Legislator Case Law & Legislation
259/2007 AI generated

259/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 259/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

259/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): το 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, που βρίσκεται.... και συνορεύει... Ο αγρός αυτός είχε αρχικά έκταση 15 στρεμμάτων και μετά την πώληση διαιρετού τμήματος έκτασης 2.400 τ.μ., που έγινε με το 11277/1947 συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου, η εναπομείνασα έκτασή του ανέρχεται σε 12.600 τ.μ. Το ακίνητο αυτό ανήκε αρχικά στον ....

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 259 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 259/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) .... ,2) ..... και 3)..... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάρκου.

Του αναιρεσίβλητου:..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιώτσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-1990 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και με την από 15-4-1991 κυρία παρέμβαση των .... , .... και ..... , που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11335/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2619/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν αναιρεσείοντες με την από 10-1-2005 αίτησή τους και τους από 9-10-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 20-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των, από 10-1-2005, αίτησης και από 9-10-2006 προσθέτων λόγων αναίρεσης της 2619/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμηβάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.

ΑΠ 24/1992), όχι, όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές (αποδείξεις) και με σαφήνεια διατυπωμένου (αποδεικτικού) πορίσματος. Η θεμελίωση δε του ανωτέρω λόγου προϋποθέτει ελλείψεις ή ασάφειες και αντιφάσεις, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της αξιολογικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί ζητήματος, όμως, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών.

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει το Εφετείο, μετά από εκτίμηση, κατά τη σχετική βεβαίωσή του, "όλων των νομίμως με επίκληση προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή και περιέχονται.....και όλων (των προσκομισθέντων και επικληθέντων) εγγράφων", δέχθηκε τα ακόλουθα, σε σχέση με τα θιγόμενα με την αναίρεση και τους προσθέτους λόγους της ζητήματα: "Ο ενάγων αγόρασε από τον ....

το 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, που βρίσκεται.... και συνορεύει... Ο αγρός αυτός είχε αρχικά έκταση 15 στρεμμάτων και μετά την πώληση διαιρετού τμήματος έκτασης 2.400 τ.μ., που έγινε με το 11277/1947 συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου, η εναπομείνασα έκτασή του ανέρχεται σε 12.600 τ.μ. Το ακίνητο αυτό ανήκε αρχικά στον ....

και το απόκτησε με το 19278/1926 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε. Ο ανωτέρω .... απεβίωσε το 1932 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ..... και τα τρία τέκνα του, τον ...., τον ... και τη .... , οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία αυτού και αναμείχθηκαν ενεργά ως κληρονόμοι.

Οι κληρονόμοι αυτοί πώλησαν στους .... και .... το ως άνω διαιρετό τμήμα των 2.400 τ.μ. με το παραπάνω 11277/1947 συμβόλαιο και ενώ ο ενάγων αγόρασε κατά τα ανωτέρω το 1/4 εξ αδιαιρέτου του ως άνω αγρού, αυτός εγκαταστάθηκε εξ υπαρχής από τον ως άνω πωλητή σε διαιρετό τμήμα του αγρού αυτού, που αντιστοιχούσε στο ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου δηλαδή σε 3.150 τ.μ. (12.600:4).

Τούτο έγινε επειδή οι ως άνω κληρονόμοι είχαν προηγουμένως διανείμει άτυπα τον αγρό αυτό και καθένας τους είχε λάβει διαιρετό μέρος αντίστοιχο του μεριδίου του. Ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε λάβει το διαιρετό τμήμα, έκτασης 3.150 τ.μ., του οποίου παρέδωσε τη νομή στον ενάγοντα κατά την ως άνω πώληση και το οποίο συνόρευε βόρεια, επί πλευράς 28,67 μέτρων, με υπόλοιπο τμήμα του αγρού και μάλιστα του διαιρετού τμήματος που είχε λάβει ο .... , νότια επί πλευράς 28,30 μέτρων με ιδιοκτησία .... , ανατολικά επί πλευράς 110,79 μέτρων με ιδιοκτησία ...

