258/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/4/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2894/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2940/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15/12/2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 2044/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2940/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2451/2015 μη οριστική και 855/2018 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/3/2018 αίτησή της και τους από 11/2/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated258/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η υπό κρίση υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδρομή: Η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15-4-2008 αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας, υπό την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 258 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 258/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως δι απορροφήσεως της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" με την "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Διαμαντόπουλο και Θεοφάνη Σαξώνη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ά.-Μ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητα της μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατρός της Γ. Φ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Μυταλούλη και Μαρία Νάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/4/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2894/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2940/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15/12/2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 2044/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2940/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2451/2015 μη οριστική και 855/2018 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/3/2018 αίτησή της και τους από 11/2/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 23-3-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 7-5-2018 και 11-2-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερα δικόγραφα που επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 31-5-2018 και 22-2-2019, αντίστοιχα, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ημερομηνία συζήτησης της αναίρεσης (βλ.
τις 2491/31-5-2018 και 3518/22-2-2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών), προσβάλλεται η 855/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν έγινε δεκτή και κατ' ουσία η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 2894/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη την από 15-4-2008 αγωγή αυτής για αποζημίωση για ζημίες που επήλθαν από την αναφερόμενη εκτέλεση με βάση, ως εκτελεστούς τίτλους, την 3221/29-3-1990 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τις από 17-2-1993 και 5-10-1995 επιταγές του ν.δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", οι οποίοι (εκτελεστοί τίτλοι) ακυρώθηκαν αμετάκλητα, δικάζοντας δε ακολούθως το Εφετείο την αγωγή δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσία.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει δε να συνεκδικαστούν μεταξύ τους, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η υπό κρίση υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδρομή: Η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15-4-2008 αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας, υπό την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με την οποία, ισχυρίζεται ότι η τελευταία, με τις αναφερόμενες διαταγές πληρωμής που είχε εκδώσει σε βάρος του αποβιώσαντος πατέρα της, οι οποίες ήταν άκυρες και τελικά ακυρώθηκαν αμετάκλητα, κατέσχεσε αναγκαστικά τα περιγραφόμενα ακίνητα εκείνου, ενεργώντας άκυρη εκτέλεση, λόγω της στήριξής της σε άκυρο τίτλο.
Επίσης, ότι εξέδωσε σε βάρος του πατέρα της τις αναφερόμενες επιταγές του ν.δ/τος 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", οι οποίες ήταν άκυρες και τελικά ακυρώθηκαν αμετάκλητα, πλην, όμως, κατέσχεσε με βάση αυτές τα αναφερόμενα ακίνητα του πατέρα της τα οποία εκπλειστηριάστηκαν, η δε κατάσχεση ήταν άκυρη, στηριζόμενη σε άκυρο τίτλο.
Ότι εξαιτίας των παράνομων και υπαίτιων αυτών πράξεων της ανωτέρω τράπεζας, ο πατέρας της αναιρεσίβλητης απώλεσε την κυριότητα των ακινήτων του και υπέστη τις εκτιθέμενες ζημίες. Ζητούσε δε, ως μόνος κληρονόμος εκείνου, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας, ως καθολικής διαδόχου της τράπεζας που προκάλεσε τη ζημία του, να της καταβάλει την προσδιοριζόμενη για τις εκτιθέμενες αιτίες αποζημίωση.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 2894/2010 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Το Εφετείο Αθηνών με την 2940/2011 απόφαση, απέρριψε την κατά της ανωτέρω απόφασης ασκηθείσα από την ενάγουσα έφεση. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 2044/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ακολούθως, από το Εφετείο Αθηνών, δικαστήριο της παραπομπής, εκδόθηκε επί της υποθέσεως η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία συμμορφωθείσα προς την αναιρετική, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.
Ειδικότερα, το Εφετείο μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πατέρας της ενάγουσας, Γ. Φ., δανείστηκε από την αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "CONTINENTAL ..." το ποσό των 1.500.000 δολαρίων Η.Π.Α., δυνάμει της από 25-3-1976 σύμβασης δανείου, σε εκτέλεση της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε το ποσό του δανείου στις 6-4-1976.
Προκειμένου, όμως, να συναινέσει η ανωτέρω αλλοδαπή τράπεζα στην εκταμίευση του δανείου, αλλά και για να εισαχθεί το ανωτέρω συνάλλαγμα στην Ελλάδα, η ... και ... Τράπεζα της Ελλάδος, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολικής της διάδοχος η εναγομένη τραπεζική εταιρεία, λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεως (δυνάμει των από 11/4/2000 και 18/4/2000 αποφάσεων των Γ.Σ.
τους αντίστοιχα, η δε ανωτέρω συγχώνευση εγκρίθηκε με την υπ' αρ. Κ2-5127125-4-2000 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης που καταχωρήθηκε στο Μ.Α.Ε. και δημοσιεύτηκε στο υπ' αρ. 2590/26-4-2000 φύλλο της ΕτΚ), εξέδωσε την υπ' αρ. Β-.../30-3-1976 ισόποση του δανείου εγγυητική επιστολή προς την ανωτέρω δανείστρια τράπεζα, κατόπιν της από 30-3-1976 αίτησης - εντολής του πατέρα της ενάγουσας.
Για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της εγγυήτριας τράπεζας ενεγράφη υποθήκη επί ακινήτων του τελευταίου που κατωτέρω θ' αναφερθούν ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αρ. ...9/27-4-1976 συμβολαίου παροχής υποθήκης του συμβολαιογράφου ... Δ. Θ. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήσεως της ...ς και ...ς τράπεζας, εκδόθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ.
