Legislator Case Law & Legislation
258/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing vague arguments and lack of specific evidence of distortion.

Case Number 258/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by S. A. and E. A. against the final judgment of the Single Court of Appeal in Thessaloniki. The appellants argued that the lower court distorted a public document, but the court rejected this claim as vague and lacking the specific elements required under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 73 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of evidence must contain specific elements proving the distortion of the document's content, not merely a general assertion of conflicting interpretations.

Keywords

AI generated
appeal admissibility distortion of evidence public document authenticity code of civil procedure legal costs allocation procedural defect heir succession

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 305/2016
Supreme Court Case 177/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 258 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 258/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Α. του Γ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ε. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσιάντο που ανακάλεσε την από 4/1/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τ. Ρ. του Ε., 2) Ε. Ρ. του Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Αποστολίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσείων απεβίωσε στις 10/6/2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Γ. Α. του Σ., κάτοικος Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28/7/2010 (2) αγωγές του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20462/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2295/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/11/2018 αίτησή τους και τους από 1/12/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 16-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2295/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης, η οποία δέχθηκε την από 23-7-2013 έφεση των εκκαλούντων, νυν αναιρεσιβλήτων-εναγόντων κατά της υπ' αριθμ. ... οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 28-7-2010 αγωγή τους κατά των εναγομένων, νυν αναιρεσειόντων, και αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, δέχθηκε την αγωγή εκ νέου εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη, και αναγνώρισε ότι ο καθένας από τους αναιρεσείοντες οφείλουν να καταβάλουν σε καθένα των εναγόντων τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τη σε βάρος τους τέλεση αδικοπραξίας κατά τα εκεί αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, Περαιτέρω αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα ότι ο πρώτος αναιρεσείων μετά την άσκηση της ένδικης αναίρεσης απεβίωσε στις 10-6-2022 και κατέλιπε μόνο εξ αδιαθέτου κληρονόμο του τον υιό του Γ.

Α., υπεισερχόμενο στη δικονομική θέση του ως άνω θανούντος, ο οποίος, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δήλωσε ότι συνεχίζει την ως άνω δίκη κατά το άρθρο 290 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτό, εξ άλλου, είναι και το από 1-12-2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αυτής, το οποίο ασκήθηκε εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε νόμιμα σε καθένα των αναιρεσίβλητων, σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021 ως προς την έννοια της συζήτησης της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 ΚΠολΔ και ισχύει από 1-1-2022.

Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.β, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης αντιστοίχως και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης επί της από 28-7-2010 αγωγής των εναγόντων κατά των εναγομένων, νυν αναιρεσειόντων, για την αναγνώριση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από τη σε βάρος τους τέλεση αδικοπραξίας προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής κατά το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος :

Με τη με αριθμό 94/1981 κατακυρωτική έκθεση δικαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Φ. - Β. ο πρώτος ενάγων, Τ. Ρ., η σύζυγός του Ά. και Γ. Α. κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστά 25%, 25% και 50% εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως του με αριθμό 81 αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην περιοχή του αγροκτήματος Ωραιοκάστρου, εμβαδού 4.598,85 τ.μ..

Με το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ανωτέρω συγκύριοι συνέστησαν επί του ακινήτου αυτού κάθετη ιδιοκτησία και προέβησαν στον κατά χρήση χωρισμό του σε δύο αυτοτελή τμήματα, ώστε ο πρώτος ενάγων και η σύζυγός του είχαν την αποκλειστική χρήση του ανατολικού κατά χρήση διακεκριμένου τμήματος, εμβαδού 2.299,425 τ.μ., ενώ ο Γ.

Α. είχε την αποκλειστική χρήση του δυτικού κατά χρήση διακεκριμένου τμήματος, εμβαδού 2.299,425 τ.μ. Ορίσθηκε δε ότι κάθε πλευρά θα ανοικοδομούσε στο τμήμα της αποκλειστικής του χρήσης μία οικοδομή, που θα περιερχόταν στην κυριότητά της, πράγμα που στη συνέχεια έλαβε χώρα. Με το με ημερομηνία 28-3-1988 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ 434 τεύχ.

Δ' 1988), περί εγκρίσεως επεκτάσεως τεσσάρων πολεοδομικών ενοτήτων του Δήμου Ωραιοκάστρου, η ανωτέρω περιοχή εντάχθηκε στο οικείο σχέδιο πόλης. Κατ' εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης, εκδόθηκε η με αριθμό 19 πράξη εφαρμογής, που κυρώθηκε με τη με στοιχεία ... απόφαση του τέως Νομάρχη Θεσσαλονίκης, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στις 11-3-1994 (τόμ. 79 και α/α 125) στο οικείο Υποθηκοφυλακείο ....

Από την έναρξη ισχύος της πράξης εφαρμογής το ως άνω αγροτεμάχιο έπαυσε να υφίσταται και, αφού έλαβε νέα όρια, μετονομάσθηκε στο με αριθμό 01 Γ 106 Ο.Τ, οικόπεδο, εμβαδού 3.254,37 τ.μ.. Εξάλλου, με βάση τους σχετικώς συνταχθέντες πίνακες, η ως άνω συνιδιοκτησία όφειλε εισφορά σε γη, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 §§ 4 και 5 του ν. 1.337/1983 και με βάση τα ποσοστά κάθε συνιδιοκτήτη και αντιστοιχούσε σε 284,88 τ.μ.

για τον πρώτο ενάγοντα, σε 284,88 τ.μ. για τη σύζυγό του Άννα και σε 774,71 τ.μ. για το Γ. Α.. Ο παραπάνω τρόπος υπολογισμού της εισφοράς σε γη είχε ως αποτέλεσμα να αναλογούν σε καθένα από τους ανωτέρω συνιδιοκτήτες, κατά τη σειρά που προαναφέρθηκαν, εδαφικά τμήματα 864,83, 864,73 και 1.524,71 τ.μ., τα οποία αντιστοιχούσαν σε ποσοστά εξ αδιαιρέτου 26,575%, 26,575% και 46,85%, αντιστοίχως.

Το έτος 1998 ο Γ. Α. απεβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους οκτώ (8) κληρονόμους του, ήτοι τους εναγόμενους της ...αγωγής. Το έτος 1999 απεβίωσε η σύζυγος του πρώτου ενάγοντος και το ως άνω ποσοστό συγκυριότητάς της επί του επιδίκου, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί, περιήλθε, δυνάμει της από 13-9- 1999 ιδιόγραφης διαθήκης της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, στο δεύτερο ενάγοντα - γιο της Ε.

Ρ., ο οποίος αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά, με το με αριθμό 10.228/2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Ά., που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης, σε αυτόν (δεύτερο ενάγοντα) μεταβιβάσθηκε νόμιμα από τον πρώτο ενάγοντα η ψιλή κυριότητα του μεριδίου του με το με αριθμό 15.638/17-2-2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.

Κ. - Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ παρακράτησε ο παραπάνω μεταβιβάσας την επικαρπία υπέρ αυτού κατά το ποσοστό αυτό. Περί το έτος 2001 και αφού τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συνιδιοκτησίας στο επίδικο είχαν διαμορφωθεί κατά τα προεκτεθέντα, οι κληρονόμοι του αρχικού συγκυρίου Γ. Α. και ήδη εναγόμενοι στην αγωγή, αντιδρώντας στην πρόθεση των εναγόντων να κατασκευάσουν περίφραξη στο ακίνητό" τους, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, που επέφερε η υλοποίησή της υπ' αριθμ: 19 πράξης εφαρμογής, αμφισβήτησαν (όπως είχαν κάνει προηγουμένως σε διοικητικό και δικαστικό επίπεδο ο Γ.