και .... και δυτικά επί πλευράς 110,79 μέτρων με ιδιοκτησία .... και .... Το ως άνω διαιρετό τμήμα του παραπάνω αγρού το οποίο έλαβε στην αποκλειστική του νομή ο ενάγων, κατά τα ανωτέρω, το είχε στην φυσική του εξουσίαση συνέχεια ως αποκλειστικά δικό του επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, αφού το καλλιεργούσε με μπάμιες και σιτηρά, ενώ μετά το 1980 το εκμίσθωνε στον .... .

Έτσι ο ενάγων έγινε κύριος του ακινήτου αυτού, δηλαδή του διαιρετού ως άνω τμήματος ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία. Όμως σε απροσδιόριστη ημερομηνία του Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1989 ο εναγόμενος, στον οποίο οι κληρονόμοι του .... , προσθέτως παρεμβαίνοντες υπέρ του εναγομένου, μεταβίβασαν με το 11344/1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης .....

το προς το βόρειο μέρος του ακινήτου του ενάγοντος ακίνητό τους, που είχε λάβει κατά την ως άνω άτυπη διανομή ο δικαιοπάροχός τους, κατέλαβε αυθαιρέτως το επίδικο τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος, έκτασης 610,40 τ.μ., που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος και εκτείνεται σε βάθος 28 μέτρων, ενώ το πλάτος της βόρειας πλευράς του ακινήτου του ενάγοντος περιορίσθηκε σε 21,84 μέτρα μετά τη διάνοιξη οδού για την κατασκευή του κόμβου ...

της περιφερειακής οδού ...., η οποία κατέλαβε από την ανατολική πλευρά του ακινήτου του ενάγοντος εδαφική λωρίδα πλάτους 6 μέτρων περίπου. Το επίδικο αυτό τμήμα εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κατέχει ο εναγόμενος, αφού αίτηση του ενάγοντος για προσωρινή προστασία της νομής του απορρίφθηκε με την 572/1990 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.

Βέβαια η απόφαση αυτή, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία αναφέρεται στη νομή του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο της αποβολής, δεν μπορεί να έχει δεσμευτική δύναμη στην παρούσα διεκδικητική αγωγή, στην οποία κρίσιμο θέμα είναι η ύπαρξη κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο τμήμα του ακινήτου, που αναφέρεται στην αγωγή, το δε Δικαστήριο τούτο κατέληξε στην κρίση ότι κύριος του επιδίκου ακινήτου είναι, κατά τα ανωτέρω, ο ενάγων και όχι ο εναγόμενος, λαμβάνοντας υπόψη τις σύμφωνες σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ιδία του πρώτου μάρτυρος ....

ο οποίος εξ ιδίας αντιλήψεως καταθέτει ότι όργωνε το ακίνητο του ενάγοντος για λογαριασμό του τελευταίου και η έκταση, που είχε αυτό ανερχόταν σε δύο παλαιά στρέμματα, δηλαδή 3.200 τ.μ. περίπου και είχε βάθος 110 μέτρων και πλάτος 28,29 μέτρων. Αντίθετα οι μάρτυρες ανταπόδειξης, που συνδέονται με στενή συγγενική σχέση με τους παρεμβαίνοντες και δικονομικούς εγγυητές του εναγομένου, τοποθετούν την άτυπη διανομή του ως άνω αγρού περί το έτος 1935, οπότε οι εκ των κληρονόμων ...

και .... δεν είχαν συμπληρώσει ακόμα το 10ο έτος της ηλικίας των και για να δικαιολογήσουν ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στο διαιρετό τμήμα που έλαβε ο .... , δικαιοπάροχος των εναγομένων, κατά την άτυπη διανομή, προφανής είναι η προσπάθειά των να μειώσουν την έκταση του ακινήτου του ενάγοντος σε 2.400 τ.μ. χωρίς να δίδουν καμία εξήγηση για ποιό λόγο θα δεχόταν ο ενάγων να μεταβιβαστεί σ' αυτόν η νομή διαιρετού τμήματος 2.400 τ.μ., ενώ στο ως άνω ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω αγρού, που αγόρασε, αντιστοιχούσαν 3.150 τ.μ.

