Legislator Case Law & Legislation
259/2008 AI generated

259/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 259/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

259/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): υπ' αριθ. ....... έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...........) ήτοι είκοσι εννέα (29) ημέρες πριν από τη δικάσιμο (18 ημέρες τον Δεκέμβριο , 11 ημέρες τον Ιανουάριο, καθώς οι 12-1-2008, 13-1-2008 και 14-1-2008 δεν υπολογίζονται κατά τα εκτεθέντα), και συνακόλουθα λόγω του εκπροθέσμου αυτών πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 259 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 259/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.χ1 και 2.χ2, από τους οποίους ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φαζάκη και η δεύτερη παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: .........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Λαλούση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/1999 του ίδιου Δικαστηρίου, 82/2000 προδικαστική και 504/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-9-2004 αίτησή τους και τους από 10-12-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης, ανέγνωσε την από 20-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 504/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ κατά την παράγραφο 2 εδ. α του άρθρου 569 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνον με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο 'Αρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν "δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των προσθέτων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο της αναιρέσεως και επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωσή της, ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους προσθέτους λόγους ως απαράδεκτους (Ολ ΑΠ 143/84).

Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως, οι ημέρες Σάββατο και Κυριακή, οι προηγούμενες της δικασίμου καθώς και της συζητήσεως της αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 266/85). Στην προκειμένη περίπτωση, το δικόγραφο των προσθέτων λόγων των αναιρεσειόντων κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 11-12-07 για την δικάσιμο της υποθέσεως που ορίσθηκε στις 14-1-08 ημέρα Δευτέρα, επομένως 31 ημέρες πριν από τη δικάσιμο (11-1-08) γιατί οι 12-1-08, 13-1-08 και 14-1-08, ημέρες Σάββατο, Κυριακή και Δευτέρα (ημέρα συζητήσεως) δεν υπολογίζονται, πλην όμως η επίδοσή τους έγινε στις 13-12-07 (βλ.

υπ' αριθ. ....... έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...........) ήτοι είκοσι εννέα (29) ημέρες πριν από τη δικάσιμο (18 ημέρες τον Δεκέμβριο , 11 ημέρες τον Ιανουάριο, καθώς οι 12-1-2008, 13-1-2008 και 14-1-2008 δεν υπολογίζονται κατά τα εκτεθέντα), και συνακόλουθα λόγω του εκπροθέσμου αυτών πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

ΕΠΕΙΔΗ η νομική αοριστία της αγωγής η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εάν το δικαστήριο για το επιτρεπτό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής, κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο, για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημόσια τάξη (ΑΠ 1316/92, ΑΠ 326/86).

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του εκ των αριθμών 8 και 14 (και όχι του αριθμού 1 ως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 216 ΚΠολΔ δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της ως προς το ποσόν των τόκων, της ένδικης απαίτησης του ενάγοντος (ποσόν απαίτησης 9.398.420 δρχ., ποσόν τόκων 2.101.580 δρχ.), συνολικού ύψους 11.500.000 δρχ. και συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται σ' αυτή το ύψος του επιτοκίου και ο χρόνος στον οποίο αφορά. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσαν στο εφετείο ως εκκαλούντες κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία εξαφανίσθηκε λόγω της ερημοδικίας τους και ερευνήθηκε η υπόθεση εκ νέου από το εφετείο οπότε και με τις προτάσεις τους μπορούσαν να προβάλλουν τους κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν πρόβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας τέτοιο ισχυρισμό για αοριστία του δικογράφου της αγωγής για το ποσόν των τόκων.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, κατ' εκτίμηση εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ - και όχι από τους αριθμούς 11, 12 ως αναγράφεται στο αναιρετήριο - αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και δη δέχθηκε ότι η απαίτηση του ενάγοντος ανέρχεται σε 11.500.000 δρχ., ενώ ο ενάγων στην αγωγή του προσδιόρισε αυτή και το ποσόν των 9.398.420 δρχ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ως εκ της αγωγής προκύπτει, παραδεκτώς επισκοπουμένη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ από τον Άρειο Πάγο ο ενάγων προσδιόρισε την απαίτησή του σε 11.500.000 δρχ. αποτελουμένη από το κεφάλαιο 9.398.420 δρχ. και τους τόκους αυτής 2.101.580 δρχ.

Επειδή ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ - και όχι από τους αριθμούς 11 και 12 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο - και συγκεκριμένα για "παραβίαση των διατάξεων του νόμου" σχετικά με την απόρριψη από το Εφετείο της μερικής εξόφλησης από τους εναγομένους αναιρεσείοντες της ένδικης απαίτησης του ενάγοντος, είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν, εκτός των άλλων, α) ο κανόνας δικαίου του οποίου έγινε εσφαλμένα η ερμηνεία ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή. β) σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου και γ) η επίδραση που είχε το σφάλμα του Εφετείου στο διατακτικό της απόφασης, στοιχεία απαραίτητα για το ορισμένο του λόγου αυτού κατά τα άρθρα 118 αριθ. 4, 559 παρ. 8 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επειδή με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του κατ' εκτίμηση προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 5 περ. β ΚΠολΔ και όχι εκ του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου ως αναφέρεται στο αναιρετήριο η μομφή της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο της ως πράγμα θεωρουμένης, κατά την έννοια αυτού ενστάσεως εξοφλήσεως (άρθρο 416 ΑΚ), που προτείνουν οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες, η οποία αφορά το ποσό της υπ' αριθ. 1715/1997 διαταγής πληρωμής, το οποίο και θα αφαιρείτο από την ένδικη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη.

Επειδή για το παραδεκτό του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για την παρά το νόμο μη λήψη από το δικαστήριο δικαστικής ομολογίας πρέπει να έχει προταθεί αυτή από τον αντίδικο εκείνου που ομολόγησε ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου κατά την συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται επίκληση της πρότασης αυτής στο αναιρετήριο (ΑΠ 1049/1997).

Εν προκειμένω, με τον 3ο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του προβάλλεται η από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την έμμεση ομολογία του ενάγοντος κατ' άρθρον 261 ΚΠολΔ που περιέχεται στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, σχετικά με την ένσταση εξοφλήσεως της υπ' αριθ. 1715/97 διαταγής πληρωμής που πρότειναν οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες, συναγομένη από τη μη ειδική αμφισβήτηση αυτής. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση της ομολογίας αυτής στο Εφετείο.

Επειδή το Εφετείο όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υποθέσεως, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων, και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από τη βεβαίωση δε αυτή, σε συνδυασμό και προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν απομένει αμφιβολία αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών, και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα στον τέταρτο λόγο αναίρεσης έγγραφα και ότι α) το υπ' αριθ. ......... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τήνου Αναστασίου Πλυτά, β) και την από ........ τεχνική έκθεση του μηχανικού Τήνου σχετική με την αξία του αναφερομένου στο συμβόλαιο αυτό ακινήτου, μάλιστα το συμβόλαιο ρητώς το αναφέρει. Επομένως, ο εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως και όχι εκ του αριθμού 12, ως αναφέρεται στο αναιρετήριο, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-9-04 αίτηση των χ1 και χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 504/04 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