της 17-7/13-8-1923, η από 5-10-1995 επιταγή προς πληρωμή για το ποσόν των 3.701.436.475 δρχ. πλέον τόκων και εξόδων κατά του Γ. Φ.. Ο τελευταίος άσκησε εμπρόθεσμα την από 23-11-1995 και με αρ. εκθεσ. καταθ. 14474/1995 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 3471/1996 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου.
Συνεπεία του θανάτου του αρχικώς ανακόπτοντος Γ. Φ. στις 29/7/1997, στη θέση του υπεισήλθε η νυν ενάγουσα Ά.-Μ. Φ., ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, επ' ωφελεία απογραφής του παραπάνω αποβιώσαντος πατρός της, η οποία προσέβαλε την παραπάνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την από 26/5/1999 έφεσή της, καθώς και με τους από 5/12/2002 πρόσθετους λόγους αυτής (εφέσεως) προς το Δικαστήριο τούτο, που έχουν κατατεθεί με αριθμούς 4795/2000 και 1354/2002 αντίστοιχα.
Επ' αυτών εξεδόθη η υπ' αρ. 1354/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής και επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Η ενάγουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 10/5/2005 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αρ. 909/2006 απόφαση του Ζ' πολιτικού τμήματος του ΑΠ, εξαφανίστηκε η τελευταία δευτεροβάθμια απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο σύνολο της για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο, με άλλη, όμως, σύνθεση.
Αφού επαναφέρθηκε η υπόθεση προς συζήτηση, η ενάγουσα άσκησε και τους από 27/6/2006 πρόσθετους λόγους έφεσης. Τελικά, επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αρ. 546/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση (υπ' αρ. 3471/1996 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και δεχόμενη την ανακοπή, ακύρωσε την από 5-10-1995 επιταγή προς πληρωμή της δικαιοπαρόχου της εναγομένης.
Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην εναγομένη στις 29-3-2007 (βλ. την υπ' αρ. 7091/2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Α. Μ.), η οποία άσκησε την από 19-4-2007 και με αρ. εκθεσ. Καταθ. 515/2007 αίτηση αναίρεσης της τελευταίας απόφασης, από την οποία, όμως, παραιτήθηκε με την από 9/11/2009 δήλωση παραιτήσεως από δικογράφου που επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της ενάγουσας στις 11/11/2009, καταστάσα έτσι αμετάκλητη η απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η ανωτέρω επιταγή προς πληρωμή.
Από την ανωτέρω ημερομηνία άρχισε και ο χρόνος παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας προς αποζημίωση ένεκα της ως άνω άκυρης επιταγής, όπως στην προεκτεθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκε, και όχι από την προγενέστερη διενέργεια του πλειστηριασμού των ακινήτων του πατρός της ενάγουσας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει στην αντίστοιχη ένσταση περί παραγραφής η εναγομένη.
Δεδομένου δε, ότι η ένδικη αγωγή είχε ασκηθεί ήδη στις 9-6-2008 (κατάθεση στις 18-4-2008 και επίδοση στην εναγομένη στις 9-6-2008, όπως προκύπτει από την με αρ. ...Β/9-6-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Α.), η προταθείσα εκ της εναγόμενης ένσταση παραγραφής είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Για τον ίδιο λόγο δηλ. της άσκησης της ένδικης αγωγής από την ενάγουσα πριν ακόμη καταστεί αμετάκλητη η ακύρωση της ανωτέρω επιταγής - που όμως είχε ακυρωθεί αμετάκλητα κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 17-12-2009, καθώς και όλο το προπαρατεθέν ιστορικό των ανακοπών, εφέσεων, αιτήσεων αναιρέσεων εκ μέρους του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και της τελευταίας, δεικνύουν ότι αυτοί πάντοτε εξωτερίκευαν προς την εναγομένη τη βούληση τους για ακύρωση της εις βάρος τους εκτελεστικής διαδικασίας κι έτσι δεν δημιουργήθηκε ποτέ δικαιολογημένα η εντύπωση στην εναγομένη ότι δεν πρόκειται ν' ασκήσουν την ένδικη αξίωση, ώστε η άσκησή της με την ένδικη αγωγή να είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ως υπερβαίνουσα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης ως ουσία αβάσιμης.
Επιπλέον, όλες οι προγενέστερες της ακύρωσης πράξεις του πατρός της ενάγουσας που επικαλείται η εναγομένη και σχετίζονται με την συναίνεση του στην έκδοση της εγγυητικής επιστολής, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην ένδικη διαφορά που στηρίζεται αμιγώς στην μεταγενέστερη ακυρότητα της ανωτέρω επιταγής και στην εξ αυτής ζημία της ενάγουσας.
Συνεπώς, και η αντίστοιχη ένσταση της εναγομένης στηριζόμενη στο άρθρο 300 ΑΚ καθ'όσον αφορά τη συγκεκριμένη αιτία είναι απορριπτέα ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Επισημαίνεται ότι έχει κριθεί ότι ακόμη και αν ο ανακόπτων - οφειλέτης, ο οποίος για την αποφυγή υλοποίησης της εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, συμμορφώθηκε εκούσια με την επιταγή και ικανοποίησε πλήρως τον δανειστή, έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον να επιδιώξει την ακύρωση των πράξεων της εκτέλεσης, ώστε να ασκήσει τα εκ των άρθρων 914 Α.Κ.
