259/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουλίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2290/2004 οριστική του Ιδίου Δικαστηρίου και 9360/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Ιουλίου 2006 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated259/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη 1051/19-7-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 9360/30-11-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Full text
Απόφαση 259 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 259/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νεκταρία Μυγιάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ......, οι οποίοι παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τέσκο - Βλαχανδρέα, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουλίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2290/2004 οριστική του Ιδίου Δικαστηρίου και 9360/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Ιουλίου 2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 26 Οκτωβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως ως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1051/19-7-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 9360/30-11-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 97629/5844/13-7-2001 αγωγή έφερε το προς διάγνωση αξίωση των δι' αυτών εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, θεμελιούμενη, κατά την υπό του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκτίμηση του δικογράφου αυτής, μόνον στην αποδιδόμενη στους εναγομένους και8 ήδη αναιρεσείοντες άδικη και υπαίτια πράξη, με τη μορφή της απάτης. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής κατ' ουσίαν 2290/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 7706/27-9-2004 εφέσεως των εναγόντων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως η 9360/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι, παράλληλα με την κύρια βάση της αγωγής από την αποδιδόμενη στους εναγομένους αδικοπραξία, επικουρικώς θεμελιωνόταν η προς διάγνωση αξίωση των εναγόντων και στη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, την οποία κατά τις αιτιολογίες της, παρέλειψε να ερευνήσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικουρική βάση κατά την οποία και έγινε δεκτή η αγωγή και από ουσιαστική άποψη. Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνονται οι ηττηθέντες εφεσίβλητοι - εναγόμενοι με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα :
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος.
Είναι πράγματα και συνεπώς η μη λήψη υπόψη ιδρύει τον προβλεπόμενο από την άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, η βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτής και των διαφόρων αιτημάτων της περιστατικά. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε εσφαλμένα, ότι στην αγωγή σωρευόταν επικουρική βάση, με θεμελίωση της αξιώσεως των εναγόντων και στη συνέχεια λογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και, αφού κατά παραδοχή σχετικού λόγου της εφέσεως των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε αντιθέτως και απέρριψε την αγωγή κατά την από αδικοπραξία βάση της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε για να δεχθεί την αγωγή κατά την επικουρική της βάση ως ουσιαστικά βάσιμη.
Όμως, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν για τη θεμελίωση της από τη σύμβαση αξιώσεώς τους, ότι η καταβολή του ποσού των 7.320, 000 δραχμών στους αναιρεσείοντες έγινε με την ειδικότερη συμφωνία, ότι εκείνοι θα αποκτούσαν άδεια εργασίας στη Γερμανία, και, ότι σε περίπτωση κατά την οποία δεν θα τους χορηγούταν η άδεια αυτή, οι αναιρεσείοντες θα επέστρεφαν στους αναιρεσίβλητους το ποσό αυτό, περιστατικά τα οποία ήταν αρκετά για τη θεμελίωση της γενόμενης δεκτής επικουρικής βάσεως.
Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως αυτός, ελέγχεται ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, με το λόγο δε αυτό ελέγχεται και η στην κατ' έφεση δίκη απαράδεκτη, κατά το άρθρο 526 του άνω Κώδικα, μεταβολή της βάσεως της αγωγής και με την μορφή της προσθήκης μη περιεχόμενης σε αυτή βάσεως.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά την οποία είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων, προκύπτει, ότι για να είναι παραδεκτός ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη γενόμενη με τον πρώτο λόγο εφέσεως των αναιρεσίβλητων προσθήκη επικουρικής βάσεως της αγωγής, με θεμελίωση της προς διάγνωση αξιώσεως των εναγόντων σε φερόμενη ως συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση.
Ωστόσο, στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται, ότι το απαράδεκτο τούτο, έστω και αν έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη, προτάθηκε στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παραπονουμένων των εναγόντων με την έφεση για την απόρριψη της αγωγής τους ως αβάσιμης, με επίκληση του περιεχομένου της κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς καταρτισθείσης συμβάσεως, επικουρική βάση, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και απομένοντα προς έρευνα τελευταίο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, και συγκεκριμένα έγγραφο, που προσκόμισαν σε αυτό με επίκληση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του πορίσματος του, στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, και σε όλα ανεξαιρέτως τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η από την ίδιους προσκομισθείσα και αφορούσα την προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση από 8.4.2002 μήνυση των αναιρεσίβλητων κατ' αυτών με ΑΒΜ Α 2002/1.611 και ΕΓ 75/2002/20, επί της οποίας εκδόθηκε η αθωωτική γι' αυτούς υπ' αριθ. 311/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, πράγμα για το οποίο από το όλο περιεχόμενο και τις ειδικότερες αιτιολογίες της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία.
Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως αυτός ελέγχεται αβάσιμος.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που δε κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.200,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1051/19-7-2005 αίτηση για αναίρεση της 9360/30-11-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