Α. καταρχήν και ο Ε. Α. στη συνέχεια, κατά τα εκτιθέμενα παρακάτω) την ορθότητα αυτών (ποσοστών συγκυριότητας), ισχυριζόμενοι ότι ο Γ. Α., όσο ζούσε, είχε μεταβιβάσει στο δεύτερο εναγόμενο, Ε. Α., ποσοστό συγκυριότητας 12%, ώστε, μετά την εφαρμογή της προμνησθείσας πολεοδομικής μελέτης, απέμενε εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του επιδίκου 38% στο Γ.

Α. και 12% στον Ε. Α.. Οι ενάγοντες, αντιδρώντας στους ισχυρισμούς αυτούς των εναγομένων, προέβησαν στην άσκηση της με αριθμό κατάθ. 21.714/2005 αγωγή τους εναντίον των νυν εναγομένων της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αιτήματα την αναγνώριση της κυριότητάς τους επί του επιδίκου και τη λύση της κοινωνίας δικαιώματος με αυτούσια διανομή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 15.326/2006 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την αγωγή διανομής και έκανε εν μέρει δεκτή την αναγνωριστική αγωγή της συγκυριότητας, αναγνωρίζοντας τον δεύτερο ενάγοντα συγκύριο, κατά πλήρη κυριότητα, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του αναφερόμενου διακεκριμένου τμήματος του ως άνω ακινήτου και συγκύριο, κατά ψιλή κυριότητα, κατά το ίδιο εξ αδιαιρέτου ποσοστό του ιδίου τμήματος και τον πρώτο ενάγοντα επικαρπωτή κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του ιδίου ως άνω τμήματος.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν από αμφότερα τα διάδικα μέρη εφέσεις, οι οποίες, αφού διατάχθηκε η συνεκδίκασή τους, συζητήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 12-10-2007.

Εκδόθηκε δε η με αριθμό 1.468/2008 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που απέρριψε την έφεση των εναγόντων, έκανε δεκτή την έφεση των εναγομένων και αναγνώρισε τον πρώτο ενάγοντα δικαιούχο κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας του επίδικου ακινήτου (εμβαδού 3.254,37 τ.μ.) και το δεύτερο ενάγοντα συγκύριο κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας και κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας αυτού.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τους ενάγοντες η με αριθμό κατάθ. 292/2008 αναίρεσή τους, η οποία συζητήθηκε στις 17-2- 2010 ενώπιον του Αρείου Πάγου και επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 734/2010 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που την απέρριψε. Κατά την ανάπτυξη του αιτιολογικού της, η προρρηθείσα απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγόντων περί συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου κατά ποσοστό 53,15% εξ αδιαιρέτου, συνολικά και για τους δύο, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή, της παραπάνω πολεοδομικής μελέτης, δεχόμενο ότι αυτός (ισχυρισμός) στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της ισχύος της ως άνω πράξης εφαρμογής, με αριθμό 19, η οποία όμως, κατά τις παραδοχές του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το ποσοστό συγκυριότητας του πρώτου ενάγοντος και της συζύγου του Ά., είχε τροποποιηθεί με τη με αριθμό πρωτ. 29/3323 /ΠΕ305/Φεβρ. 1997 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης.

Δέχθηκε ακόμη ότι την τροποποιητική αυτή απόφαση δεν αμφισβήτησαν οι ενάγοντες, αφού, αν και είχε κοινοποιηθεί σε αυτούς, όπως προέκυπτε και από το ίδιο το κείμενο της αποφάσεως, δεν είχαν ασκήσει κανένα ένδικο βοήθημα. Τη με αριθμό πρωτ. ... απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και το πιστοποιητικό μεταγραφής της προσκόμισαν με επίκληση, παραδεκτά και νόμιμα, οι εναγόμενοι στη συζήτηση της ως άνω εφέσεώς τους ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Σ.

Α. (πρώτου εναγόμενου), προς υποστήριξη και απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι η αρχική πράξη εφαρμογής είχε τροποποιηθεί με την έκδοση αυτής (τροποποιητικής πράξης). Το ίδιο έπραξαν και κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως των εναγόντων. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην τροποποιητική αυτή πράξη, που έχει ως θέμα "Τροποποίηση 19/44 της με αρ. 19 Πράξης Εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης περιοχής επέκτασης Δήμου Ωραιοκάστρου, ιδ. 040101 του 0Τ Γ 106", αποφασιζόταν η ακύρωση της πρώτης ως άνω πράξης εφαρμογής (με αριθμό 19 του 1994) σε σχέση με την συνιδιοκτησία των διαδίκων και διαμορφώνονταν οι εγγραφές, που αντιστοιχούσαν στην επίδικη συνιδιοκτησία ως εξής:

α) Τ. Ρ. με ποσοστό 25%, β) Ά. Ρ. με ποσοστό 25%, γ) Γ. Α. με ποσοστό 38% και δ) Ε. Α. με ποσοστό 12%, "όπως ακριβώς εμφανίζονται στη σελίδα 16 του πίνακα της πράξης εφαρμογής, που συνοδεύει την παρούσα". Επίσης διατασσόταν η μεταγραφή της πράξης αυτής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο ... και ορίζονταν ως αποδέκτες αυτής (τροποποιητικής πράξης) προς ενέργεια το Πολεοδομικό Γραφείο Εύοσμου και ο Δήμος Ωραιοκάστρου, ο οποίος παρακαλούνταν να την επιδώσει στους Τ.

Ρ., Ά. Ρ., Γ. Α. και Ε. Α.. Η ως άνω φερόμενη ως απόφαση του Νομάρχη, ουδέποτε εκδόθηκε ως διοικητική πράξη από την αρμόδια υπηρεσία και συνεπώς τυγχάνει ανύπαρκτη. Ειδικότερα, το ιστορικό της συντάξεως και της χρήσεως του εγγράφου αυτού έχει ως ακολούθως: Ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Α., που διαφωνούσε με την ορισθείσα βάσει της υπ' αριθμ. 19 του 1994 πράξης εφαρμογής, σε βάρος του εισφορά σε γη και χρήμα, υποστηρίζοντας ότι αυτές θα έπρεπε να είναι μικρότερες και να επιβληθούν εν μέρει σε βάρος και του γιου του Ε.

Α. (οπότε συνολικά θα ήταν μικρότερες από τις ήδη ορισθείσες), καθ'όσον κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της 10.3.1982 ο ίδιος ήταν συνιδιοκτήτης του όλου ακινήτου κατά ποσοστό 38% και ο ανωτέρω γιος του κατά ποσοστό 12% είχε υποβάλει στη Διεύθυνση Πολεοδομίες Θεσσαλονίκης την από 15-7- 1994 (υπ' αριθμ. πρωτ. ...) αίτησή του, ζητώντας τη διόρθωση της κοινοποιηθείσας στον ίδιο πράξης επιβολής εισφοράς (ΠΕΕ), σύμφωνα με τα ανωτέρω.

