Legislator Case Law & Legislation
259/2011 AI generated

259/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 259/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 259 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated
259/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 259 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
waiver of claims by creditors opposition by debtor waiver by creditor loan write-off creditor petition for bankruptcy suspension of payments

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 259 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Διαδικασία αμοιβών δικηγόρου. Άσκηση αγωγής δικηγόρου Τράπεζας για υπόλοιπο οφειλομενης αμοιβής σύμφωνα με τα κατώτατα όρια του κώδικα Δικηγόρων. Αγωγή καταχρηστική εφόσον επί πενταετία λάμβανε αυτός ως αμοιβές ποσά υπολειπόμενα των κατωτέρω ορίων του δικηγορικού κώδικα, χωρίς να προβάλει αντίρησηαλλά αντιθέτως να παραιτείται συγχρόνως και από τη λήψη της διαφοράς. Παραπομπή στη Τακτική Ολομέλεια του Αρείου λόγω λήψης απόφασης με διαφοράς μιας ψήφου.

Αριθμός 259/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος και διόρισε συμπληρεξούσιο στο ακροατήριο, τον δικηγόρο Σαράντη Τόλια.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκε η 150/ΕΡΓ/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 160/ΤΠ/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-9-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 29-10-2009 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Βασίλειου Λυκούδη με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο αναιρεσείων και ο συμπληρεξούσιος του ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ. 16 ια ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ενώ, εάν το δικάσαν δικαστήριο δεν απάντησε σε ισχυρισμό περί δεδικασμένου, ο αναιρετικός έλεγχος γίνεται μέσω του από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 1339/1985). Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3)αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, και 4)αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τις αποφάσεις των ειρηνοδικείων και τις αποφάσεις των πρωτοδικείων οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, δεν προβλέπεται λόγος αναιρέσεως για το ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 8β Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας, δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο, που προκύπτει από την αναφερόμενη στο αναιρετήριο τελεσίδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε ο πρώτος να του καταβάλει η δεύτερη τις αμοιβές του ως δικηγόρου σύμφωνα με τα κατώτατα όρια του Κώδικα περί δικηγόρων, και απερρίφθη ένσταση αυτής περί καταχρηστικής άσκησης της ως άνω αγωγής, ζήτημα το οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, εμπόδιζε την αναιρεσίβλητη να προβάλει τον ισχυρισμό εκ του άρθρου 281 ΑΚ και στη νέα δίκη που ανοίχθηκε με την άσκηση της ένδικης μεταγενέστερης αγωγής του κατ'αυτής, με το ίδιο αίτημα για καταβολή δικηγορικών αμοιβών με βάση επίσης τα κατώτατα όρια σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων. Ο λόγος όμως αυτός, κατ'ορθή εκτίμηση, όπως εκτέθηκε από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται, μεταξύ των άλλων και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των από φάσεων των Ειρηνοδικείων και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψή του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί μόνο η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου ν' ασκήσει το δικαίωμά του, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενάσκησης του δικαιώματός, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, ν' αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αρχές, διότι δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υποχρέου (Ολ.