259/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2006 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 9-3-2007 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 221/2008 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 14-7-2011 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated259/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος.
Full text
Απόφαση 259 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 259/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου παρέδρου του ΝΣΚ, Γεώργιο Βαμβακίδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Γ. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αστέριου Κουρούπη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2006 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 9-3-2007 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 221/2008 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 14-7-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 21-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.2 εδ.α' του ν. 2864/1998 "Περί Εθνικού Κτηματολογίου", παρ.3 περ.α', όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ.2 του Ν.3481/2006, 6 παρ.1 και 2, όπως η παρ.2 ισχύει μετά την τροποποίηση της από το άρθρο 5 του Ν. 3559/2007 συνάγεται, ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο, ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου (και μέχρι να οριστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας του ακινήτου), που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.
Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος.
Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι' αυτό άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 του ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του ν. 3481/2006, αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή ενώ στην τροποποιηθείσα αυτή διάταξη ορίζεται ότι "εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου ...". (ΑΠ 309/2012).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι δυνατή η άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βέβαια συντρέχει η κατά το άρθρο 69 του ίδιου κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.
Ειδικότερα, ενώ στη δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επίδικου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος συνίσταται στην παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης αναφορικά με το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο.
Στη δίκη της εκούσιας δικαιοδοσίας, εφόσον η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αίτησης με την οποία ανοίχθηκε η δίκη ή τη ρύθμιση του επίδικου αντικειμένου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ζητείται με την αίτηση πρόκειται για κύρια παρέμβαση. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του δικογράφου της από 30-10-2006 ένδικης κύριας παρέμβασης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραδεκτά το τελευταίο άσκησε σύμφωνα με τις διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων ΚΠολΔ και του άρθρου 6 παρ.3 του ν. 2664/1998, ζήτησε: 1) να αναγνωρισθεί αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) κύριο του περιγραφόμενου στην από 25-9-2006 ένδικη αίτηση της αναιρεσίβλητης με βάση τους σαφώς αναφερόμενους στην ως άνω κύρια παρέμβαση πρωτότυπους τρόπους κτήσεως της κυριότητας, 2) να υποχρεωθεί η καθής η κύρια παρέμβαση και ήδη αναιρεσίβλητη, που κατέχει το επίδικο ακίνητο να υποχρεωθεί να του το αποδώσει και 3) να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" του κτηματολογικού βιβλίου του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου … με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου ΚΑΕ ..., ώστε να αναγραφεί σε αυτό ως ιδιοκτήτης το Ελληνικό Δημόσιο και όχι η καθής.
Την ως άνω κυρία παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη στο σύνολό της με την αιτιολογία ότι δεν εξέθετε σ' αυτήν ότι έχει δικαίωμα εγγραπτέο στα κτηματολογικά φύλλα, αλλά ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και τη διόρθωση της εγγραφής, που αφορά την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, το οποίο φέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη".
Στη συνέχεια το Εφετείο με βάση την ως άνω παραδοχή του ως προς την κυρία παρέμβαση προχώρησε στην απόρριψη της από 12-7-2007 έφεσης του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ' αριθμ. 33/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας που είχε απορρίψει όμοια την ένδικη παρέμβασή του.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας στο σύνολό της την ένδικη κυρία παρέμβαση ως μη νόμιμη, παραβίασε τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που αφορούν το δικαίωμα άσκησης κυρίας παρέμβασης από το Ελληνικό Δημόσιο στη δίκη της εκουσίας δικαιοδοσίας που ανοίχθηκε με αίτηση άλλου και με την οποία ζητείται η διόρθωση της εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου ακινήτου που φέρεται "ως αγνώστου διαμονής (άρθρο 6 παρ.3 του ν. 2664/1998), κατά το μέρος μόνο που ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" του επιδίκου ακινήτου στο αντίστοιχο κτηματολογικό βιβλίο του αρμοδίου κτηματολογικού γραφείου ώστε να αναγραφεί σε αυτό ως ιδιοκτήτης του και όχι η καθής η παρέμβαση-αιτούσα, εννοώντας έτσι ότι έχει αυτό δικαίωμα εγγραπτέο στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο για το επίδικο ακίνητο, ενώ κατά το μέρος που ζητείται να αναγνωρισθεί η κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου και να υποχρεωθεί η καθής κατέχουσα το επίδικο ακίνητο και οποιοσδήποτε έλκει δικαιώματα από αυτήν ή κατέχει επ' ονόματί της να του αποδώσει το επίδικο ακίνητο, είναι μη νόμιμη, καθόσον αντικείμενο της προκειμένης δίκης δεν είναι η αυθεντική διάγνωση δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου (βλ.
ΑΠ 309/2012). Πρέπει να επισημανθεί ότι ορθά το Εφετείο έκρινε ότι είναι μη νόμιμο και το αίτημα της αιτούσας - ήδη αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της συγκυριότητάς της επί του επιδίκου, το οποίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της σχετικής αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής. Επομένως το Εφετείο που έκρινε ότι η ένδικη κυρία παρέμβαση είναι μη νόμιμη κατά το μέρος που ζητήθηκε η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου του επιδίκου ακινήτου, ώστε να αναγραφεί σ' αυτό ως ιδιοκτήτης το Ελληνικό Δημόσιο και όχι η καθής η κυρία παρέμβαση και αιτούσα την αναγραφή της δικής της επωνυμίας, δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο (άρθρο 6 παρ.3 του ν. 2664/1998 σε συνδυασμό με το άρθρο 79 ΚΠολΔ) και επομένως υπέπεσε στην από το άρθρο 559 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη αναιρετική πλημμέλεια.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προαναφερόμενη πλημμέλεια, ως βάσιμος, παρέλκει δε μετά ταύτα η εξέταση του δευτέρου από τον αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου λόγου αναίρεσης (μη επαρκής αιτιολογία). Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Εύβοιας (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η ηττώμενη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 παρ.1 του ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 221/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Εύβοιας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