Συγχρόνως με την ως άνω αίτηση, ο Γ. Α. άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 15-7-1994 προσφυγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Ωραιοκάστρου, με την οποία ζητούσε, για τους ίδιους λόγους, την ακύρωση της από 4-4-1994 πράξης της Προϊστάμενης της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε επιβληθεί σε βάρος του εισφορά σε χρήμα ύψους 6.808.200 δραχμών, ως συνιδιοκτήτη πόσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου.

Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η προδικαστική υπ' αριθμ. 140/1997 απόφαση του| ως άνω δικαστηρίου, που ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υποχρέωσε τον προσφεύγοντα να προσκομίσει το ως άνω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Φ.-Β. και πιστοποιητικό του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου, από το οποίο να προκύπτει ο χρόνος μεταγραφής του συμβολαίου αυτού.

Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2796/30-6-1998 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της, αφού λήφθηκε υπόψη (μόνο) το ακριβές αντίγραφο του προσκομισθέντος συμβολαίου δωρεάς (χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε πιστοποιητικό μεταγραφής), κρίθηκε ότι εσφαλμένα υπολογίσθηκε σε βάρος του προσφεύγοντος εισφορά σε χρήμα με βάση ποσοστό εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησίας του 50%, ενώ έπρεπε να υπολογιστεί με βάση ποσοστό 38%, γι' αυτό ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής εισφοράς.

Στο μεταξύ, ο Ε. Α. κατέθεσε στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης (δια του αδελφού του Δ. Α., αρχιτέκτονα-μηχανικού) την από 14-10-1996 αίτηση (υπ' αριθμ. πρωτ. ...), ως συνέχεια της ως άνω υπ' αριθμ. πρωτ. ... αιτήσεως του πατέρα του με συνημμένα ορισμένα έγγραφα, ζητώντας να γίνει δεκτή η αρχική αίτηση. Επί της αρχικής αιτήσεως δεν προέκυψε ότι υπήρξε κάποια ανταπόκριση εκ μέρους της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης (πέραν της αποστολής ενός εγγράφου με ημερομηνία 18-11-1994, με το οποίο η ως άνω υπηρεσία ζητούσε συμπληρωματικά στοιχεία και ειδικότερα α) πιστοποιητικό ιδιοκτησίας από το υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης για τον υπ' αριθμ...

τίτλο και β) δήλωση ιδιοκτησίας του Σ. Α.), προδήλως διότι αναμενόταν η έκδοση της σχετικής, αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Εξάλλου, η διεκπεραίωση της πρόσθετης από 14-10-1996 αιτήσεως του Ε. Α. ανατέθηκε στον υπάλληλο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, τοπογράφο- μηχανικό Κ.

Κ.. Ο υπάλληλος αυτός, που ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός, παραλαμβάνοντας την ως άνω από 14-10-1996 αίτηση, θεώρησε καταρχήν ότι επρόκειτο για μία απλή υπόθεση, στην οποία το αίτημα του αιτούντος ήταν βάσιμο και γι' αυτό έπρεπε να εκδοθεί σχετική διορθωτική πράξη της υπ' αριθμ. 19 του 1994 πράξεως εφαρμογής. Σημειώνεται ότι, κατ' εκείνη τη χρονική περίοδο, οι Πολεοδομίες προέβαιναν (εσφαλμένα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα) στην έκδοση διορθωτικών πράξεων προς διόρθωση σφαλμάτων, που εντοπίζονταν εκ των υστέρων, στις πράξεις εφαρμογής.

Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω υπάλληλος συνέταξε στον υπολογιστή του ένα προσχέδιο της αποφάσεως αυτής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο. Στη θέση της ημερομηνίας αναγράφηκε Θεσσαλονίκη Φεβρ. 1997, θεωρώντας ότι η διεκπεραίωσή της θα γινόταν εντός του Φεβρουάριου του 1997, οπότε θα συμπληρωνόταν η ακριβής ημερομηνία εκδόσεώς της.

Στη θέση του αριθμού πρωτοκόλλου αναγράφηκε 29/3323/ΠΕ305, δηλαδή ο αριθμός πρωτοκόλλου, που είχε λάβει η από 14-10-1996 αίτηση του Ε. Α., ενώ παρέμεινε ασυμπλήρωτος ο αριθμός που θα ελάμβανε το έγγραφο κατά την καταχώρισή του στο πρωτόκολλο της εκδούσας υπηρεσίας, ήτοι ο αριθμός πρωτοκόλλου του ως εξερχόμενου εγγράφου, που θα αναγραφόταν σε συνέχεια του πρώτου αριθμού.

Στο προσχέδιο αυτό, που εκτύπωσε ο Κ. Κ.ς, έθεσε την ειδική σφραγίδα όπου έπρεπε να τεθούν οι υπογραφές των υπαλλήλων της διοικητικής ιεραρχίας μέχρι την τελική υπογραφή του από το Νομάρχη Θεσσαλονίκης. Πράγματι, στο έγγραφο αυτό, που απετέλεσε το σχέδιο του προς έκδοση διοικητικού εγγράφου, κατά την προαναφερόμενη έννοια, έθεσαν τις μονογραφές τους από τις 10-2-1997 έως τις 13-2-1997 καταρχήν ο εισηγητής (Κ Κούγιας) και στη συνέχεια οι αρμόδιοι τμηματάρχης και διευθυντής της υπηρεσίας, ενώ εν τέλει προσυπέγραψε στο σχέδιο και ο τελικώς υπογράφων Νομάρχης Θεσσαλονίκης.

Οι υπογραφές αυτές τέθηκαν από τα ανωτέρω υπηρεσιακά όργανα όχι βέβαια με τη βούληση να ισχύσει η πράξη αυτή μετά την προσυπογραφή της από τον τελευταίο υπογράφοντα, αλλά με την προοπτική ότι, πέραν των αναγκαίων διαδικασιών για την έκδοσή της (την ύπαρξή της ως διοικητικού εγγράφου), που κατά τα προεκτεθέντα έπρεπε να επακολουθήσουν (ακριβής χρονολόγηση, πρωτοκόλλησή της), έπρεπε να προηγηθεί η σύνταξη του αναφερόμενου στο σχέδιο της διορθωτικής αποφάσεως πίνακα αυτής, όπου έπρεπε να προσδιορίζονται τα επιμέρους στοιχεία για κάθε συνιδιοκτήτη ( εμβαδό που αναλογεί στη συνιδιοκτησία του μετά την πράξη εφαρμογής, υποχρεώσεις εισφοράς του σε γη, και χρήμα κ.λ.π).

Προδήλως, η σύνταξη του πίνακα αυτού, που κατά το νόμο αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της πράξης εφαρμογής και αναγκαίο συνοδευτικό στοιχείο της μεταγραφής της, αφέθηκε από τους συνυπογράφοντες "εν λευκώ" (ως εντελώς τεχνικό ζήτημα με απολύτως προσδιορισμένο εκ του νόμου περιεχόμενο) να γίνει στη συνέχεια από το συντάκτη της προς έκδοση αποφάσεως Κ.