ΑΠ 8/2001). Η ως άνω διάταξη έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξης, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από διατάξεις δημόσιας τάξης, όπως είναι και εκείνη του άρθρου 92 παρ.2 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία ορίζεται ο τρόπος καθορισμού του ελαχίστου ορίου της πάγιας περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του (Ολ.ΑΠ 33 και 34/2005). Ειδικότερα (α) κατ' αρθ. 91 παρ.1 του ως άνω Κώδικα ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, (β) κατ' άρθ. 92 παρ.1 του ίδιου Κώδικα (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ.β αυτής με το άρθ. 5 παρ. 3 του ν.δ 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθ.8 ν. 1093/ 1980) η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη την διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος της είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία περίπτωση όμως, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθ. 98 επί του ως άνω Κώδικα, κάθε δε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ως άνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψης της. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι, η συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται στα άρθ. 98 επ. του Κώδικα των Δικηγόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψης της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και τη μορφή υπό την οποία συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του αρ. ΑΚ ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (άρθ.174,180 ΑΚ). Ο δικηγόρος, παρά τη συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί ν' αντιτάξει κατά της απαίτησής του ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη. Όμως, η αφορμή ή οι συνθήκες, με τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από κάθε απαίτησή του για δικηγορική αμοιβή, το περιεχόμενο της έγγραφης παραίτησης του κ.λ.π. μπορούν να ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντίθεσης της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραίτησης η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας, κρίνοντας, ύστερα από έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, για την καταβολή οφειλομένου υπολοίπου δικηγορικής αμοιβής, δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: «Με το 2999/12-6-1996 έγγραφο της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης γνωστοποιήθηκε στον Διευθυντή του υποκαταστήματος … η έγκριση του Διοικητή της Τράπεζας για συνεργασία με τον ενάγοντα δικηγόρο για τη νομική κάλυψη του καταστήματος … με την ανάθεση σ' αυτόν του ελέγχου των τίτλων νέων δανειοδοτουμένων πελατών με βάση τις αμοιβές που ορίζονταν στην εγκύκλιο 74/94, οι οποίες ήσαν ανάλογες με το ύψος του δανειστικού συμβολαίου και κυμαίνονταν από 5.000 δραχμές για δανειστικά συμβόλαια ύψους 5.000.000 δραχμών μέχρι 150.000 δραχμές για δανειστικά συμβόλαια που υπερέβαιναν το ποσό των 100.000.000 ευρώ. Με το ίδιο έγγραφο εγκρίθηκε η δυνατότητα ανάθεσης στον ενάγοντα και δικών, σύμφωνα με την 18/28.12.1995 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης Τράπεζας, η οποία αφορούσε σε απαιτήσεις της Τράπεζας που υπερέβαιναν το ποσό των 10.000.000 δραχμών, καθώς επίσης εγκρίθηκε η ανάθεση και άλλων υποθέσεων τις οποίες, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο έγγραφο, οι