Δεν υπάρχει όμως καμία αμφιβολία ότι η έκταση, που είχε εξ αρχής το διαιρετό τμήμα του παραπάνω αγρού, που έλαβε ο ενάγων, αφού όταν το 1981 το καταμέτρησε και συνέταξε το προσκομιζόμενο, από Ιανουαρίου 1981, τοπογραφικό διάγραμμα αγροτεμαχίου ο πολιτικός μηχανικός .... , που ενεργούσε κατ' εντολή του ενάγοντος, βρέθηκε αυτό να έχει έκταση 3.150 τ.μ.

Με βάση τα παραπάνω η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσία". Στη συνέχεια δε το Εφετείο δέχθηκε και κατ' ουσία την, από 6-11-2003 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά τη 11335/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και δέχθηκε κατ' ουσία την, από 18-7-1990, αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του πρώτου από τους αναιρεσείοντες.

Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που αποφάσισε το Εφετείο διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, σαφείς, επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της νομής του επιδίκου από τον ενάγοντα, με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και κατέληξε σε σαφές και πλήρες, επίσης, αποδεικτικό πόρισμα.

Ειδικότερα δε σαφώς το εφετείο δέχθηκε, ότι ευθύς, από το 1951, οπότε ο ενάγων- αναιρεσίβλητος αγόρασε το μεγαλύτερο ακίνητο, στο οποίο και το επίδικο, εγκαταστάθηκε, από τον πωλητή, και άρχισε να ασκεί διάνοια κυρίου νομή σε διαιρετέο τμήμα ακινήτου, εκτάσεως 3150 τ.μ., που αντιστοιχούσε στο 1/4 ακινήτου, συνολικής επιφανείας 12.600 τα.μ., συνέχισε δε να νέμεται και να κατέχει την έκταση αυτή (των 3150 τ.μ.) μέχρι το Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 1989, δηλαδή ένα περίπου έτος πριν την άσκηση της αγωγής και έτσι "ο ενάγων έγινε κύριος του διαιρετού αυτού τμήματος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία".

Επομένως, ο για το αντίθετο τρίτος κύριος λόγος (με στοιχ. Γ΄) της υπό κρίση αιτήσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

ΙΙ. Επειδή, ο από τον αριθ. 11 περ. γ΄του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται, ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που του προσκόμισαν, με επίκληση, οι διάδικοι. Συνήθως δε αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Εν προκειμένω, από την προμνημονευομένη (στη Ι. της παρούσας) βεβαίωση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμά του "συνεκτίμησε όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων.... Και όλα τα έγγραφα", αλλά και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνάγεται αδιστάκτως ότι το πιο πάνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα έγγραφα στους πρώτο κύριο (με στοιχ. Α΄) και δεύτερο πρόσθετο (με στοιχ Β΄) λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν, ως κατ' ουσία αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά τις διατάξεις των αριθ. 10 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αφενός αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και αφετέρου αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ως πράγματα, κατά τη διάταξη του αριθ. 10 νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και να προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντας από τις αποδείξεις.

Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος (από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

Ο από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά, ισοδύναμα κατά νόμον, αποδεικτικά μέσα ή αν έκρινε τους μάρτυρες του ενός διαδίκου περισσότερο αξιόπιστους από του άλλου.

Τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνο αν παράγουν πλήρη απόδειξη, τέτοια δεν είναι τα δημόσια έγγραφα, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, εφόσον, εκτός άλλων, τα σ' αυτά βεβαιούμενα προέρχονται από πρόσωπο που είναι, καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, δεν ελέγχεται, όμως, η in concreto κρίση περί του περιεχομένου του εγγράφου, αφού αυτά εκτιμώνται ελευθέρως, εξαιρουμένης, βεβαίως, της περιπτώσεως παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου (άρθρ. 559 αριθ. 2 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο (με στοιχ. Β΄) κύριο και πρώτο (με στοιχ. Α΄) πρόσθετο λόγους της κρινομένης αιτήσεως υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των διατάξεων των αριθ. 12 και 10, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αφενός "δεν απέδωσε δύναμη δημοσίων εγγράφων στους κτηματολογικό πίνακα και κτηματολογικό διάγραμμα, καίτοι δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά και απέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στο τοπογραφικό διάγραμμα του ιδιώτη μηχανικού από όση στα άνω δημόσια έγγραφα" και αφετέρου 'δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι οι ...

