού από την παροχή εξαρτημένης εργασίας στην αναιρεσείουσα εταιρεία. Κατ' ακολουθία, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, η ανωτέρω κληρονόμος του ως άνω αποβιώσαντος δήλωσε στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υπόθεσης, δια του νομίμως παρισταμένου εκπροσωπούντος αυτήν πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευστράτιου Μαυραγάνη, τον θάνατο του προαναφερομένου αναιρεσίβλητου, για τον οποίο θάνατο ουδόλως αμφισβητείται η άγνοια της αναιρεσείουσας εταιρείας, και την εκούσια στο όνομά της συνέχιση της δίκης.

Με την από 15.12.2016 και με αριθ. Κατάθεσης 7474/…./16.12.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2521/3.11.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 10.7.2014 και με αριθ.

κατάθ. 5339/31.7.2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της υπ' αριθ. 1743/2.6.2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 18.10. 2012 και με αριθ. κατάθ. 166.../19.10.2012 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, είχε αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία και είχαν επιδικασθεί σε αυτούς τα εκεί αναγραφόμενα επί μέρους ποσά για αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 20.7.2012 έως τη συζήτηση της αγωγής (10.10.2013) και επί πλέον χρηματικά ποσά για διαφορές αποδοχών στους 3ο, 8ο και 10ο των εναγόντων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση με τους επί μέρους λόγους αναίρεσης (πρώτο έως τέταρτο), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτή υπέπεσε στις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διαλαμβανόμενες πλημμέλειες.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα: α) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012 υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) με το να δεχθεί ότι στο πεδίο εφαρμογής της δεν ενέπιπταν οι με αριθ. 38/2010 και 39/2010 διαιτητικές αποφάσεις που προέβλεπαν στο άρθρο 10 αυτών την απαγόρευση των μαζικών απολύσεων, για το λόγο ότι αυτές είχαν λήξει με καταγγελία στις 8.8.2011 και 7.8.2011, ήτοι σε χρόνο πέραν του εξαμήνου από την πλασματική παράταση της ισχύος τους (άρθ. 9 παρ. 4 του Ν. 1876/1990), ενώ έπρεπε αντιθέτως να δεχθεί ότι αυτές ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης, σε κάθε δε περίπτωση έπρεπε να δεχθεί ότι ο όρος για την απαγόρευση των μαζικών απολύσεων είναι ασύμβατος με το περιεχόμενο ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς δεν μπορούσε να καταστεί ενοχικός όρος των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσίβλητων κατά το στάδιο της μετενέργειας (μετά δηλαδή την πάροδο του εξαμήνου), β) με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι ο όρος των πιο πάνω διαιτητικών αποφάσεων για την απαγόρευση των μαζικών απολύσεων είχε καταστεί όρος των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσίβλητων και συνεπώς συμβατικός όρος, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, καθότι δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες που αυτές θεσπίζουν, προκειμένου να προβεί στην ερμηνεία του εκεί αναγραφομένου όρου "μαζικές απολύσεις" που κατά την αναιρεσείουσα ταυτίζεται με τον όρο "ομαδικές απολύσεις" του Ν. 1387/1983, χωρίς τις εξαιρέσεις που προβλέπονται από τον τελευταίο αυτό νόμο, γ) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις του Π.Δ/τος 240/2006 που αφορά την ενημέρωση και τη διαβούλευση των εργαζομένων, το οποίο δεν ήταν εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση, καθότι οι ρυθμίσεις αυτού δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που τα θέματα αυτά ρυθμίζονται στην κείμενη νομοθεσία με ειδικό τρόπο, όπως στην προκειμένη περίπτωση των καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσίβλητων, όπου εφαρμόζεται ο Ν. 1387/1983, και σε κάθε περίπτωση, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα τήρησε τις διατάξεις του ως άνω Π.Δ/τος για την ενημέρωση των εργαζομένων σε αυτή, η οποία έχει συλλογικό χαρακτήρα και δεν αναφέρεται ατομικά σε κάθε εργαζόμενο και δ) με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, την οποία εσφαλμένως εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, καθότι μόνη η μη τήρηση της υποχρέωσης ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους που προβλέπει το Π.Δ/μα 240/2006 και η μη αναζήτηση ηπιότερης λύσης προκειμένου ν' αποφευχθούν οι απολύσεις, δεν καθιστούν καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη την καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των αναιρεσίβλητων, ενόψει του ότι οι ρυθμίσεις του εν λόγω Π.Δ/τος δεν προβλέπουν αυτή την ιδιαίτερα επαχθή κύρωση και των σοβαρών προβλημάτων που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αντιμετώπιζε η αναιρεσείουσα εταιρεία, οι οποίες οδήγησαν στη οριστική διακοπή εργασιών του παραρτήματος - μονάδας επιχείρησης, με συνέπεια να μην υφίσταται έδαφος για την εφαρμογή ηπιότερων της καταγγελίας μέτρων.

Κατά συνέπεια με το ν' αποφανθεί αντιθέτως η προσβαλλόμενη απόφαση το μεν παραβίασε τον πυρήνα του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας του εργοδότη, όπως στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος αποφασίζει τη διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησής του, το δε την αρχή της αναλογικότητας, καθότι η προσβαλλομένη απόφαση επιδίκασε συνολικά το ποσό των 330.000 ευρώ στους αναιρεσίβλητους για αποδοχές υπερημερίας σε επιχείρηση, της οποίας διακόπηκε λόγω οικονομικών δυσχερειών η λειτουργία του παραρτήματος - επιχειρηματικής μονάδας.

Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, όπως ορθώς επισημαίνουν και οι αναιρεσίβλητοι με το κατατεθέν μετά τη συζήτηση σημείωμα αυτών, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλαδή δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή των αναιρεσίβλητων, ως κατ' ουσία βάσιμη), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επί μέρους λόγων αναίρεσης.

Δεν αρκεί δε η στον τρίτο λόγο αναίρεσης αποσπασματική μνεία των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την ενημέρωση των εργαζομένων κατ' εφαρμογή του Π.Δ/τος 240/2006, πολλώ δε μάλλον που ελλείπει η έστω και συνοπτική αναφορά του συνόλου των παραδοχών αυτής που αφορούν το ίδιο κεφάλαιο σχετικά με την ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσίβλητων, στο οποίο αναφέρονται και οι λοιποί λόγοι.

Ούτε βεβαίως η ως άνω αοριστία καλύπτεται από την αναφορά των σχετικών παραδοχών στις πριν τη συζήτηση κατατεθείσες από 19.10.2018 προτάσεις της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο την κατ' αυτήν ερμηνεία των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και στο τι αφορά το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο αντίθετο συμπέρασμα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι (αόριστοι) όλοι οι λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας αυτής (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.12.2016 και με αριθ. κατάθ. 7474…./2016 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 2521/3.11.2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12Φεβρουαρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