ήδη συνεργαζόμενοι με την Τράπεζα δικηγόροι αρνούνταν να αναλάβουν με τις αμοιβές που είχε διαμορφώσει η εναγομένη Τράπεζα. Συγκεκριμένα, η τελευταία είχε καταρτίσει πινάκιο αμοιβών για όλους τους δικηγόρους της επικράτειας που συνεργάζονταν με τα καταστήματά της, το οποίο προέβλεπε αμοιβές κατώτερες των προβλεπομένων από τον Κώδικα Δικηγόρων, οριζόμενες κατ' αποκοπή αναλόγως του δικαστηρίου που ήταν καθ' ύλη αρμόδιο για την υπόθεση. Ειδικότερα για άσκηση αγωγής στο Ειρηνοδικείο προβλέπονταν αμοιβή 8.000 και για παράσταση και προτάσεις στο ίδιο δικαστήριο ποσό 12.000 δραχμών ενώ για ανάλογες ενέργειες για υποθέσεις αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου τα ποσά διαμορφώνονταν σε 10.000 και 16.000 δραχμές αντίστοιχα. Επιπλέον, η έγκριση αυτή προέβλεπε ότι το σύνολο της μηνιαίας αμοιβής του ενάγοντος δε θα μπορούσε να υπερβαίνει το όριο των 300.000 δραχμών και ότι κατά την εξόφληση της αμοιβής για τις νομικές υπηρεσίες εκάστου μηνός θα έπρεπε να υπογράφει δήλωση-παραίτηση από οποιαδήποτε επιπλέον απαίτηση. Ο ενάγων, αφού έλαβε γνώση τόσο του περιεχομένου της έγκρισης όσο και των μνημονευομένων σ' αυτό εγγράφων ήτοι της εγκυκλίου 74/94 για τις αμοιβές του ελέγχου συμβολαίων, του πίνακα αμοιβών για τις δίκες καθώς και της δήλωσης περί παραίτησης που έπρεπε να συνυποβάλλει για την είσπραξη της αμοιβής του, ξεκίνησε τη συνεργασία του με την Τράπεζα. Το ίδιο χρονικό διάστημα η εναγομένη συνεργαζόταν υπό το ίδιο καθεστώς με δύο ακόμη δικηγόρους-μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας, την Ε. Κ.-Μ. και τον Γ. Π., οι οποίοι από κοινού με τον ενάγοντα διαμαρτυρήθηκαν προς τη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών της εναγόμενης Τράπεζας για το χαμηλό ύψος των αμοιβών τους αποστέλλοντας το με ημερομηνία 3.1.1997 έγγραφό τους, με το οποίο ζήτησαν να εξεταστεί η δυνατότητα να αμείβονται με το τιμολόγιο του Συλλόγου τους, ανεξάρτητα από το ύψος διαφοράς κάθε υπόθεσης. Μάλιστα με το έγγραφο αυτό επεσήμαναν ότι για τις συνήθεις υποθέσεις της εναγομένης, που ήταν αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου, οι αμοιβές με βάση τα οριζόμενα από το Δικηγορικό Σύλλογο Βέροιας ανέρχονταν σε 45.000-50.000 δραχμές και συνεπώς ήταν ανώτερες (από πρόδηλη γραφική παραδρομή στη προσβαλλομένη απόφαση αναγράφεται ότι υπολείπονται) των προβλεπομένων από τον πίνακα της Τράπεζας ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, προέβλεπε αμοιβή 8.000 δραχμών για την άσκηση της αγωγής στο Ειρηνοδικείο και 12.000 για παράσταση και προτάσεις. Ότι η απάντηση της Τράπεζας ήταν αρνητική στο αίτημα αυτό των ως άνω τριών αμίσθων -εξωτερικών συνεργατών δικηγόρων, οι δύο από τους οποίους αποφάσισαν να διακόψουν τη συνεργασία τους με την εναγομένη Τράπεζα, σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ο οποίος συνέχισε να επιμελείται υποθέσεων της με το προϋπάρχον καθεστώς αμοιβών. Ότι αυτός μαζί με την εξοφλητική απόδειξη που εξέδιδε κάθε μήνα για τη λήψη της αμοιβής του, που υπολογίζονταν πάντοτε με βάση το τιμολόγιο της Τράπεζας, συνυπέβαλε και δήλωση ότι δεν έχει, ούτε διατηρεί, καμία αξίωση ή απαίτηση κατά της ΑΤΕ από την προσφορά νομικών υπηρεσιών, σε κάθε δε περίπτωση ό τι παραιτείται ρητά από οποιαδήποτε αξίωση ή απαίτηση, την οποία άλλωστε (δήλωση) απαιτούσε η Τράπεζα για να καταβάλει την αμοιβή. Ότι, με αυτά τα δεδομένα αυτά η συνεργασία τους συνεχίσθηκε μέχρι τον Οκτώβριο του 2000, όταν ο ενάγων αποχώρησε επιδίδοντας ταυτόχρονα στην εναγομένη εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία, στην οποία εξέθετε τους λόγους της αποχώρησής του