Κ., ο οποίος, μετά τη σύνταξη του πίνακα αυτού, που θα συνεπαγόταν την οριστικοποίηση του περιεχομένου της προς έκδοση αποφάσεως, θα προέβαινε στην προώθηση του σχεδίου ώστε να λάβει ημερομηνία και αριθμό πρωτοκόλλου και να υπάρξει έτσι ως διοικητική πράξη. Σημειώνεται ότι, κατά την πρακτική των Πολεοδομιών, τους πίνακες αυτούς, που περιέχουν πολλά αριθμητικά στοιχεία, προετοιμάζουν και προσκομίζουν οι μηχανικοί των ενδιαφερομένων πολιτών και ακολούθως οι αρμόδιοι υπάλληλοι των Πολεοδομιών, αφού τους ελέγξουν και διαπιστώσουν την ορθότητά τους, τους ενσωματώνουν στις εκδιδόμενες αποφάσεις.

Από την πλευρά των εναγομένων ο τοπογράφος μηχανικός, που ανέλαβε τη σύνταξη του ως άνω πίνακα, ήταν ο Π. Δ.. Όπως προέκυψε, ο τελευταίος, που συνάντησε κατ' επανάληψη τον Κ. Κ., είχε συζητήσεις μαζί του και του προσκόμισε τον πίνακα με διάφορες εκδοχές, πλην όμως ο ανωτέρω υπάλληλος δεν συμφωνούσε μ' αυτές και το ζήτημα παρέμενε σε εκκρεμότητα.

Περαιτέρω, με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... υπηρεσιακό σημείωμα του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης απευθύνθηκε ερώτημα προς τη νομική σύμβουλo του Διευθυντή της Πολεοδομίας σε σχέση με την ως άνω εκκρεμούσα υπ' αριθμ. πρωτ. ... αίτηση του Ε. Α.. Ειδικότερα, το περιεχόμενο του ερωτήματος ήταν αν, ενόψει του ως άνω υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου δωρεάς προς τον Ε. Α., της μεταγραφής του την 6-4-1982, ήτοι μετά τη 10-3- 1982 και της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 2796/1998 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ήταν εσφαλμένη ή όχι η υπ' αριθμ. 19 πράξη εφαρμογής ως προς την επιβληθείσα σχετικώς εισφορά σε γη σε βάρος της ιδιοκτησίας των εναγόμενων.

Η ως άνω νομική σύμβουλος με την από 31-8-2001 υπ' αριθμ. 62/2001 γνωμοδότησή της αποφάνθηκε ορθώς, κατά τα προεκτεθέντα, ότι, εφόσον η μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου έγινε μετά τη 10-3-1982, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ως ανωτέρω ακινήτου κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία.

Κατέληγε δε στην άποψη ότι θα έπρεπε να προβεί η υπηρεσία στη σύνταξη διορθωτικής πράξης εφαρμογής, στην οποία καταρχήν θα υπολογιζόταν η εισφορά σε γη και χρήμα στο ιδανικό μερίδιο κάθε συνιδιοκτήτη, όπως είχε διαμορφωθεί μέχρι τη 10-3-1982 (στην προκειμένη περίπτωση στο 50% του Γ. Α.) και ακολούθως θα γινόταν κατανομή του αναλογούντος ποσού της εισφοράς σε χρήμα σύμφωνα με τα ποσοστά συγκυριότητας κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής (ήτοι 38% για το Γ.

Α.). Στη συνέχεια, ενόψει της ως άνω γνωμοδοτήσεως, με το υπ' αριθμ πρωτ. ... έγγραφο του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης προς τον Ε. Α. ζητήθηκε από αυτόν, σε σχέση με την ως άνω αίτησή του, να προσκομίσει ορισμένα δικαιολογητικά (ιδίως τον ως άνω πίνακα) εντός της αναφερόμενης σ' αυτό προθεσμίας.

Επειδή όμως ο Ε. Α. δεν προσκόμισε τα δικαιολογητικά αυτά, με το υπ' αριθμ. 29/οικ/39454/21-10-2002 έγγραφο του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης προς τον Ε. Α. ενημερώθηκε αυτός ότι τέθηκε η ως άνω αίτησή του στο αρχείο και συγχρόνως του επιστρέφονταν όλα τα δικαιολογητικά του φακέλου, που είχε υποβάλει.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος Ε. Α., που ήταν ο αμέσως ενδιαφερόμενος για τη διεκπεραίωση της ως άνω αιτήσεώς του κατά τις επιδιώξεις του και ο πρώτος εναγόμενος Σ. Α., ο οποίος ως δικηγόρος ενεργούσε ως νομικός εκπρόσωπος αυτού, αλλά και προς ίδιο συμφέρον, αφού η ενδεχόμενη θετική έκβαση της παραπάνω αιτήσεώς θα είχε αντανακλαστικά θετικές επιπτώσεις και για τον ίδιο, οι οποίοι είχαν προσωπικές επαφές για το θέμα με την Πολεοδομία Θεσσαλονίκης και ειδικότερα τον ως άνω αρμόδιο υπογραφή του ως άνω σχεδίου υπάλληλο Κ.

Κ., μετά την αποφάσεως, κατά τα ανωτέρω και ενόσω εκκρεμούσε η σύνταξη του σχετικού πίνακα, έλαβαν κρυφά από το φάκελο της υποθέσεως ένα φωτοτυπικό αντίγραφο του ως άνω σχεδίου. Σημειώνεται ότι, όπως προεκτέθηκε, επειδή το ως άνω σχέδιο αποφάσεως δεν είχε ολοκληρωθεί, αφού δεν είχε οριστικοποιηθεί το περιεχόμενό του, δεν μπορούσε νομίμως να έχει πρόσβαση σ' αυτό και να αποκτήσει αντίγραφό του οποιοσδήποτε εκτός της αρμόδιας υπηρεσίας.

Αργότερα, ενόψει της δικαστικής διαδικασίας, που είχε ανοιγεί μεταξύ των διαδίκων μετά την άσκηση της ως άνω με αριθμό καταθ. 21.714/2005 αγωγής των εναγόντων, οι ως άνω δύο εναγόμενοι την 23-11-2005 προσκόμισαν το παραπάνω φωτοαντίγραφο του σχεδίου στον υπάλληλο της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης Β. Τ., από τον οποίο ζήτησαν την επικύρωση αυτού ως ακριβούς αντιγράφου.

Ο υπάλληλος αυτός, θεωρώντας ότι πράγματι επρόκειτο για αντίγραφο ολοκληρωμένης και εκδοθείσας διορθωτικής αποφάσεως, υπέγραψε παραπλανημένος (χωρίς να προβεί στον επιβαλλόμενο έλεγχο του πρωτοτύπου) ότι το έγγραφο αυτό αποτελούσε ακριβές αντίγραφο από το τηρούμενο στο Τμήμα Πολεοδομικών Εφαρμογών πρωτότυπο.

Στη συνέχεια, οι ανωτέρω προέβησαν στη μεταγραφή του ως άνω εγγράφου στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο ..., παριστάνοντας ότι δήθεν επρόκειτο για υπαρκτή διορθωτική απόφαση. Συγκεκριμένα, ο Σ. Α. συνέταξε την από 9-12-2005 περίληψη μεταγραφής της ως άνω φερόμενης ως υπ' αριθμ. πρωτ. ... αποφάσεως του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και ο Ε.