και 940 αριθ.3 ΚΠολΔ, δικαιώματά του (βλ. σχετικά 206/2015 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται αυτολεξεί στο σκεπτικό της υπ' αρ. 546/2007 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η από 5/10/1995 επιταγή προς πληρωμή ακυρώθηκε, διότι: "...Κατά την έκδοση της εγγυητικής επιστολής οι συμβληθέντες δεν συμφώνησαν να τηρηθεί αλληλόχρεος λογαριασμός, στον οποίο θα καταχωρούνταν οι εκατέρωθεν απαιτήσεις, με σκοπό να εκκαθαρίζονται κατά το κλείσιμο τούτου.
Απλά η καθής τραπεζική εταιρία ("... ΤΡΑΠΕΖΑ") τήρησε λογαριασμούς πιστοχρεώσεων, κατά την ακολουθούμενη στην περίπτωση αυτή τραπεζική πρακτική, για τους οποίους δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τον αλληλόχρεο λογαριασμό. Στην επιταγή του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 που επέδωσε η καθής (ανωτέρω τράπεζα) στον ανακόπτοντα κατά τα ανωτέρω, περιέλαβε:
α) τη σύμβαση που τη συνέδεε με τον ανακόπτοντα, ήτοι τους όρους και την τροποποίηση της ως άνω εγγυητικής επιστολής (ποσόν, διάρκεια, τρόπο εξόφλησης σε καθορισμένες χρονικά τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσοστό προμήθειας κ.λ.π) σε συνδυασμό με την από 30-3-1976 εντολή - επιστολή του ανακόπτοντος προς την ίδια (καθής), β) περίληψη του συμβολαίου παροχής υποθήκης και λεπτομερή περιγραφή των ενυπόθηκων ακινήτων.
Όσον αφορά το οφειλόμενο ποσόν, συμπεριέλαβε στην επιταγή αντίγραφα από τις καρτέλες του λογαριασμού πιστοχρεώσεων που είχε μονομερώς τηρήσει, τα οποία δεν συνιστούσαν έγγραφα κατά τους όρους του νόμου, καθόσον δεν υπήρχε σχετική οικονομικού χαρακτήρα συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων ότι η απαίτηση της καθής θα αποδεικνυόταν από αποσπάσματα των βιβλίων της και δεν υπήρχε σύμβαση λειτουργίας αλληλόχρεου λογαριασμού.
Για να ήταν λοιπόν έγκυρη η επιταγή, αφού η απαίτηση δεν αφορούσε κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού και δεν αποδεικνυόταν από τα περιλαμβανόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά στοιχεία, έπρεπε να συγκοινοποιηθούν με την επιταγή και τα έγγραφα που αποδείκνυαν την πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η απαίτηση της καθής, δηλαδή την πληρωμή του ποσού της εγγυητικής επιστολής μετά την κατάπτωσή της, γεγονός το οποίο δεν έγινε".
Παρολαυτά, δυνάμει της ανωτέρω άκυρης επιταγής η δικαιοπάροχος της εναγομένης ενέγραψε στο υποθηκοφυλακείο Νέας Σμύρνης και κατάσχεσε τα παρακάτω ακίνητα - οριζόντιες ιδιοκτησίες της επί της ... κειμένης πολυκατοικίας, για χρέος από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής ποσού 3.600.000.000 δρχ.: 1) Τη με στοιχ. (Ε L - 4) οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 200,39 τ.μ., 2) Τη με στοιχ. (Ε L - 6) οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 92,12 τ.μ., 3) Τη με στοιχ. (E L -7) οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 106,53 τ.μ., 4) Τη με στοιχ. (Ε R - 3) οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 230,29 τ.μ., 5) Τη με από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 94,39 τ.μ., 6) Τη με στοιχ. (Ε R - 5) οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 78,79 τ.μ.τ.μ., 7) Τη με στοιχ. (Ε R - 6) οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 136,97 τ.μ..
Τα παραπάνω γραφεία εκ- πλειστηριάσθηκαν από την επισπεύδουσα ανωτέρω τράπεζα την 30.10.1996 συνταγείσης της υπ' αριθμόν .../30.10.1996 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Σταθοπούλου και εν συνεχεία της υπ' αριθμόν 6836/29.11.1996 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της ιδίας συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νομίμως την 29.11.1996 στο υποθηκοφυλακείο Νέας Σμύρνης - (τόμος 21 και αριθμός 490) κατακυρώθηκαν στην επισπεύδουσα τράπεζα, αντί του ποσού των 118.000.000 δρχ.
με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η ενάγουσα ως κληρονόμος του καθ'ου η αναγκαστική εκτέλεση πατέρα της αιτιωδώς από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, αφού, εάν αυτή δεν προχωρούσε, μετά από την προσβολή της άκυρης επιταγής προς πληρωμή με την ως άνω ανακοπή, όπως είχε τη δυνατότητα και την ευχέρεια να πράξει τούτο, στις μεταγενέστερες ενέργειες ήτοι σε κατάσχεση και επίσπευση του πλειστηριασμού, δεν θα επερχόταν οι παραπάνω ζημιογόνες συνέπειες στην ενάγουσα.