που συνοψίζονταν στις απαράδεκτα χαμηλές αμοιβές για τις παραστάσεις ενώπιον δικαστηρίων για την υποστήριξη υποθέσεων της εναγομένης, τη διάψευση της προσδοκίας του για αναπροσαρμογή τους, που ήταν και ο λόγος της υπομονής και ανοχής που είχε επιδείξει από την αρχή της συνεργασίας τους και τέλος στη διαπίστωση ότι η Τράπεζα σταμάτησε να του αναθέτει τον έλεγχο των συμβολαίων δανεισμού με μεγάλο οικονομικό αντικείμενο (ο οποίος αμείβεται με ποσοστό επί του ποσού του δανείου), τον οποίο ανέθετε πλέον σε δικηγόρο του Πρωτοδικείου Έδεσσας που αμειβόταν με πάγια αντιμισθία. Ότι με την ασκηθείσα στη συνέχεια ένδικη αγωγή του ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για την παράσταση, την σύνταξη και κατάθεση προτάσεων προς αντίκρουση της με αριθ. εκθ. κατ. 181/1998 ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ των οφειλετών της εναγομένης Σ. και Κ. Σ. που συζητήθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας την 28-1-1999 το οφειλόμενο υπόλοιπο της νόμιμης αμοιβής του, ποσού 28.415.789 δραχμών και ήδη 83.391.89 Ε, υπολογιζομένης κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων με ποσοστό 2% επί του ποσού των 1.421.389.461 δραχμών, στο οποίο ανερχόταν η απαίτηση της δανείστριας Τράπεζας (εναγομένης), για την οποία επεσπεύδετο ο πλειστηριασμός, δηλ. ποσό 28.427.789 δραχμών, μετ' αφαίρεση του ποσού των 12.000 δρχ. που είχε λάβει από την Τράπεζα σύμφωνα με το πινάκιο των αμοιβών. Ότι, η πάροδος πέντε ετών από την παροχή των σχετικών νομικών υπηρεσιών και κυρίως επτά ετών από τότε που η εναγομένη με τα αρμόδια όργανα της αρνήθηκε την αναπροσαρμογή των αμοιβών και κατέστησε σαφές ό τι δεν επιθυμεί να καταβάλλει στους συνεργαζόμενους δικηγόρους αμοιβές μεγαλύτερες αυτών που είχε ορίσει με το πινάκιο της σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ενάγων επέλεξε με την δική του ελεύθερη βούληση να συνεχίσει την παροχή νομικών υπηρεσιών υπό το ίδιο καθεστώς παρά την ως άνω στάση της εναγομένης, καθιστούν καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του για την καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής, προκειμένου αυτή να είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα στον Κώδικα περί Δικηγόρων, καθόσον με την προηγούμενη συμπεριφορά του δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν θ' απαιτήσει την αμοιβή που ορίζει ο Κώδικας περί Δικηγόρων, η μεταγενέστερη δε άσκηση της ένδικης αγωγής αντίκειται στα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Ότι όλα τα παραπάνω δεν ανατρέπονται από τη με ημερομηνία 3-1-1997 έγγραφη διαμαρτυρία των συνεργαζομένων με την εναγομένη δικηγόρων, μεταξύ των οποί ων και ο ενάγων, για το ύψος των αμοιβών που είχε ορίσει μονομερώς η εναγομένη, καθόσον με αυτήν ζητούσαν αναπροσαρμογή των αμοιβών κατά τον πίνακα του Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας, δηλ. τα ελάχιστα όρια που διαμορφώνονται ανά διετία με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ως ελάχιστη ενιαία αμοιβή για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας που προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο και όχι την αναπροσαρμογή με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων, την οποία ο ενάγων ζητεί για πρώτη φορά με την κρινόμενη αγωγή του και την οποία ουδέποτε αξίωσε από την εναγομένη κατά την διάρκεια της τετραετούς συνεργασίας τους, χωρίς μάλιστα να γίνεται λόγος για αναδρομικές αναπροσαρμογές ή για πρόθεση επιδίωξης συμπληρωματικών αμοιβών για παλαιότερες δικαστηριακές ενέργειες για λογαριασμό της Τράπεζας αλλά μόνο για το ύψος των αμοιβών για τις