Α. υπέβαλε στις 20-12-2005 στο παραπάνω υποθηκοφυλακείο την από 9-12-2005 σχετική αίτησή του επισυνάπτοντας το ανωτέρω έγγραφο με την ψευδή κατά περιεχόμενο επικύρωσή του ως ακριβούς αντιγράφου μαζί με την ως άνω περίληψη μεταγραφής. Ο αρμόδιος υποθηκοφύλακας, που υπέλαβε παραπλανημένος ότι πράγματι επρόκειτο για υπαρκτή διορθωτική απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, προέβη στη μεταγραφή αυτής στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου και παρέδωσε αντίγραφό της με πιστοποιητικό μεταγραφής στον Ε.

Α.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις αρχές Μαΐου 2007 οι ενάγοντες, κατόπιν σχετικού ελέγχου στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου ..., πληροφορήθηκαν την ύπαρξη και μεταγραφή του ως άνω εγγράφου. Κατόπιν αυτού, θεωρώντας και οι ίδιοι ότι επρόκειτο για μία υπαρκτή απόφαση, υπέβαλαν καταρχήν την από 1-6-2007 ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

Η προσφυγή αυτή δεν απαντήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας, διότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, που και εκείνοι παραπλανημένοι από τα ως άνω δεδομένα θεωρούσαν αρχικά ότι πράγματι είχε εκδοθεί η ως άνω απόφαση, δεν μπορούσαν να την ανεύρουν (είχε άλλωστε εξαφανισθεί και το προαναφερόμενο υπογεγραμμένο σχέδιο της απόφασης), ούτε βέβαια ανευρισκόταν και ο ουδέποτε συνταχθείς πίνακας αυτής.

Μάλιστα, αρχικά οι ανωτέρω υπάλληλοι σε σχετικά έγγραφά τους ανέφεραν ότι υπήρχε διαδικασία για την ανασύσταση του μη ανευρισκόμενου φακέλου της ως άνω αποφάσεως. Κατόπιν αυτού, οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 1-10-2007 αίτησή τους, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της ως άνω αποφάσεως, που όπως προεκτέθηκε υπολάμβαναν ως υπαρκτή.

Εν τέλει, επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1109/2010 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία, θεωρώντας υπαρκτή την προσβαλλόμενη πράξη, εφόσον αυτή δεν είχε προσβληθεί για πλαστότητα, ακύρωσε "την ... απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, καθώς και την τεκμαιρόμενη απόρριψη από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακέδονίας της προσφυγής των αιτούντων κατ' αυτής" για το λόγο ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν ήταν νομικώς επιτρεπτή η επάνοδος της Διοικήσεως επί του θέματος της πράξης εφαρμογής, η οποία κατέστη μετά τη μεταγραφή της οριστική και αμετάκλητη, μη υποκείμενη σε ανάκληση ή ανασύνταξη ούτε για λόγους νομιμότητας.

Η απόφαση αυτή προσβλήθηκε με έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Επικράτειας ...Σύμφωνα με τα ανωτέρω, αποδείχθηκε, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το επίμαχο σχέδιο αποφάσεως δεν ολοκληρώθηκε ως προς τη σύνταξη του περιεχομένου του και δεν έλαβε υπόσταση ως διοικητικό έγγραφο με τη βούληση των αρμόδιων υπαλλήλων, καθόσον δεν χρονολογήθηκε και δεν πρωτοκολλήθηκε.

Γι' αυτό άλλωστε ουδέποτε κοινοποιήθηκε τέτοια απόφαση στους αναφερόμενους αποδέκτες αυτής ήτοι στο Πολεοδομικό Γραφείο Εύοσμου και στο Δήμο Ωραιοκάστρου, ο οποίος φυσικά δεν την επέδωσε περαιτέρω, όπως οριζόταν σ' αυτήν, στους Τ. Ρ., Ά. Ρ., Γ. Α. και Ε. Α., ούτε βέβαια μεταγράφηκε υπηρεσιακώς, όπως επιβαλλόταν.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, παρέμεινε σχέδιο και δεν κατέστη το πρωτότυπο διορθωτικής αποφάσεως. Τα ανωτέρω, πέραν των προαναφερομένων, προκύπτουν και από πλήθος δημόσιων εγγράφων και ιδίως: α) από το με αριθμό πρωτ. 29/35989, 36517, 36271, 36515, 39363/ 5-8-2008 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, που απευθυνόταν προς τους εναγομένους, Δ.

Α. και Σ. Α., ως απάντηση σε προηγούμενες υποβληθείσες δικές τους αιτήσεις, στο οποίο επισημαινόταν ότι τα στοιχεία που είχαν κατατεθεί στην υπηρεσία αυτή είχαν επιστραφεί με το προαναφερόμενο έγγραφό της, καθώς επίσης ότι από το πρωτόκολλο της υπηρεσίας αυτής φαινόταν ότι δεν είχε εκδοθεί διορθωτική πράξη με αριθμό 19/44, β) από το με αριθμό πρωτ. ...

έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, που απευθυνόταν στον πρώτο ενάγοντα, ως απάντηση σε υποβληθείσα αίτησή του και στο οποίο αναφερόταν ότι, μετά από διενεργηθείσα έρευνα στο αρχείο και στο πρωτόκολλο της υπηρεσίας αυτής, διαπιστώθηκε ότι δεν είχε εκδοθεί διορθωτική πράξη με αριθμό 19/44, γ) από το με αριθμό πρωτ. ...

έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών Θεσσαλονίκης, που απευθυνόταν στον πρώτο εναγόμενο, ως απάντηση σε υποβληθείσα αίτησή του και στο οποίο η ανωτέρω υπηρεσία ενέμεινε στα όσα είχε διαπιστώσει στο με στοιχείο α ως άνω έγγραφο της, δ) από το με αριθμό πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, που απευθυνόταν στο Δήμο Ωραιοκάστρου, ως απάντηση σε υποβληθείσα αίτηση αυτού και στο οποίο αναφερόταν ότι για την επίδικη ιδιοκτησία είχε κατατεθεί φάκελος για διορθωτική πράξη, που όμως ουδέποτε διεκπεραιώθηκε, λόγω μη προσκόμισης βασικών στοιχείων, ε) από το με αριθμό πρωτ. ...

έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, που απευθυνόταν στον πρώτο εναγόμενο, ως απάντηση σε υποβληθείσα αίτησή του και στο οποίο η ως άνω υπηρεσία ενέμεινε στις απόψεις της, όπως αυτές εκτέθηκαν στα προγενέστερα έγγραφά της, στ) από το με αριθμό πρωτ. ... έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης προς το Πταισματοδικείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο επαναλαμβανόταν η ανυπαρξία της επίμαχης αποφάσεως, όπως προέκυπτε από το γενικό πρωτόκολλο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας αλλά και από το βιβλίο καταχώρισης εγγράφων του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών, καθώς επίσης και η επιστροφή Των εγγράφων, που είχαν κατατεθεί από τον Ε.

Α. με την ως άνω αίτησή του, ζ) από το με αριθμό πρωτ. ... αίτημα του Προϊσταμένου του Τμήματος |Πολεοδομικών Εφαρμογών της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης για έκδοση γνωμοδοτήσεως επί της εκκρεμούσας αιτήσεως του Ε. Α., την έκδοση της προαναφερόμενης με αριθμό 62/2001 γνωμοδοτήσεως της νομικής συμβούλου της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, Ε.