Και ναι μεν η ακυρότητα της επιταγής δεν επιφέρει αυτομάτως την ακυρότητα των υπολοίπων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που στηρίχθηκαν σε αυτήν, ώστε να μην ανατρέπονται οι μεταβιβάσεις κυριότητας των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων, πλην, όμως, θεμελιώνεται εκ της ακυρότητας αυτής δικαίωμα αποζημίωσης της ενάγουσας κατ'άρθρο 940 παρ.3 ΚπολΔικ σε συνδ.
με τα άρθρα 914, 297, 298 ΑΚ, όπως στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη εκτέθηκε. Ενόψει αυτών, το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση, ότι η ζημία της ενάγουσας οφείλεται σε αδικοπρακτική συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με αυτήν. Συγκεκριμένα τα αρμόδια όργανα της ... και ...
τράπεζας, που έχει οργανωμένη νομική υπηρεσία (όπως προκύπτει εξάλλου από όλες τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε και από την ένορκη επ' ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρά της), παρέλειψαν να διαπιστώσουν την έλλειψη των στοιχείων κατά την έκδοση και επίδοση της ακυρωθείσας επιταγής προς πληρωμή, ώστε να μην προχωρήσουν σε περαιτέρω πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης βασιζόμενοι σε άκυρη επιταγή, αν και μπορούσαν ευχερώς να διαγνώσουν την ακυρότητα και να πράξουν τούτο ή να περιμένουν την έκβαση της ανοιγείσας με την ανακοπή του Γ.
Φ. δίκης, που ενήργησε εμπροθέσμως και αμέσως, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, δεδομένης της πολύ μεγάλης αξίας της εκπλειστηριαζομένης περιουσίας (βλ. σχετ. ΑΠ 1401/2005 Δνη 2006/132, ΑΠ 273/2008 ΝΟΜΟΣ). Αποτέλεσμα δε της αμελούς αυτής συμπεριφοράς τους ήταν να εκπλειστηριαστούν τα ανωτέρω ακίνητα και να υποστεί η ενάγουσα άμεση ζημία ίση με την αξία των απολεσθέντων ακινήτων, που όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα συγκριτικά στοιχεία σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και δεδομένου ότι η αγορά των ακινήτων κατά το τέλος του έτους 2009 (ήτοι κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) είχε απολέσει μέρος της αξίας της λόγω της οικονομικής κρίσης, ήταν για τις με με στοιχ. (EL-4), (EL-6), (EL-7), (ER -3), (ER-4), (ER-5) και (ER-6) οριζόντιες ιδιοκτησίες του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας συνολικής επιφάνειας 939,48 τ.μ. (= 200.39" τ.μ + 92,12 τ.μ. + 106,53 τ.μ. + 230,29 τ.μ. + 94,39 τ.μ. + 78,79 τ.μ., + 136,97 τ.μ.) 3.757.920 ευρώ (= 4.000 .ευρώ ανά τ.μ.
Χ 939,48 τ.μ.). Επίσης, η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά τα μισθώματα που ο δικαιοπάροχος της και αυτή θα εισέπρατταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα λαμβανομένων υπόψη των λοιπών συνθηκών (της κατάστασης των ακινήτων, της καλής κατασκευής τους, της επιφάνειάς τους, της τοποθεσίας τους, των συναλλακτικών ηθών) από την 1/1 1/1996 έως 1-2-2008 (κατά το αγωγικό αίτημα) που με κατά μέσο όρο μισθωτικής αξίας ανά τ.μ.
τα 8 ευρώ ανέρχονται σε 7.516 ευρώ το μήνα και συνολικά για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα ήτοι για 136 μήνες (11 χρόνια και 4 μήνες) ανέρχονται σε 1. 022.176 ευρώ (= 136 μήνες Χ 7.516 ευρώ). Ήτοι η ενάγουσα υπέστη εκ της ανωτέρω αιτίας συνολική ζημία ποσού 4.780.096 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατόπιν αιτήσεως της ίδιας ως άνω εγγυήτριας τράπεζας με την επωνυμία ... και ... τράπεζα, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγόμενη, όπως προειπώθηκε, εκδόθηκε η υπ' αρ. 3221/1990 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος του πατέρα της ενάγουσας, Γ.
Φ., που τον υποχρέωσε να καταβάλει στην ανωτέρω τράπεζα το ποσό των 39.371.016 δρχ. ως κεφάλαιο, το ποσό των 14.784.206 δρχ. για τόκους υπερημερίας μέχρι τις 31-3-1982 και επιπλέον το ποσό των 2.824.454 δρχ. για περαιτέρω τόκους, πλέον προμήθειας και εξόδων. Κατά της διαταγής πληρωμής, ο Γ. Φ., άσκησε την από 19/1/1991 και με αρ. εκθεσ.
καταθ. 679/1992 ανακοπή και τους από 19/2/1992 και με αρ. εκθεσ. καταθ. 2213/1992 προσθέτους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε τελικά η υπ' αρ. 4892/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε εν μέρει αυτές. Κατ' αυτής της απόφασης η νυν ενάγουσα, που είχε εντωμεταξύ, όπως προεκτέθηκε κληρονομήσει τον πατέρα της - αρχικό διάδικο, άσκησε την από 5-9-2005 έφεσή της και τους από 30-6-2006 πρόσθετους λόγους αυτούς ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αρ.
εκθεσ. καταθ. 563/2006 και 837/2006 αντίστοιχα. Επίσης η νυν εναγομένη άσκησε την από 14-3-2006 και με αρ. εκθεσ. καταθ. 2554/2006 έφεση. Επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αρ. 545/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της ενάγουσας, απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ακύρωσε, τελικώς, την ως άνω 3221/1990 διαταγή πληρωμής.