και .... δεν είχαν συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας τους το 1935". Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, ο μεν πρώτος, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 κΠολΔ, διότι τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα (κτηματολογικός πίνακας και κτηματολογικό διάγραμμα για αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων) δεν αποτελούν, εν προκειμένω, πλήρη απόδειξη, κατά την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, αφού οι συντάσσοντες τα έγγραφα αυτά μηχανικοί δεν είναι αρμόδιοι να βεβαιώσουν ποιοι είναι οι κύριοι ή οι νομείς των αποτυπωμένων σ' αυτά ακινήτων, γι' αυτό, άλλωστε, και ο Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν.2882/2001) κάνει λόγο για "εικαζόμενους" ιδιοκτήτες.

Άλλωστε και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι στον κτηματολογικό πίνακα φέρεται "εκ παραδρομής" ως ιδιοκτήτης του επιδίκου ο .... (άσχετος προς τους διαδίκους). Εξάλλου, ο δεύτερος των ανωτέρω λόγων, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (είναι απορριπτέος) αφού το Εφετείο μνημονεύει, κατά τα αναφερόμενα στις σκέψεις Ι.

και

ΙΙ. της παρούσης, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία σχημάτισε το αποδεικτικό πόρισμά του.

ΙV. Επειδή, τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου υπάρχει όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή όταν υπήρξε διαγνωστικό σφάλμα και δη λάθος στην απόδοση ή, κατ' άλλη έκφραση, στην "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου (Ολ ΑΠ 1/1999).

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Για το ορισμένο δε του πιο πάνω λόγου πρέπει να γίνεται στο αναιρετήριο παράθεση κατά λέξη του περιεχομένου του εγγράφου και του περιεχομένου, το οποίο αποδόθηκε στο έγγραφο εκ μέρους του δικαστηρίου.

Eν προκειμένω οι αναιρεσείοντες προσπαθούν να θεμελιώσουν τον Α΄ πρόσθετο λόγο και στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. Ο λόγος, όμως, αυτός, κατά το μέρος του αυτό πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι, όπως από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει, το εφετείο συνεκτίμησε, με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, χωρίς να αποδώσει κάποια ιδιαίτερη σημασία στο έγγραφο αυτό.

Οι αναιρεσείοντες, επίσης, αναφέρουν στον με στοιχ. Α΄ κύριο λόγο και τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, χωρίς, όμως, να μνημονεύουν, στο αντίστοιχο σημείο και τα απαραίτητα για το ορισμένο του σχετικού λόγου αναιρέσεως στοιχεία και κυρίως τα "πράγματα" κατά την έννοια της σχετικής διατάξεως δηλαδή τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο και συνεπώς ο ανωτέρω λόγος, κατά το μέρος του αυτό, είναι απορριπτέος ως αόριστος.

Αν με την ανωτέρω επίκληση εννοούν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί έκτακτης χρησικτησίας του .... και των δικαιοδόχων του κατά το χρονικό διάστημα 1935-1999, ο σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, αφού το ανωτέρω Δικαστήριο δέχθηκε σαφώς και ρητώς, όπως προαναφέρεται, ότι το επίδικο νεμόταν αποκλειστικώς διανοία κυρίου ο ενάγων-αναιρεσίβλητος "συνεχώς από το 1951 μέχρι το Νοέμβριο- Δεκέμβριο 1989".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 10-1-2005, αίτηση και τους, από 9-10-2006 προσθέτους λόγους αναιρέσεως των .... , .... και .... για αναίρεση της 2619/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