Δ. και την περαιτέρω χρήση αυτής, που καθιστούν κατάδηλο ότι, κατά τους χρόνους συντάξεως των εγγράφων αυτών, δεν είχε εκδοθεί η φερόμενη ως υπαρκτή και εκδοθείσα το Φεβρουάριο του 1997 τροποποιητική απόφαση. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τα προαναφερόμενα υπ' αριθμ. πρωτ. . ... και 29/οικ/394 54/21-10-2002 έγγραφα του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης προς τον Ε.

Α., που ήταν σε γνώση και του Σ. Α.....Όπως προαναφέρθηκε, δεν έγινε μεν πλαστογράφηση εκ μέρους των εναγομένων, πλην όμως έγινε χρήση εκ μέρους τους του ως άνω σχεδίου αποφάσεως, που με απατηλό τρόπο παρουσιάσθηκε ως εκδοθείσα απόφαση, με την προσκομιδή και επίκλησή του ενώπιον του πολιτικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ειδικότερα, παρουσιάσθηκε ψευδώς ότι με αυτήν την "απόφαση" είχε τροποποιηθεί η αρχική πράξη εφαρμογής και ότι ο δεύτερος εναγόμενος, Ε. Α. είχε θεωρηθεί συγκύριος του όλου ακινήτου, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την πράξη εφαρμογής (3.254,37 τ.μ ), κατά ποσοστό 12% εξ αδιαιρέτου, με αποτέλεσμα να παραμείνει το ποσοστό συνιδιοκτησίας των εναγόντων επί του όλου ακινήτου σε 50% εξ αδιαιρέτου και όχι σε 53,15%, όπως προέβλεπε η υπ' αριθμ. 19 πράξη εφαρμογής.

Το Εφετείο πράγματι παραπλανήθηκε και δέχθηκε ότι είχε εκδοθεί τροποποιητική απόφαση, με αποτέλεσμα να επέλθει βλάβη στην περιουσία των εναγόντων, προς όφελος των εναγομένων, λόγω της απώλειας εξ αδιαιρέτου ποσοστού 3,15% από το μερίδιό τους συνολικά, που αντιστοιχεί σε έκταση 102,59 τμ. Επιπλέον, οι εναγόμενοι προσκόμισαν με επίκληση την ως άνω "απόφαση" ενώπιον του Αρείου Πάγου προς υποστήριξη, μεταξύ άλλων, του ισχυρισμού τους ότι επρόκειτο για υπαρκτή απόφαση.

Προσθέτως, όπως προεκτέθηκε, ο πρώτος και ο δεύτερος των εναγομένων είχαν προβεί προηγουμένως στις προαναφερόμενες πράξεις για τη μεταγραφή της επίμαχης "αποφάσεως" ( σύνταξη περίληψης μεταγραφής, υποβολή αιτήσεως με επισύναψη του επίμαχου εγγράφου με την ψευδή κατά περιεχόμενο

επικύρωσή του ως ακριβούς αντιγράφου

μαζί με

την περίληψη

μεταγραφής), ενέργειες, που είχαν ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση του αρμόδιου υποθηκοφύλακα και τη μεταγραφή του επίμαχου εγγράφου σαν να επρόκειτο για υπαρκτή απόφαση. Οι ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες (με δόλο) πράξεις των εναγομένων, που ασφαλώς γνώριζαν πολύ καλά την ανυπαρξία της επίμαχης "αποφάσεως", συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους τους...Όπως αποδείχθηκε, η αξία του απολεσθέντος μέρους εκ του μεριδίου των εναγόντων, ήτοι ποσοστό εξ αδιαιρέτου 3,15% επί τού όλου ακινήτου, όπως αυτό διαμορφώθηκε, που αντιστοιχεί σε έκταση 102,59 τ.μ., ανέρχεται στο ποσό των 25.000 ευρώ.

Δεν αποδείχθηκε όμως, ότι το ως άνω απολεσθέν ποσοστό συνιδιοκτησίας τους επηρέασε τη δυνατότητα ανοικοδομήσεως στο τμήμα αποκλειστικής χρήσης τους, ενόψει του ότι ήδη αυτοί είχαν ανεγείρει ακίνητο σε αυτό, ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη επικειμένων επί του τμήματος αυτού ώστε να συνυπολογσθούν στην αξία του.

Από την τέλεση δε των ανωτέρω σε βάρος τους αδικοπρακτικών συμπεριφορών, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, που είναι ιδιαιτέρως σοβαρή, καθόσον αυτοί, πέραν της περιουσιακής τους απώλειας, υπέστησαν μακροχρόνιες ταλαιπωρίες με τις δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες, στις οποίες εμπλέχθηκαν, που συνεπάγονταν σημαντικές οικονομικές δαπάνες και μεγάλη ψυχική τους ταλαιπωρία.

Για την ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης, ενόψει του είδους και της εντάσεως της προσβολής, που κρίνεται σοβαρή, του βαθμού του πταίσματος των εναγομένων, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών και όλων εν γένει των συνθηκών, το Δικαστήριο κρίνει, ότι πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση καθενός εκ των δύο πρώτων εναγομένων να καταβάλει στον κάθε ενάγοντα το ποσό των 8.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο".

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την από 23-7-2013 έφεση των εναγόντων και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. ... οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, κράτησε και δίκασε την αγωγή την οποίαν δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι ο καθένας των εναγομένων οφείλει να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων το ποσό των 8000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την τελεσθείσα σε βάρος των εναγόντων αδικοπραξία.

Με αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι οι αναιρεσείοντες δολίως χρησιμοποίησαν το σχέδιο της απόφασης του Νομάρχη με αριθμ. ... σαν να ήταν πράγματι απόφαση του τελευταίου ενώπιον του πολιτικού εφετείου Θεσ/κης και του Αρείου Πάγου, με το οποίο (σχέδιο) δήθεν τροποποιείτο η αρχική πράξη εφαρμογής και ότι ο δεύτερος εναγόμενος Ε.

Α. είχε θεωρηθεί συγκύριος του όλου ακινήτου, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την πράξη εφαρμογής κατά ποσοστό 12 % εξ αδιαιρέτου, με αποτέλεσμα να παραμείνει το ποσοστό συνιδιοκτησίας των εναγόντων επί του όλου ακινήτου σε 50 % εξ αδιαιρέτου και όχι σε 53, 15 % όπως προέβλεπε η υπ' αριθμ. 19 πράξη εφαρμογής, η οποία φερόταν ότι είχε δήθεν τροποποιηθεί με το προαναφερθέν σχέδιο, στη συνέχεια δε προέβησαν στη μεταγραφή της με παραπλάνηση του αρμόδιου υποθηφύλακα και ότι από την ως άνω αδικοπραξία οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την οποίαν αναγνωρίστηκε ότι καθένας των εναγομένων οφείλει να καταβάλει σε καθέναν απ' αυτούς το ποσό των 8000 ευρώ, ορθώς εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις.

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της αναίρεσης καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγους από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους τα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 και 559 αρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 5/1995, ΑΠ 21/1999). Το κύρος δε και η νομιμότητα μιας εκτελεστής πράξης των οργάνων της διοίκησης, ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως (άρθρο 2 ΚΠολΔ), εφ` όσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 447/1984, ΑΠ 229/2016).

Το πολιτικό δικαστήριο, όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα μίας διοικητικής πράξης ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στο πλαίσιο της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.

Δηλαδή ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν την εκτελεστή διοικητική πράξη, οσάκις αυτή πάσχει κατά τα προαναφερθέντα, ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 1/2018). Δεν αποκλείεται δε ο παρεμπίπτων έλεγχος, όταν η ελεγχομένη εκτελεστή διοικητική πράξη έχει καταστεί απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ή αίτησης ακύρωσης ενώπιον του κατά νόμο εκάστοτε αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου από τον ενδιαφερόμενο διάδικο.

Και τούτο διότι η πάροδος της προθεσμίας δεν θεραπεύει το ελάττωμα της εκτελεστής διοικητικής πράξης από το οποίο αυτή πάσχει, αλλά απλώς καθιστά απαράδεκτη την αίτηση ακύρωσης, και δεν εμποδίζει, συνεπώς, τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας αυτής από τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 281/2017, ΑΠ 1627/2017, ΑΠ 1709/2010, ΑΠ 127/2002).

Περίπτωση όμως τοιαύτης υπέρβασης της δικαιοδοσίας δεν συντρέχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης δεν θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία τους, διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται κατά νόμο (άρθ. 2 και 282 του ΚΠολΔ), κατά τα ήδη προαναφερθέντα, με την απλή εξέταση και όχι με τη διάγνωση του ζητήματος, όταν το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας προς τούτο και για το λόγο αυτό άλλωστε, στην περίπτωση αυτή, η απόφασή του πολιτικού δικαστηρίου για το κριθέν παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσης ζήτημα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018, 1366/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο από τον αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία του, διότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του κήρυξε την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Νομάρχη Θεσ/κης άκυρη και ανυπόστατη, ενώ το Διοικητικό Εφετείο Θεσ/κης με την υπ' αριθμ. 1109/2010 απόφασή του δέχθηκε την ως άνω πράξη ως υπαρκτή και την ακύρωσε.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, και αληθώς υποτιθέμενος, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης εκ του αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως το κύρος της νομιμότητας μιας διοικητικής πράξης, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(α, β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλ. οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.

ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Πράγματα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι και οι λόγοι της έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1677/2010).

Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλ. σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 595/2022, 1363/2008). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει μεταξύ των άλλων (ο ισχυρισμός, ο τρόπος πρότασής του κ.α) να εκτίθεται ο λόγος για τον οποίον ο μη ληφθείς υπόψη πραγματικός ισχυρισμός θα ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 387/2019, ΑΠ 1593/2017) και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η παράβαση, εφόσον η υπόθεση εξετάστηκε κατ' ουσίαν (ΑΠ 712/2016, 1277/2015).

Όταν ο λόγος αφορά τη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού περί δεδικασμένου πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε α) την ύπαρξη της τελεσίδικης απόφασης, β) ότι ταυτίζονται οι διάδικοι ή τα πρόσωπα υπέρ και κατά των οποίων ισχύει το δεδικασμένο στην τελεσίδικη απόφαση και την επίδικη διαφορά, γ) την ταυτότητα της διαφοράς δηλ.

την ιστορική και νομική αιτία στην οποίαν στηρίζεται και η ένδικη αξίωση, δ) ότι υπεβλήθη αίτημα παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής λόγω δεδικασμένου (ΑΠ 514/2002), ενώ μόνη η αναφορά της απόφασης και του περιεχομένου της δεν αρκεί (ΑΠ 2/2006, 89/2013), και ε) ποια η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και από τον ίδιο αριθμό δεύτερο πρόσθετο λόγο αντίστοιχα οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους που προτάθηκε πρωτόδικα αλλά και στην κατ' έφεση δίκη ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος απέκτησε ποσοστό 25% από κληρονομία της μητρός του Α.

Ράφτη με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη της και όχι ποσοστό 26,575%, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και τον ισχυρισμό τους περί δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Εφετείου Θεσ/κης σχετικά με την εγκυρότητα της τροποποιητικής πράξης ... του Νομάρχη Θεσ/κης. Επί πλέον οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος του, ορθώς εντασσόμενος στον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους που προβλήθηκε με την προσθήκη των από 25-4-2018 προτάσεων ενώπιον του Εφετείου ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων δεν προσκόμισε κατά τη συζήτηση της έφεσής τους το γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΘ για την παράστασή ενώπιον του δικαστηρίου, με συνέπεια η σχετική διαδικαστική πράξη να είναι απαράδεκτη (άρθρο 61 εδ. 4 του ν. 4194/2013) και οι εκκαλούντες να θεωρούνται ότι δεν παρίστανται προσηκόντως και η έφεσή τους να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη.

Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης, ανεξάρτητα από το ότι τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες δεν εντάσσσονται στην έννοια των πραγμάτων, κατά τα προαναφερθέντα, είναι προδήλως αόριστος, διότι, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, δεν εκτίθεται ο λόγος για τον οποίον ο ως άνω ισχυρισμός θα ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης καθώς και δεν εκτίθενται καν οι πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ενώ ο ως άνω πρόσθετος λόγος περί μη λήψης δεδικασμένου της προαναφερθείσας απόφασης είναι επίσης αόριστος διότι δεν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν που απαιτούνται για το ορισμένο του.

Τέλος, ο ως άνω πρώτος λόγος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε σιωπηρά με την παραδοχή των αντιθέτων, δηλ. της εξέτασης της ένδικης έφεσης των εκκαλούντων νυν αναιρεσιβλήτων κατ' ουσίαν, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Για το ορισμένο του λόγου πρέπει εκτός των άλλων, να εκτίθενται ποια ήταν η επίδραση των πραγμάτων που δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά δίχως απόδειξη στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1020/2019, 449/2019). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους σε βάρος των εναγόντων (λήψη κρυφίως φωτοτυπικού αντιγράφου του σχεδίου της τροποποιητικής απόφασης του Νομάρχη και παραπλάνηση του υπαλλήλου δίχως τον έλεγχο του πρωτοτύπου αυτής) και την παραδοχή κατ' ουσίαν της αγωγής τους, χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από την αοριστία του ως προς το ότι δεν αναφέρει ποια η επίδραση των επικαλούμενων πραγματικών γεγονότων στο διατακτικό της απόφασης και του ότι υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ΑΠ 543/2018), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία (αποδεικτικά μέσα) όπως βεβαιώνει, συνεκτίμησε και έτσι οδηγήθηκε στην κρίση του για την ουσιαστική βασιμότητα της επίδικης αγωγής.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της ένδικης αίτησης και τον τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του οι αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα α) την από 5-9-2002 επιστολή του πρώτου ενάγοντος στο Δήμο Ωραιοκάστρου και την από 6-11-2003 αγωγή του στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσ/κης, β) τα υπ' αριθμ.

πρωτ. ... έγγραφα της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσ/κης γ) την από 4-6-2008 αίτηση του πρώτου ενάγοντος προς την Πολεοδομία και την από 29-1-1997 αίτηση του δεύτερου αναιρεσείοντος, δ) απόσπασμα του βιβλίου πρωτοκόλλου της Πολεοδομίας Θεσ/κης και ε) την υπ' αριθμ. 1109/2010 του Διοικητικού Εφετείου Θεσ/κης με την οποίαν ακυρώθηκε η ως άνω διορθωτική πράξη του Νομάρχη και τις υπ' αριθμ. 1615/2014 και 828/2016 αποφάσεις του τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων αντίστοιχα με τις οποίες ο πρώτος αρχικός και ο δεύτερος αναιρεσείων απηλλάγησαν από την κατηγορία της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση πλαστού εγγράφου (δηλ.

της προαναφερθείσας δήθεν τροποποιητικής απόφασης του Νομάρχη Θεσ/κης) και της απάτης στο Δικαστήριο, ενώ έκρινε ενόχους αυτούς για το έγκλημα της χρήσης εγγράφου που περιέχει ψευδή βεβαίωση, ενώ η δεύτερη από τις ως άνω αποφάσεις έκρινε αθώους αυτούς και από την κατηγορία αυτή. Όμως, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.." και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται δηλ. ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι'αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ'ένα απ' αυτά.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 200/2018, 775/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε, γ) η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 462/2019, 126/2019), και στ) ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη του οποίου χρησίμευσε το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1038/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες εππικαλούνται ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και παραθέτουν απόσπασμα της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Εφετείου ως προς την κρίση της για την ανυπαρξία της υπ' αριθμ.

πρωτ. 29/3323/ΠΕ 305/Φεβρ 1997 απόφασης του Νομάρχη Θεσ/κης σε σειρά δημοσίων εγγράφων. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στην αναίρεση κυρίως ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε από το δικαστήριο στα ως άνω δημόσια έγγραφα για την απόδειξη του ισχυρισμού των εναγόντων περί ανυπαρξίας της πράξης του Νομάρχη, και εκείνη που έχει κατά νόμο και ποιο ήταν το σφάλμα της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 169/2019, 692/2017).

Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 1693/2017), και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 1640/2014, ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1270/2013).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται το αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης καθώς και το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 555/2019, 275/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, διότι το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ότι αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες "γνώριζαν ότι η επίδικη πράξη του Νομάρχη αποτελεί σχέδιο και όχι απόφαση και με απατηλό τρόπο την παρουσίασαν ως εκδοθείσα απόφαση" καθώς και ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι οι ενάγοντες "πλανήθηκαν και θεωρούσαν ότι πράγματι έχει εκδοθεί η παραπάνω απόφαση και την θεωρούν ακόμη υπαρκτή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων".

Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από την αοριστία του, διότι δεν εκθέτει πλήρως τα προαναφερθέντα στοιχεία, είναι και αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ερευνώντας τους λόγους έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι νυν αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι η επίδικη πράξη του Νομάρχη αποτελούσε σχέδιο και όχι απόφαση, την οποίαν παρουσίασαν με απατηλό τρόπο στις δημόσιες υπηρεσίες.

Στο πόρισμα αυτό κατέληξε το Εφετείο, διότι οι αποδείξεις που προσκόμισαν οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι κρίθηκαν επαρκείς για την απόδειξη της ιστορικής βάσης (αδικοπραξία) της αγωγής και με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, αφού οι ενάγοντες απέδειξαν πλήρως τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της αγωγής τους πραγματικά περιστατικά.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 19/2005). Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. 'Αρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.

Διαφορετικά ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση (ΑΠ 410/2016, 2016/2017). Δεν δημιουργείται όμως δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 321 και επ. ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε σ' αυτήν αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού, και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ακόμη και ως προς την τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της και συνακόλουθα δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης (για να αποτραπεί δεδικασμένο) κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 77/2009, 525/2008).

Tο δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο παρέλειψε να το λάβει υπόψη, θεμελιώνει την πλημμέλεια εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο ισχυρισμός αυτός να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 541/2014, 294/2014), ενώ για τις εκκρεμείς αναιρέσεις (άρθρο 116 παρ. 2 β ΚΠολΔ) μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο κατ' άρθρα 562 παρ. 2 γ ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 ν. 4842/2021.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο λόγο αναίρεσης και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την εγκυρότητα της προαναφερθείσας πράξης του Νομάρχη που απορρέει από τις υπ' αριθμ.

α) ... τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσ/κης, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 734/2010 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, β) 2796/1998 τελεσίδικη απόφαση του ΔΠρ Θεσ/κης, γ) 1109/2010 τελεσίδικη απόφαση του Δ Εφ Θεσ/κης, δ) των 1615/2014 και 828/2016 αποφάσεων του τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσ/κης και του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/κης αντίστοιχα.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης βασίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέοι γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, αφενός το εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, παραχθέντος από τις ανωτέρω αποφάσεις και δεν υπάρχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου, και αφετέρου διότι δεν εκτίθενται οι σχετικές παραδοχές των ως άνω αποφάσεων, ούτε και οι πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς την άρνηση του δεδικασμένου, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί εάν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων (ΑΠ 169, 235/2019).

Ενώ όσον αφορά τις προαναφερθείσες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ο λόγος του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται καν.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1539/2018, 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Όμως, δεν συνιστούν ¨έγγραφο¨, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015).

Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον ενδέκατο λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλούνται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. πρωτ. 29/3323/ΠΕ 305/Φεβρ 1997 απόφασης του Νομάρχη Θεσ/κης, διότι ως δημόσιο έγγραφο έχει το τεκμήριο της γνησιότητας, εν τούτοις το Εφετείο δέχθηκε ότι "δεν δημιουργούνται έννομες συνέπειες της πράξης αυτής, γεγονός που έρχεται σε πλήρη αντίθεση απ' αυτά που αναφέρονται στο δημόσιο έγγραφο που αναγνωρίστηκε ως έγκυρο από τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια τελεσίδικα".

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι υπό την ως άνω επίκληση πλημμέλειας εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ βάλλει κατά της ουσίας της υπόθεσης, βασιζόμενος σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος και ως αόριστος, διότι δεν περιέχει καν τα προαναφερθέντα στοιχεία στη μείζονα πρόταση, αλλά και αναφέρεται στην αποδεικτική δύναμη του ως άνω εγγράφου και όχι στο παραμορφωθέν περιεχόμενό του.

Επομένως, αφού απορριφθεί και ο όγδοος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίον ο πρώτος αρχικός αναιρεσείων επικαλείται ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής κακοδικίας σε βάρος του που άσκησαν οι ενάγοντες νυν αναιρεσίβλητοι, η οποία δεν περιέχει τα επί ποινή απαραδέκτου αυτής αναφερόμενα στοιχεία στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται περί αγωγής κακοδικίας, η οποία προϋποθέτει έννομη σχέση εντολής μεταξύ του ενάγοντος και του εναγόμενου ως πληρεξούσιου δικηγόρου του και πράξη ή παράλειψη αυτού κατά την άσκηση των ανατειθέμενων σ' αυτόν καθηκόντων, αλλά αγωγή αδικοπραξίας του ίδιου του εναγόμενου πληρεξούσιου δικηγόρου σε βάρος των εναγόντων, όπως, εξ άλλου, ορθώς δέχθηκε και το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της, όπως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-11-2018 αίτηση και τους από 1-12-2022 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2295/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