Κατά της τελευταίας απόφασης, η νυν εναγομένη άσκησε την από 22/4/2007 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 2206/2009 απόφαση του Α1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου. Έτσι ακυρώθηκε αμετάκλητα η ανωτέρω διαταγή πληρωμής με τη δημοσίευση της ανωτέρω αρεοπαγιτικής απόφασης στις 3/11/2009, αφότου άρχισε και ο χρόνος παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, όπως στην προεκτεθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκε, και όχι από την προγενέστερη διενέργεια του πλειστηριασμού των ακινήτων του πατρός της ενάγουσας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει στην αντίστοιχη ένσταση περί παραγραφής η εναγομένη.
Δεδομένου δε ότι η ένδικη αγωγή είχε ασκηθεί ήδη στις 9-6-2008 (κατάθεση στις 18- 4-2008 και επίδοση στην εναγομένη στις 9-6-2008, όπως προκύπτει από την με αρ. ...Β/9-6-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Α.), η προταθείσα εκ της εν/αγομένης ένσταση παραγραφής είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Για τον ίδιο λόγο δηλ. της άσκησης της ένδικης αγωγής από την ενάγουσα πριν ακόμη καταστεί αμετάκλητη η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, καθώς και όλο το προπαρατεθέν ιστορικό των ανακοπών, εφέσεων, αιτήσεων αναιρέσεων εκ μέρους του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και της τελευταίας, δεικνύουν ότι αυτοί πάντοτε εξωτερίκευαν προς την εναγομένη τη βούλησή τους για ακύρωση της εις βάρος τους εκτελεστικής διαδικασίας κι έτσι δεν δημιουργήθηκε ποτέ δικαιολογημένα η εντύπωση στην εναγομένη ότι δεν πρόκειται ν' ασκήσουν την ένδικη αξίωση, ώστε η άσκησή της με την ένδικη αγωγή να είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ως υπερβαίνουσα τον κοινωνικοιοκονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη.
Και στην κρινόμενη περίπτωση ισχύουν όσα ανωτέρω εκτέθηκαν σχετικά με την απόρριψη της ένστασης συντρέχοντας πταίσματος.
Συνεπώς, και οι αντίστοιχες ενστάσεις της εναγομένης είναι απορριπτέες ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και στην κρινόμενη περίπτωση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το σκεπτικό της ανωτέρω 545/2007 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που παρατίθεται αυτολεξεί η διαταγή πληρωμής ήταν άκυρη διότι: "..Για την έκδοση της διαταγής:
πληρωμής τέθηκαν υπόψη του Δικαστή που την εξέδωσε: α) η από 30-3-1976 αίτηση - εντολή του ανακόπτοντος (Γ. Φ.) προς, την καθής (... ΤΡΑΠΕΖΑ), δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η Β-.../30-3-1976 εγγυητική επιστολή ποσού 1.500.000 δολαρίων ΗΠΑ προς την αλλοδαπή τράπεζα "CONTINENTAL ...", β) η B-.../30-3-1976 εγγυητική επιστολή, γ) η από 11-5-1978 τροποποιητική της ως άνω εγγυητικής επιστολής και η αίτηση για την έκδοση αυτής, δ) η 84/1976 απόφαση της Υποεπιτροπής Δανείων της Νομισματικής Επιτροπής, με την οποία επιτράπηκε η έκδοση της εγγυητικής επιστολής, ε) επτά εντολές - τέλεξ της αιτούσας προς την Τράπεζα "ΜΠΑΝΚΕΡΣ ..." για χρέωση της αιτούσας με τις καταπεσούσες δόσεις του δανείου (που έλαβε ο ανακόπτων, για την εξασφάλιση της πληρωμής του οποίου δόθηκε η εγγυητική επιστολή) με τους δεδουλευμένους τόκους για λογαριασμό και υπέρ της δικαιούχου Τράπεζας, στ) επτά επιστολές της Τράπεζας "ΜΠΑΝΚΕΡΣ ΓΡΑΣΤ ΚΟ ΝΥ" για τη χρέωση της αιτούσας με τις αντίστοιχες δόσεις και τους τόκους αυτών υπέρ και για λογαριασμό της δικαιούχου τράπεζας "CONTINENTAL ILLINOIS BANK AND TRUST PANY OF CHICAGO", ζ) επτά πινάκια πωλήσεως συναλλάγματος που αντιστοιχούσαν σε κάθε μία δόση για δραχμοποίηση και η) τρία φωτοτυπικά αντίγραφα εξηγμένα από τα εμπορικά βιβλία της αιτούσας (καρτέλες) με τους τίτλους "καταπεσούσες εγγυήσεις", "δεδουλευμένοι τόκοι" και "διάφοροι χρεωστικοί λογαριασμοί", για τη γενομένη χρέωση σε δραχμές του καθού από την αιτούσα κατά την υπ' αυτής πληρωμή των δόσεων του δανείου και την κίνηση του λογαριασμού του καθού κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και λοιπά έξοδα.
