Legislator Case Law & Legislation
258/2022 AI generated

258/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 258/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

258/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης νόμου που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 258 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 258/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Μ. του Α., 2) Α. Μ. του Μ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νούλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "……….. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "…. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" (πρώην "….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ", πρώην "…… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταύρου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2017 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 300/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2473/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/7/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24-7-2019 (8086/769/6-9-2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 2473/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 300/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την ανακοπή τους κατά της 154/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005, Α.Π. 37/2021, Α.Π. 10/2021).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (ή στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων) α) ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ο αριθμός του νόμου και το άρθρο του, β) το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και γ) η επίδραση του σφάλματος στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π. 7/2014, Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 350/2021, Α.Π. 316/2017, Α.Π. 683/2015).

Εξάλλου, σε περίπτωση που η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσία, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, αφού μόνο βάσει των παραδοχών αυτών μπορεί να κριθεί αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης νόμου που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, εάν οι αμφιβολίες δημιουργούνται ως προς το εάν σωστά εφαρμόσθηκαν ή παραβιάσθηκαν διατάξεις δικονομικού δικαίου.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/2008, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 219/2020, Α.Π. 355/2018, Α.Π. 651/2010).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Με την κρινόμενη έφεσή τους, οι ανακόπτοντες-εκκαλούντες παραπονούνται για την... απόρριψη των λόγων της ανακοπής τους, ισχυριζόμενοι επί λέξει ότι η κρίση αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, για καθένα έκαστο λόγο, είναι προφανώς εσφαλμένη, παραθέτοντας επακριβώς καθένα από τους παραπάνω λόγους, όπως ακριβώς αυτοί ήταν διατυπωμένοι στην ανακοπή τους.

Ο λόγος αυτός της έφεσης ότι, δηλαδή, η απόρριψη των λόγων της ανακοπής ως αόριστων, μη νόμιμων, αλυσιτελώς και κατ' ουσία αβάσιμου, είναι προφανώς εσφαλμένη, χωρίς άλλη διευκρίνιση ως προς το σφάλμα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τα συνιστώντα τις πλημμέλειες αυτού στοιχεία, με απλή επανάληψη των λόγων της ανακοπής, είναι αόριστος.

Ειδικότερα, δεν διαλαμβάνεται στην έφεση α) εάν οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες συνίστανται σε παραβίαση (εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία) ουσιαστικού κανόνα δικαίου και ποιού όσον αφορά την απόρριψη αφενός μεν ως μη νόμιμων του πρώτου, όγδοου, τρίτου, πέμπτου και ένατου λόγων ανακοπής, αφετέρου δε ως αλυσιτελούς του δεύτερου λόγου αυτής, β) ο λόγος για τον οποίο είναι εσφαλμένη η απόρριψη ως αόριστων των τέταρτου, έβδομου και δέκατου λόγων της ανακοπής και γ) ότι η απόρριψη του έκτου λόγου της ανακοπής ως κατ' ουσίαν αβάσιμου συνιστά κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Αντιθέτως, στην έφεση επαναλαμβάνονται αυτούσιοι οι λόγοι της ανακοπής και γίνεται εκτεταμένη παράθεση νομολογίας και νομικής θεωρίας άνευ επίκλησης συγκεκριμένων πλημμελειών που να αφορούν την ένδικη υπόθεση". Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με έναν έκαστο των εννέα (9) λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, που αναφέρονται σε καθένα των λόγων της έφεσής τους, που, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, κρίθηκαν αόριστοι, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αυτές πλημμέλειες, χωρίς να γίνεται επίκληση των σχετικών διατάξεων από το άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.

Συγκεκριμένα, σε κάθε αναιρετικό λόγο, παραθέτοντας τον αντίστοιχο λόγο της ανακοπής τους, τη νομική διάταξη, με βάση την οποία αυτός, κατά την άποψή τους, θεμελιώνεται και τα αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά, οι αναιρεσείοντες, βάλλοντας κατά της προσβαλλομένης, υποστηρίζουν, επί λέξει, ότι "δεν είχε νόμιμη βάση, δεν είχε αιτιολογίες και σε κάθε περίπτωση οι όποιες αιτιολογίες είναι αντιφατικές και ανεπαρκείς.

Επίσης διότι παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών καθώς και όπως προκύπτει εκ του ανωτέρω σκεπτικού παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας". Οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες, κατ' ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου δικογράφου, αφορούν στις προβλεπόμενες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικές πλημμέλειες, είναι, προεχόντως, απαράδεκτες. Και τούτο διότι α) ως προς την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτό το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, υπέπεσε το Εφετείο, ή το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας και δεν εξειδικεύεται η παραβίαση, ως προς την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

ούτε αναφέρονται διδάγματα της κοινής πείρας καθώς και ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και β) ως προς την από τον αριθμό 19 του άρθρο 559 πλημμέλεια, η οποία αφορά πάντα σφάλματα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ, στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δεν ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, αλλά απέρριψε τους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων ως αόριστους.

Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων τυγχάνουν αβάσιμες, ως ερειδόμενες επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι το Εφετείο ερεύνησε τους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε ως νόμω ή ουσία αβάσιμους, ενώ, όπως παρατίθεται ανωτέρω, άπαντες οι λόγοι της έφεσής τους κρίθηκαν αόριστοι και η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.

Συνακόλουθα, άπαντες οι λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν, πρωτίστως, ως απαράδεκτοι.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-7-2019 (8096/769/6-9-2019) αίτηση των 1) Μ. Μ. του Α. και 2) Α. Μ. του Μ. για αναίρεση της 2473/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