νέες υποθέσεις που θα κληθούν ν' αντιμετωπίσουν για λογαριασμό αυτής. Ότι, η ένδικη αξίωση συμπληρωματικής αμοιβής δεν μπορεί να εκτιμηθεί στα πλαίσια των προσωπικών διαμαρτυριών του ενάγοντος τα έτη 1997 και 1998 για το ύψος των αμοιβών που προέβλεπε ο πίνακας της Τράπεζας για τους εξωτερικούς συνεργάτες-δικηγόρους, καθόσον δεν απεδείχθη ότι οι οχλήσεις αυτές αφορούσαν την καταβολή αμοιβών με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων και πολύ περισσότερο την καταβολή συμπληρωματικών αμοιβών για παλαιότερες υποθέσεις, αφού ο ενάγων με τα εκτιθέμενα στην αγωγή του αλλά και την από 12-10-2000 εξώδικη δήλωσή του προς την εναγομένη κάνει λόγο μόνο για υποβληθέντα στο παρελθόν αιτήματα βελτίωσης του πλαισίου συνεργασίας με την Τράπεζα και για τις διαβεβαιώσεις μελλοντικών αναπροσαρμογών που ελάμβανε και όχι για την κοινοποίηση στην εναγομένη της πρόθεσης του προς αναζήτηση των αμοιβών που δικαιολογεί ο Κώδικας περί Δικηγόρων για ήδη διεκπεραιωθείσες υποθέσεις σε περίπτωση μη αναπροσαρμογής του πίνακα. Ότι, η δημιουργία πεποίθησης στην εναγομένη για την μη αναζήτηση συμπληρωματικής αμοιβής λόγω της προηγηθείσης συμπεριφοράς του ενάγοντος, που αντιφάσκει προς την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ενισχύεται από το γεγονός ότι στις αρχές του έτους 1997 υπήρξε σαφής αρνητική απάντηση της εναγομένης στο αίτημα για αναπροσαρμογή των αμοιβών, μετά την οποία οι συνάδελφοι αποχώρησαν, ενώ ο ίδιος επέλεξε να συνεχίσει τη συνεργασία εν γνώσει της θέσης της εναγομένης, που δήλωσε εξ αρχής ότι δεν επιθυμεί να καταβάλλει τις υψηλότερες νόμιμες αμοιβές, από τις οποίες ο ενάγων δεν μπορεί να παραιτηθεί έγκυρα, με την συμπεριφορά του, όμως, να συνεχίσει να συνεργάζεται με την εναγομένη μέχρι τα τέλη περίπου του έτους 2000 ο ίδιος αποδυνάμωσε το δικαίωμά του για αναζήτηση τους, λαμβανομένου υπόψη ότι η συνέχιση της συνεργασίας του με απώτερο σκοπό να διατηρήσει τη θέση του συνεργάτη αποβλέποντας στη μελλοντική αύξηση των αμοιβών με αναδιαμόρφωση του πίνακα της Τράπεζας, υπήρξε επαγγελματική επιλογή του ίδιου του ενάγοντος, ο οποίος σε αντίθεση με τους συναδέλφους του που έκριναν μη συμφέρουσα τη συνέχιση της συνεργασίας και αποχώρησαν, επέλεξε την παραμονή προκειμένου να επωφεληθεί τυχόν μελλοντικής βελτίωσης των αμοιβών, ότι η μη ευόδωση των προσδοκιών αυτών δεν αναιρεί το γεγονός της οικειοθελούς συνέχισης της συνεργασίας με την εναγομένη, η οποία εύλογα δεν ανέμενε την εκ των υστέρων άσκηση αγωγών από τον ενάγοντα, ενώ η εξακολούθηση της παροχής νομικών υπηρεσιών έγινε αβίαστα και με δική του βούληση, καθόσον δεν αποδεικνύεται, ούτε ο ενάγων επικαλείται οποιονδήποτε λόγο που επέβαλε σ'αυτόν, άμεσα ή έμμεσα, αυτήν την επιλογή. Ότι, ο ενάγων πλην της κρινόμενης άσκησε κατά της εναγομένης και άσκησε κατά της εναγομένης και άλλες τέσσερις αγωγές και δη τις με αριθ. εκθ. κατ. 177 /30-11-2000 και 292/28-12-2004 στο Ειρηνοδικείο Βέροιας και 4028/30-11-2000,4529/29-12-2004 στο Πρωτοδικείο Βέροιας, με τις οποίες ζητεί την καταβολή επιπλέον αμοιβής για δεκατέσσερις υποθέσεις της εναγομένης στις οποίες παραστάθηκε, συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 1996 μέχρι τον Οκτώβριο του 2000 αξιώνοντας από την εναγομένη το συνολικό ποσό των 62.400.217 δραχμών ή 183.126,09 ευρώ. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η Τράπεζα δεν αιφνιδιάστηκε από τη δικαστική επιδίωξη των νομίμων αμοιβών αλλά αντίθετα την είχε προβλέψει επικαλούμενος, προς επιβεβαίωση της γνώσης της εναγομένης για τις προϋποθέσεις του, το γεγονός ότι αυτή σταμάτησε να του αναθέτει ελέγχους για να αποφύγει τη δικαστική επιδίωξη της νόμιμης αμοιβής κατά τον Κώδικα Δικηγόρων, αναιρείται από το λογικό επιχείρημα ότι, εάν η εναγομένη είχε αντιληφθεί τις προθέσεις του ενάγοντα και προσπαθούσε να αποφύγει τυχόν μελλοντική εμπλοκή σε δικαστικές διαμάχες μαζί του, θα είχε προβεί άμεσα σε πλήρη διακοπή της συνεργασίας της με τον ενάγοντα και δεν θα είχε κανένα λόγο να περιοριστεί στη διακοπή ανάθεσης ελέγχου των δανειστικών συμβολαίων, η οποία ανατέθηκε στον δικηγόρο που αμειβόταν με πάγια αντιμισθία προφανώς διότι αυτός δε θα λάμβανε επιπλέον αμοιβή, ώστε να αποφευχθεί η αμοιβή των 150.000 δραχμών που θα καταβαλλόταν σε εξωτερικό δικηγόρο. Εξάλλου, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη, για να κριθεί καταχρηστική, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του, τις οποίες εύλογα θα επιφέρει η οικονομική επιβάρυνση της εναγομένης, σε περίπτωση που η κρινόμενη αγωγή γίνει δεκτή και κληθεί να καταβάλει επιπλέον αμοιβή, καθόσον πρόκειται για επιχείρηση που λειτουργεί με τους κανόνες του εμπορίου με σκοπό τη δημιουργία κερδών για τους μετόχους της, χωρίς να αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι αυτή διαθέτει οικονομική επιφάνεια, καθόσον η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος θα εξαντλούνταν στη σύγκριση των οικονομικών δυνάμεων των μερών, περιορίζοντας ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής της». Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας, έκρινε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή ως βάσιμης ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης αυτής της αναιρεσίβλητης και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας (Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας) δεν παρεβίασε, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, μολονότι κατά τις παραδοχές της απόφασης του δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του. Ειδικότερα κατά την πλειοψηφούσα άποψη, τα ανέλεγκτα αναιρετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι αποδείχθηκαν και ιδιαίτερα ότι: α) η πάροδος πέντε πλήρων ετών από την παροχή των σχετικών νομικών υπηρεσιών αλλά κυρίως επτά ετών από τότε που η αναιρεσίβλητη μέσω των αρμοδίων οργάνων της αρνήθηκε την αναπροσαρμογή των αμοιβών και κατέστησε σαφές ότι δεν επιθυμεί να καταβάλει στους συνεργαζόμενους δικηγόρους αμοιβές μεγαλύτερες αυτών που είχε ορίσει με το πινάκιο της, β) ο αναιρεσείων επέλεξε με τη δική του ελεύθερη βούληση να συνεχίσει την παροχή νομικών υπηρεσιών υπό το ίδιο καθεστώς, παρά την περιγραφομένη στην απόφαση συμπεριφορά της αντιδίκου του, δηλαδή αποδέχθηκε τις κοινές αμοιβές για όλους τους συνεργαζόμενους με την αναιρεσίβλητη δικηγόρους σε όλη τη χώρα, γ) αποδέχθηκε ο ίδιος τον τρόπο αυτό της αμοιβής εκδίδοντας και σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις, που εξέδιδε η αντίδικος του στο τέλος κάθε μήνα για τη λήψη της αμοιβής του, που υπολογίζονταν πάντα με βάση το τιμολόγιο της Τράπεζας, συνυποβάλλοντας και δήλωση ότι δεν έχει ούτε διατηρεί καμία αξίωση ή απαίτηση κατά της ΑΤΕ από προσφορά νομικών υπηρεσιών, σε κάθε δε περίπτωση ότι παραιτείται ρητά από οποιαδήποτε αξίωση ή απαίτηση, δ) η συμπεριφορά του αυτή δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την εδραία πεποίθηση ότι δεν θα απαιτήσει την αμοιβή που ορίζει ο Κώδικας Δικηγόρων ε) μετά την κατάσταση αυτή, που δημιουργήθηκε με τη συμπεριφορά του, η πληρωμή από την αναιρεσίβλητη της νόμιμης αμοιβής του αναιρεσείοντος θα επιφέρει σ' αυτήν σημαντική ζημία, και στ) με τα περιστατικά αυτά η αξίωση του αναιρεσείοντος για την καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής προκειμένου αυτή να είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων ασκείται καταχρηστικώς, επαρκούν για να θεμελιώσουν κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος καταχρηστική. Επομένως, πρέπει, κατά την κρατήσασα γνώμη του Δικαστηρίου αυτού, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου αυτού και ειδικότερα των Αρεοπαγιτών Αντωνίου Αθηναίου και Σαράντη Δρινέα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας ότι σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά με τη προσβαλλομένη απόφαση, πραγματικά περιστατικά, η άσκηση από τον αναιρεσείοντα με την ένδικη αγωγή του δικαιώματός του για πληρωμή της νόμιμης αμοιβής του με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, παρεβίασε ευθέως την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον έγινε ειδικότερα δεκτό ότι ο αναιρεσείων α) από κοινού με τους συναδέλφούς του δικηγόρους Ε. Κ.-Μ. και Γ. Π. διαμαρτυρήθηκε προς την Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών με το από 3-1-1997 έγγραφό δηλ. λίγο μόλις χρόνο από την πρόσληψή του για το χαμηλό ύψος των αμοιβών ζητώντας να εξετασθεί η δυνατότητα αμοιβής σύμφωνα με το τιμολόγιο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας, και β) διαμαρτυρήθηκε προσωπικά προς την εναγομένη το 1997 και 1998 για το ύψος των αμοιβών που προέβλεπε ο πίνακας της εναγόμενης Τράπεζας για τους εξωτερικούς συνεργάτες-δικηγόρους, τα περιστατικά δε αυτά των διαμαρτυριών και αντιρρήσεων του αναιρεσείοντος ως προς το ύψος των καταβαλλομένων αμοιβών με αίτημα αναπροσαρμογής αυτών, λαβόντα χώρα εντός του μικρού επιδίκου χρονικού διαστήματος από τον Ιούνιο του 1996 μέχρι τον Οκτώβριο του 2000, δεν μπορούν να στηρίξουν τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης της αναιρεσίβλητης περί μη ασκήσεως από τον αναιρεσείοντα του δικαιώματός του για την καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής του που του οφειλόταν με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων όρια αμοιβών, αλλ' ακριβώς το αντίθετο, αφού δεν περιέχεται και η παραδοχή ότι ο ενάγων γνωστοποίησε στην εναγομένη την πρόθεση του ή άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα επιδιώξει την καταβολή αμοιβής σύμφωνα με τα κατώτατα όρια του Κώδικα περί Δικηγόρων. Σε κάθε περίπτωση η παράλειψη του αναιρεσείοντος να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση και αν ακόμη δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την πεποίθηση ότι είχε αποδεχθεί τις μη νόμιμες αμοιβές του πίνακα, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός του να ζητήσει τη νόμιμη αμοιβή του, αφού η ως άνω παράλειψή και οι εκτιθέμενες λοιπές περιστάσεις δεν δικαιολογούν την δημιουργία τέτοιας πεποίθησης και μάλιστα σε σημείο που η μεταγενέστερη άσκηση των νομίμων αξιώσεων του αναιρεσείοντος και η απόκρουση των επιβαλλομένων από την εναγομένη μικρότερων των νομίμων αμοιβών, αντικειμενικά εκτιμωμένη να παρέχει έντονη εντύπωση της αδικίας και να έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Επομένως, έπρεπε, κατά τη μειοψηφούσα άποψη, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού η απόφαση σε σχέση με τον ως άνω λόγο αναίρεσης λαμβάνεται με διαφορά μίας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθεί αυτός στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 563 παρ.2 εδ.β Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Και.

Παραπέμπει στη Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο αιτιολογικό πρώτο λόγο αναίρεσης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