Από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται μόνο η εντολή του ανακόπτοντος προς την καθής για έκδοση της εγγυητικής επιστολής και η χορήγηση αυτής με τους αναφερομένους όρους. Δεν αποδεικνύεται, όμως, η πληρωμή του ποσού της εγγυητικής επιστολής στους συγκεκριμένους χρόνους, αφού τα μεν τέλεξ - εντολές και τα πινάκια πώλησης συναλλάγματος είναι έγγραφα που προέρχονται από την ίδια την καθής Τράπεζα, δεν αποδεικνύουν υπέρ αυτής (447 Κ.Πολ.Δ.) και στερούνται, ως ιδιωτικά έγγραφα, αποδεικτικής δύναμης έναντι τρίτων, οι δε επιστολές της μεσολαβήτριας Τράπεζας "ΜΠΑΝΚΕΡΣ ...", εκτός του ότι δεν φέρουν υπογραφή, αποτελούν έγγραφα μαρτυρίας τρίτου, και δεν έχουν αποδεικτική δύναμη ένα-ντι τρίτων.
Τέλος, τα αποσπάσματα από τα βιβλία της καθής ("καρτέλες") δεν αποτελούν έγγραφα που αποδεικνύουν το ύψος της απαίτησης (τόκους, προμήθειες, έξοδα), καθόσον ούτε έγγραφα θεωρούνται από το νόμο ούτε σχετική δικονομικού χαρακτήρα συμφωνία υπήρχε μεταξύ των συμβληθέντων που θα ανήγαγε αυτά σε αποδεικτικό μέσον".
Παρολαυτά, όμως, με βάση την ανωτέρω άκυρη διαταγή πληρωμής, η ... και ... Τράπεζα της Ελλάδος κατέσχε αναγκαστικά με την 3695/8-1-1992 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή Π. Κ. και προχώρησε στον πλειστηριασμό των με στοιχ. G2 και G3 χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων που απαρτίζουν αντίστοιχα ολόκληρους τους 2ο και 3ο ορόφους οικοδομής που βρίσκεται στη θέση "Ά.
Σ." επί της ... και Αιγαίου αρ. 1, επιφάνειας 2.000,5 τ.μ. το καθένα. Κατόπιν της υπ' αρ. 4508/1994 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβ/φου Αθηνών Ειρήνης Σταθοπούλου-Μπάχλα που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ν.Σμύρνης στον τ.21 με α.α, 489 την 1/2/1994 τα ανωτέρω ακίνητα περιήλθαν στην κυριότητα της επισπεύδουσας τράπεζας αντί τιμήματος 151.000.000 δρχ.., με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η ενάγουσα ως κληρονόμος του καθ ου η αναγκαστική εκτέλεση πατέρα της αιτιώδους από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, αφού, εάν αυτή δεν προ-χωρούσε, μετά από την προσβολή της άκυρης διαταγής πληρωμής προς πληρωμή με την ως άνω ανακοπή, όπως είχε τη δυνατότητα και την ευχέρεια να πράξει τούτο, στις μεταγενέστερες ενέργειες ήτοι σε κατάσχεση και επίσπευση του πλειστηριασμού, δεν θα επερχόταν οι παραπάνω ζημιογόνες συνέπειες στην ενάγουσα.
Και ναι μεν η ακυρότητα της διαταγής πληρωμής δεν επιφέρει αυτομάτως την ακυρότητα των υπόλοιπων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που στηρίχθηκαν σε αυτήν, ώστε να μην ανατρέπονται οι μεταβιβάσεις κυριότητας των εκπλειστηριασθιεντων ακινήτων, πλην, όμως, θεμελιώνεται εκ της ακυρότητας αυτής δικαίωμα αποζημίωσης της ενάγουσας κατ' άρθρο 940 παρ.3 ΚπολΔικ σε συνδ.
με τα άρθρα 914, 297, 298 ΑΚ, όπως στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη εκτέθηκε. Ενόψει αυτών, το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η ζημία της ενάγουσας οφείλεται σε αδικοπρακτική συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με αυτήν. Συγκεκριμένα τα αρμόδια όργανα της ...ς και ...ς τράπεζας, που έχει οργανωμένη νομική υπηρεσία (όπως προκύπτει εξάλλου από όλες τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε και από την ένορκη επ' ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρά της), παρέλειψαν να διαπιστώσουν την έλλειψη των στοιχείων κατά την έκδοση της ακυρωθείσας διαταγής πληρωμής, ώστε να μην προχωρήσουν σε περαιτέρω πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης βασιζόμενοι σε άκυρο εκτελεστό τίτλο, αν και μπορούσαν ευχερώς να διαγνώσουν την ακυρότητα και να πράξουν τούτο ή να περιμένουν την έκβαση της ανοιγείσας με την ανακοπή του Γ.
Φ. δίκης, που ενήργησε εμπροθέσμως και αμέσως, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, δεδομένης της πολύ μεγάλης αξίας της εκπλειστηριαζομένης περιουσίας. Αποτέλεσμα δε της αμελούς αυτής συμπεριφοράς τους ήταν να εκπλειστηριαστούν τα ανωτέρω ακίνητα και να υποστεί η ενάγουσα άμεση ζημία ίση με την αξία των απολεσθέντων ακινήτων, που όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα συγκριτικά στοιχεία σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και δεδομένου ότι η αγορά των ακινήτων κατά το τέλος του έτους 2009 (ήτοι κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) είχε απολέσει μέρος της αξίας της λόγω της οικονομικής κρίσης, ήταν για τους με στοιχ.
στοιχ. G2 και G3 χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων που απαρτίζουν αντίστοιχα ολόκληρους τους 2ο και 3ο ορόφους οικοδομής που βρίσκεται στη θέση "Ά. Σ." επί της ... και ... , επιφάνειας 2.000,5 τ.μ. το καθένα G2 και G3 χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων που απαρτίζουν αντίστοιχα ολόκληρους τους 2ο και 3ο ορόφους οικοδομής που βρίσκεται στη θέση "Ά.
Σ." επί της ... και ..., επιφάνειας 2.000,5 τ.μ. το καθένα και συνολικά 4.001 τ.μ., 4.001.000 ευρώ (= 1.000 ευρώ ανά τ.μ, Χ 4,001 τ.μ.). Επίσης, η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά τα μισθώματα που ο δικαιοπάροχος της και αυτή θα εισέπρατταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα λαμβανομένων υπόψη των λοιπών συνθηκών (της κατάστασης των ακινήτων, της καλής κατασκευής τους, της επιφάνειάς τους, της τοποθεσίας τους, των συναλλακτικών ηθών) από την 1/2/1994 έως 1-2-2008 (κατά το αγωγικό αίτημα) που με κατά μέσο όρο μισθωτικής αξίας ανά τ.μ.
τα 4 ευρώ ανέρχονται σε 16.004 ευρώ το μήνα και συνολικά για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα ήτοι για 168 μήνες(= 14 έτη Χ 12 μήνες) ανέρχονται σε 2.688.672 ευρώ (= 168μήνες Χ 16.004 ευρώ). Ήτοι η ενάγουσα υπέστη εκ της ανωτέρω αιτίας συνολική ζημία 6.689.672 ευρώ.
Επιπλέον, η δικαιοπάροχος της εναγομένης τραπεζική εταιρεία είχε ήδη από το 1993 εκδώσει την από I7-2-1993 επιταγή του ΝΔ 17/7-13-8-1923, η οποία επιδόθηκε στον πατέρα της ενάγουσας στις 23/3/1993 με την 63 14β έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Π. Κ.. Αυτή εγγράφηκε ως κατάσχεση την 5-3-1993 στα βιβλία κατασχέσεων του Δήμιου ...
σε τόμο ... και Αριθμό 123. Με βάση αυτήν κατασχέθηκαν για απαίτηση της ανωτέρω τράπεζας ύψους 124.573.919 δρχ. "λόγω κατάπτωσης της ως άνω εγγυητικής επιστολής" οι αναγραφόμενες στην υπ' αρ. 24991/1971 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμ/φου ... Ν. Χ., επί οικοπέδου κειμένου εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου Αθηναίων και επί της οδού ..., εμβαδού 939,81 τμ, εμφαινομένου στο από Ιουνίου 1971 σχεδ/μα του πολιτικού μηχανικού Χ.
Μ. (το προσαρτημένο στο 24455/71 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ... Ν. Χ.), καταργηθείσας δε της ανωτέρω πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, ο Γ. Φ. κατέστη μόνος κύριος των 506,03/1000 εξ αδιαιρέτου εξ αυτού, επί του οποίου είχε εγγράφει υπέρ της ... και ... Τράπεζας υποθήκη για το ποσό των 100.000 δολ. ΗΠΑ δυνάμει του με αρ. .../1976 συμβολαίου της συμ/φου ...
Δ. Θ.. Τίτλοι για την παραπάνω κατάσχεση ήταν: 1) η υπ αριθμόν Β-.../30-6-1976 Εγγυητική επιστολή της ΙΛΤΕ και η από 30-6-1976 αίτηση του πατέρα μου για την έκδοση της προς την ΙΛΤΕ και 2) το .../9-10-1976 συμβολαίου παροχής υποθήκης του συμβολαιογράφου ... Δ. Θ. η οποία όμως υποθήκη κάλυπτε μόνο τις απαιτήσεις της ΙΛΤΕ εις βάρος του πατέρα μου λόγω και μόνο κατάπτωσης της παραπάνω εγγυητικής επιστολής.
Κατόπιν της υπ' αριθμόν 4509/22-4-1994 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της Συμβολαιογράφου ... Ε. Σ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο ... και αύξοντα αριθμό 490 την 22-4-1994 τα παραπάνω περιήλθαν κατόπιν πλειστηριασμού στην κυριότητα, νομή και κατοχή της "... ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ".
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η παραπάνω επιταγή του ν.δ. 17-7/13-8-1923 ήταν άκυρη καθότι δεν αποδεικνύονταν κατά άρθρο 915 ΚΠολΔ το βέβαιο και το εκκαθαρισμένο της απαίτησης της επισπεύδουσας τράπεζας σε βάρος του πατέρα της από εγγυητική επιστολή και δη από κατάπτωση και πληρωμή αυτής. Όμως από το χρόνο εκπλειστηρίασης 22-4-1994, αφότου επήλθε η ζημία στον πατέρα της ενάγουσας και η γνώση αυτής, δεδομένου ότι ο πατέρας της ενάγουσας ήταν νομικός και είχε και δικηγόρους με τους οποίους παρακολουθούσε την πορεία όλων των σε βάρος της περιουσίας του πράξεων εκτέλεσης της εναγομένης, μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 9-6-2008, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, είχε παρέλθει η πενταετία που απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ για την παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε ο πατέρας της ενάγουσας όσο ζούσε ούτε η ενάγουσα στράφηκαν κατ' αυτής της επιταγής προς πληρωμή επιδιώκοντας την ακύρωτή της, ώστε ο χρόνος της παραγραφής να αφετηριάζεται από την αμετάκλητη ακύρωσή της, όπως ισχύει για τις δύο προπαρατεθείσες περιπτώσεις αποζημίωσης που ασκούνται σωρευόμενες στο αυτό δικόγραφο.
Στο ίδιο συμπέρασμα περί παραγραφής καταλήγει το Δικαστήριο ακόμη και κατ' άρθρο 259 ΑΚ, δεδομένου ότι ο πατέρας της ενάγουσας απεβίωσε 29/7/1997, η ίδια δε κατέστη κληρονόμος του επ' ωφελεία απογραφής δυνάμει της υπ' αρ. 1883/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε δε το με αρ. 1624/1998 κληρονομητήριο του Γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που πιστοποιούσε το κληρονομικό της δικαίωμα επί όλης της περιουσίας του θανόντος πατρός της, γεγονότα που αφενός δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη, αφετέρου αποδεικνύονται από τα αντίστοιχα προσκομιζόμενα έγγραφα.
Συνεπώς, η προταθείσα εκ της εναγομένης ένσταση παραγραφής πρέπει να γίνει δεκτή γι αυτήν και ν' απορριφθεί η αγωγή κατ' αυτό το κεφάλαιο της, αφού η εναγομένη δεν πρότεινε παραδεκτώς κάποια αντένσταση αναστολής ή διακοπής της παραγραφής, αλλά ισχυρίστηκε αορίστως μόνο ότι η γνώση της ζημίας της επήλθε στο πρόσωπο της από τις 10-1-2004 ενώ η ίδια είχε υπεισέλθει, όπως προεκτέθηκε, στη θέση του πατέρα της σε όλες τις τότε ήδη ανοιχθείσες δίκες ήδη από το 1998.
Επίσης, η επικαλούμενη από την ίδια και τους μάρτυρες της άγνοια του πατέρα της, δεν αναφέρεται στην επέλευση της ζημίας του λόγω της εκπλειστηρίασης των ακινήτων του βάσει της ως άνω επιταγής προς εκτέλεση, αλλά στην άγνοια του περί μη κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, γεγονός που ακόμη και αν θεωρηθεί αληθές, δεν αφορά την παρούσα υπόθεση που ως λόγος ακυρότητας της επιταγής αυτής προτείνεται ότι δεν αποδεικνυόταν κατά το άρθρο 915 ΚΠολΔ το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης της επισπεύδουσας τράπεζας σε βάρος του πατέρα της από εγγυητική επιστολή και δη από κατάπτωση και πληρωμή αυτής, λόγος για τον οποίο ακριβώς ακυρώθηκε και η από 5-10-1995 επιταγή του ν.δ. 17-7/13-8-1923".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη εν μέρει και κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ακυρότητα της διαταγής πληρωμής και η ακυρότητα της επιταγής, δεν επιφέρουν αυτομάτως την ακυρότητα των υπόλοιπων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που στηρίχθηκαν σ' αυτήν, ώστε να μην ανατρέπονται οι μεταβιβάσεις κυριότητας των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων στους υπερθεματιστές, πλην, όμως, θεμελιώνεται λόγω αυτής της ακυρότητας δικαίωμα αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης, το οποίο θεμελιώνεται στο άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και το πρώτο μέρος του δεύτερου πρόσθετου λόγου των από 11-2-2019 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 940 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, εφαρμόζοντας στη συγκεκριμένη περίπτωση για τη στήριξη της αγωγικής αξίωσης αποζημίωσης αναλογικώς τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 και όχι τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία ήταν πράγματι εφαρμοστέα, κρίνοντας ακολούθως ότι δεν συντρέχουν οι κατά τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις αποζημίωσης.
Ως προς τούτο το κρίσιμο ζήτημα της υποθέσεως, την εφαρμογή δηλαδή στην συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 940 παρ. 3 ή εκείνης του ιδίου άρθρου παρ. 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος, έχει δεχθεί ότι η διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 εφαρμόζεται όχι μόνο στην περίπτωση της αμετάκλητης ακύρωσης της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά και στην περίπτωση ακυρότητας οποιασδήποτε πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, οπότε μπορεί να ζητηθεί η αποκατάσταση των ζημιών που συνδέονται αιτιωδώς με την πράξη αυτή (ΑΠ 475/2017, ΑΠ 792/2015, ΑΠ 1462/2013, ΑΠ 1403/2012).
Όμως, με άλλες αποφάσεις του (ΑΠ 475/2017, ΑΠ 2044/2014, ΑΠ 1457/2006, ΑΠ 219/2003) δέχθηκε ότι αξίωση αποζημίωσης μπορεί να στηριχθεί στη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, μόνο στην περίπτωση που ακυρώθηκε αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση και όχι επιμέρους πράξη αυτής.
Ήδη με την 844/2019 απόφαση του Α-2 Πολιτικού Τμήματος το άνω ζήτημα παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα άρθρα 563 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 και 2 εδ. γ' περ. β' του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 "Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και για την ενότητα της νομολογίας, όπως ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναίρεσης συμπληρώθηκε εν μέρει αυτεπάγγελτα, κατά το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από διοικητική αρχή απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, αφού η απαρίθμηση αυτή δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιον του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση του νομικού ζητήματος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, έκδοσης απόφασης επί του παραπάνω λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου αυτής λόγου, αλλά και των λοιπών λόγων τους, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης από 23-3-2018 αίτησης αναίρεσης και των από 7-5-2018 και 11-2-2019 πρόσθετων λόγων αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "..." για αναίρεση της 855/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 844/2019 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος αυτού.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