259/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 259 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 259/2016
Legislator headnote
AI generated259/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 259 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 259/2016
Keywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 259 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 259/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μυλωνά, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Γ., κατοίκου ... ο οποίoς εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6884/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 1/3/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 27/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά την έννοια του άρθρου 648 παρ.1 ΑΚ, εργοδότης στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφ` ενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφ` ετέρου υποχρεούται να πληρώσει προς αυτόν το συμφωνημένο μισθό. Συνήθως, εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, που ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα κατά την εκπλήρωση της σύμβασης και που εποπτεύει την τήρηση των όρων υπό τους οποίους τελεί η προσφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου. Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι ή ασκούνται από πλείονα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό το εάν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή εάν εργοδότης είναι μόνον ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 805/2011). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 64& 669 παρ. 2 ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3 198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι (α) η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λύνεται με καταγγελία της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό, (β) για την εγκυρότητα της καταγγελίας από τον εργοδότη απαιτείται να γίνει αυτή εγγράφως και να καταβληθεί στον απολυόμενο πλήρης η προβλεπομένη από το νόμο αποζημίωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή, με ποινή την ακυρότητα (άρθρο 174 ΑΚ), πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η απευθυντέα δήλωση βούλησης του εργοδότη, περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και να είναι σαφής περί λύσεως της συμβάσεως του εργαζομένου. Η διάταξη καθιερώνει τον έγγραφο τύπο, ως συστατικό της καταγγελίας της εργασιακή ς σύμβασης από τον εργοδότη. Ο τύπος περιορίζεται στην έγγραφη διατύπωση, χωρίς τυποποιημένο περιεχόμενο, της σαφούς βούλησης του εργοδότη να επιφέρει τη λύση της εργασιακής σύμβασης, το σχετικό δε έγγραφο πρέπει να περιέλθει στον εργαζόμενο με οποιονδήποτε τρόπο, από τότε δε που θα περιέλθει σ' αυτόν επέρχονται και τα αποτελέσματα της καταγγελίας. Αν δεν υπάρχει έγγραφο, η καταγγελία είναι άκυρη και δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα (ΑΚ 174, 180), ακόμη και αν καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης ορίζεται, κατ' αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου νόμου 3198/1955, η ημέρα της λύσης της σύμβασης, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη και η σύμβαση εργασίας δεν λύνεται, αλλά παραμένει ενεργός (ΑΠ 368/2013), (γ) ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως ως άνω την αορίστου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού που απολύθηκε και υποχρεούται να καταβάλλει μισθούς υπερημερίας, μέχρις ότου καταγγείλει εγκύρως την σύμβαση ή επαναπροσλάβει (ορθότερα, επαναπασχολήσει) τον ακύρως απολυθέντα (ΑΠ 698/2010, ΑΠ 924/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005, ΑΠ 355/2015). Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 324/2012, ΑΠ 221/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε αρχικά την 1-12-1986 από την εταιρία με την επωνυμία "...", που δραστηριοποιείται στον χώρο της εμπορίας υποδημάτων και ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιριών με την εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολούμενος ως πωλητής. Την 31-12-1987, η αρχική εργοδότρια "...", κατήγγειλε εικονικά τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απολύσεως και αμέσως μετά, την 1-1-1988 προσλήφθηκε από διαφορετική εταιρία του ιδίου ομίλου. Την 1-3-1993 η τελευταία εργοδότρια εταιρία κατήγγειλε εικονικά τη σύμβασή του χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, και στη συνέχεια ο ενάγων προσλήφθηκε και απολύθηκε διαδοχικά από άλλες εταιρίες του ιδίου ομίλου, με τον ίδιο τρόπο. Την 1-3-2001 ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία του ιδίου ομίλου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Έτσι ο ενάγων από την από 1-12-1986 αρχική πρόσληψη του από την εταιρία "..." μέχρι και το χρόνο λύσης της σύμβασης του από την εναγομένη εταιρία, απασχολείτο σε εταιρίες του ίδιου ομίλου, οι οποίες (εταιρίες) ήταν των συμφερόντων των ιδίων προσώπων, που μετείχαν σε αυτές ως ομόρρυθμοι εταίροι, η δε προσφορά της εργασίας του στις προαναφερόμενες εταιρίες του ιδίου ομίλου δεν έγινε λόγω σύμβασης δανεισμού εργαζομένου, αλλά λόγω των αυξημένων αναγκών της και της ευρύτητας γνώσεων του εργασιακού αντικειμένου του ενάγοντος....Η εναγομένη κατήγγειλε στις 12-10-2009 τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και κατά συνέπεια η καταγγελία ήταν άκυρη. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του δεν αποδείχθηκε. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 11.957,44 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 12-6-2010 και για 8 μήνες (1.494,68 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός Χ 8 μήνες), αφού απέρριψε την έφεση της εναγομένης- αναιρεσείουσας κατ' ουσίαν, με παραδοχή της πρωτόδικης απόφασης ,η οποία είχε κάνει δεκτή την αγωγή ,ως κατ' ουσίαν βάσιμη με απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε μήνα που θα αρνείται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο : Α) Δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 349, 350, 648, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3 198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920. και Β) Διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, περί του ανωτέρω ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι ο ενάγων από την από 1-12-1986 αρχική πρόσληψη του από την εταιρία "..." μέχρι και την από 12-10-2009 άκυρη καταγγελία της σύμβασης του από την εναγομένη εταιρία, απασχολείτο στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων που ανήκε και η εναγομένη. Ειδικότερα, η παραδοχή ότι οι εικονικές προηγούμενες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας, οι άμεσες προσλήψεις του ενάγοντος από άλλες εταιρίες του ομίλου που ανήκε και η εναγομένη και η απασχόληση αυτού από τις άλλες εταιρίες του ομίλου, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι οι ως άνω εταιρίες ήταν των συμφερόντων των ιδίων προσώπων, που μετείχαν σε αυτές ως ομόρρυθμοι εταίροι. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. 2. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 142/2013). Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου ( ΑΠ 142/2013) Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τους από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, που έκρινε άκυρη την από 12-10-2009 καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη καταβολής εκ μέρους της αποζημίωσης στον αναιρεσίβλητο και δέχθηκε κατ' ουσία την αγωγή του αναιρερεσίβλητου, με το να δεχθεί, ως νόμω και ουσία βάσιμο, το αίτημα της αγωγής του αναιρεσίβλητου για επαναπρόσληψή του με απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648,653,656 και 361 ΑΚ και 23 παρ.2 του ν. 1264/1982 και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ,στους οποίους στηρίζονται, προτάθηκαν από αυτή νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγους της έφεσής της ή των προσθέτων λόγων της ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72 επ, 777, 778 του ΑΚ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 18 ΕμπΝ. όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με την παρ. 2 του άρθρου 294 του ν.4072/2012 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση που αναφέρεται σε διαφορά η οποία εξελίχθηκε κατά το προγενέστερο της ως άνω κατάργησης διατάξεων του ΕμπΝ. χρονικό διάστημα και επί των προσωπικών εταιρειών, συνάγονται ότι α) η εταιρεία μετά τη λύση της εισέρχεται στο στάδιο της εκκαθάρισης και διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα, εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες και ο σκοπός της εκκαθάρισης και β) το στάδιο της εκκαθαρίσεως ακολουθεί υποχρεωτικά και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρείας (ΑΠ 1818/2014, ΑΠ 288/2014). Περαιτέρω, η λύση της εργασιακής σύμβασης δεν επέρχεται αυτοδικαίως με την λύση και θέση σε εκκαθάριση της εταιρίας -εργοδότη. Τέλος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση (ΑΠ 277/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και αναφέρθηκε ήδη στη δεύτερη (2) παράγραφο της παρούσας, το Εφετείο, που έκρινε άκυρη την από 12-10-2009 καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη καταβολής εκ μέρους της αποζημίωσης στον αναιρεσίβλητο, δέχθηκε κατ' ουσία την αγωγή του αναιρεσίβλητου, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να προβεί στην επαναπρόσληψή του και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και την υποχρέωσε να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το αιτούμενο ποσό των 11.957,44 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 12-6-2010 και για οκτώ μήνες (δηλαδή έως 12-2-2011), όταν ακόμα η αναιρεσείουσα δεν βρισκόταν υπό καθεστώς εκκαθάρισης (χρόνος λύσης αυτής στις 28-7-2011) με απειλή χρηματικής ποινής. Επομένως ο πέμπτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος, του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί το αίτημα της αγωγής του αναιρεσίβλητου για επαναπρόσληψή του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 777 και 778 του ΑΚ, για το λόγο ότι αυτή (αναιρεσείουσα) βρισκόταν υπό καθεστώς εκκαθάρισης από 28-7-2011 και συνεπώς το αίτημα αυτό της αγωγής ήταν άνευ αντικειμένου, είναι (ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως) αβάσιμος καθ` όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, οι οποίες και δεν ήταν εφαρμοστέες σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές του.
4. Από τη διάταξη του άρθρο .559 αριθ. 20 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο με αυτή διατυπούμενος λόγος αναίρεσης της παραμόρφωσης του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται όταν το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπήρξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο απότοκο λανθασμένης απ' αυτό ανάγνωσης αποδεικτικού κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 339 και 432 επ. ΚΠολΔ. εγγράφου, με αποτέλεσμα να αποδοθεί σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό. Επομένως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται και στην περίπτωση της εσφαλμένης, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας περιεχόμενου εγγράφου, αφού αυτή εμπίπτει στην, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το ίδιο δικαστήριο πραγματικών γεγονότων.
Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση της παραμόρφωσης της από 12-10-2009 εξώδικης δήλωσής αυτής προς τον αναιρεσίβλητο, για το λόγο ότι από αυτήν προκύπτει εξώδικη διαμαρτυρία της προς τον αναιρεσίβλητο για την επί εξάμηνο αδικαιολόγητη απουσία του από την εργασία και κλήση του για υπογραφή οικειοθελούς αποχώρησής του, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως από αυτόν (λόγο) προκύπτει δεν προβάλλεται εσφαλμένη ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά η συναγωγή από το έγγραφο αυτό, με εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που υποστηρίζει ως ορθό η αναιρεσείουσα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω τη ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-3-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6.884/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