258/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated258/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς το εφετείο, το οποίο δεν απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του μόνου λόγου της, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Full text
Απόφαση 258 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 258/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Απέργη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Μ. και Υιός Α.Ε.Β.Ε." Οινοποιία που εδρεύει στο Δήμο Εχεδώρου (Δημοτικό Διαμέρισμα Καλοχωρίου) Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διαμαντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4612/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2065/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-7-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 28-1-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση αυτού του δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου-Στεφάνου Βόσκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 520 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου κώδικα και τους λόγους της εφέσεως. Οι λόγοι της εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.
Τα σφάλματα του δικαστηρίου είναι δυνατό να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται όταν αναφέρεται στο εφετήριο ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.), επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού.
Εξάλλου κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ. με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της εφέσεως το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 μέχρι 527 του ίδιου κώδικα τόσο από τη μια πλευρά όσο και από την άλλη και, παρόλο ότι ο εκκαλών με την έφεση παραπονείται γιατί η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει (και μετά από αυτεπάγγελτη μάλιστα έρευνα) ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη.
Στην περίπτωση αυτή, επειδή κατά το άρθρο 534 του ίδιου κώδικα δεν επιτρέπεται η αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό κατά το αποτέλεσμα διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη και μάλιστα χωρίς ειδικό γι' αυτό παράπονο, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (Α.Π.356/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 5-12-2008 έφεσή της, παραδεκτώς επισκοπούμενη κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση διότι, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο σχετικό δικόγραφο: "Παρά τον νόμο και από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την υπό κρίση από 12.10.2005 Αγωγή του αντιδίκου μου και επιδίκασε σ' αυτόν την αιτηθείσα αποζημίωση από σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παραδοχή αυτής, την οποία [αγωγή] κατά νόμο και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων έπρεπε να απορρίψει ως μη νόμιμη και αβάσιμη".
Με αυτό το συνοπτικό περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος εφέσεως είναι, με βάση όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, επαρκώς ορισμένος κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, και αν ο ανωτέρω λόγος εφέσεως θεωρηθεί αόριστος κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην εκκαλουμένη εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, το εφετείο, ενόψει του κατά τα ανωτέρω μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, είχε δικαίωμα να ερευνήσει το νόμω βάσιμο και παραδεκτό της αγωγής και χωρίς ειδικό παράπονο της εκκαλούσας.
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο δεν απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του μόνου λόγου της, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για την παραδεκτή προβολή του λόγου αναιρέσεως θα πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον. Υφίσταται έννομο συμφέρον όταν ο προτεινόμενος λόγος μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον όταν η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Στην περίπτωση αυτή ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού δεν μπορεί να έχει ως έννομη συνέπεια την εξαφάνιση της προσβαλλομένης (Α.Π.1960/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.14 και αριθ.8 (περ.β) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες:
α) ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα δεν απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους της εφέσεως της αναιρεσίβλητης διότι αποτελούσαν απλή εξειδίκευση του κύριου λόγου εφέσεως (πρώτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του) και διότι ήσαν αόριστοι (δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του) και β) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ότι οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ήσαν απαράδεκτοι διότι αποτελούσαν απλή εξειδίκευση του κύριου λόγου εφέσεως (πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του) και διότι ήσαν αόριστοι (δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του).
Οι λόγοι αυτοί είναι αλυσιτελείς και συνεπώς απαράδεκτοι, δεδομένου ότι το παραδεκτό ή μη των πρόσθετων λόγων εφέσεως δεν είχε εν προκειμένω επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Τούτο διότι, ανεξαρτήτως του παραδεκτού ή μη των πρόσθετων λόγων, με μόνη την παραδοχή του κύριου λόγου εφέσεως, το εφετείο είχε κατά τα προεκτεθέντα την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τους διαδίκους και, στην περίπτωση διαπιστώσεως νομικού ή ουσιαστικού σφάλματος της εκκαλουμένης, να εξαφανίσει αυτήν και, αφού κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει την αγωγή, όπως έπραξε στην προκειμένη περίπτωση.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 669, 670 και 672 Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται αναλογικά και στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών (Α.Π.346/2014), προκύπτει ότι η σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών αορίστου χρόνου λύεται με καταγγελία καθενός από τα μέρη πριν από δεκαπέντε ημέρες αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο ή τη σύμβαση, ενώ η σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου μπορεί να λυθεί πριν από τη λήξη της αμέσως αν συντρέχει σπουδαίος λόγος (Α.Π.162/2008).
Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 Α.Κ., με την οποία καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, προκύπτει ότι επί συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι η σύμβαση μπορεί να καταγγελθεί χωρίς σπουδαίο λόγο από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων μερών και να ορισθεί ορισμένη προθεσμία πριν από την οποία πρέπει να γίνει η αναιτιώδης καταγγελία.
Στην περίπτωση αυτή η καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη που γίνεται αμέσως και χωρίς τήρηση της προθεσμίας δεν είναι άκυρη ως μη αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη του νόμου (άρθρο 174 Α.Κ.) αφού πρόκειται για απλώς αντισυμβατική συμπεριφορά. Με αυτήν επέρχεται μεν η λύση της συμβάσεως, όχι όμως αμέσως αλλά μετά την παρέλευση της συμφωνημένης προθεσμίας, μέχρι τη λήξη της οποίας ο εργοδότης οφείλει να καταβάλλει τη συμφωνημένη αμοιβή (πρβλ.Α.Π.162/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο ενάγων διατηρεί στην Αθήνα οργανωμένο γραφείο παροχής οικονομοτεχνικών συμβουλών σε διάφορες επιχειρήσεις, ασχολούμενος επαγγελματικά και με την παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών σε διάφορες επιχειρήσεις σχετικά με την ορθολογική οργάνωση των υπηρεσιών τους.
Στα πλαίσια της δραστηριότητάς του αυτής συνήψε με την εναγομένη, με ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη την 1-2-2005, σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών διάρκειας ενός... έτους και ειδικότερα από 1-2-2005 έως 31-1-2006. Με τη σύμβαση αυτή ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει στην εναγομένη τις υπηρεσίες του για την οργάνωση και τον εκσυχρονισμό των υπηρεσιών της, την ανάπτυξη των συστημάτων ελέγχου και την καθοδήγηση και το συντονισμό της λειτουργίας των υπηρεσιών της με σκοπό τη μεγιστοποίηση της αξιοποίησης των πόρων αυτής.
Ως αμοιβή του ενάγοντος για την παροχή των προαναφερόμενων υπηρεσιών συμφωνήθηκε το συνολικό ποσό των 150.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α., η οποία θα καταβαλλόταν τμηματικά ανά μήνα και κατά το 1/12 του συνόλου της με έκδοση εκ μέρους του ενάγοντος του αντίστοιχου τιμολογίου. Σύμφωνα με τον όρο 5 του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε ρητά ότι η σύμβαση μπορεί να καταγγελθεί οποτεδήποτε από την ενάγουσα μετά από έγγραφη ειδοποίηση του εναγομένου προ ενενήντα...
ημερών. Στα πλαίσια της παραπάνω συμφωνίας ο ενάγων πράγματι παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη εταιρεία, μεταβαίνοντας προς τούτο και στην έδρα της εταιρείας στη Θεσσαλονίκη και η συνεργασία αυτή συνεχίστηκε απρόσκοπτα επί τετράμηνο, χρονικό διάστημα για το οποίο η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα τη συμφωνηθείσα αμοιβή του.
Στις 14-6-2005 η εναγομένη εταιρεία κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 13-5-2005 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία κατήγγειλε την προαναφερόμενη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, επιφυλασσόμενη για κάθε άλλο νόμιμο δικαίωμά της, χωρίς την επίκληση κάποιου λόγου. Ο ενάγων κοινοποίησε στις 27-6-2005 στην εναγομένη την από 16-6-2005 εξώδικη διαμαρτυρία του, στην οποία δήλωνε ότι η καταγγελία της συμβάσεως αυτής δεν είναι νόμιμη δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε ο όρος 5 που περιλαμβανόταν στο μεταξύ των διαδίκων υπογραφέν ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε να του καταβληθεί αποζημίωση αντιστοιχούσα σε αμοιβή ενενήντα...
ημερών λόγω καταγγελίας, ποσού 37.500 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. Όπως προαναφέρθηκε, στην καταγγελία της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος με ποινή ακυρότητας να αναφέρει ότι αυτή γίνεται για σπουδαίο λόγο και το γεγονός αυτό, δηλαδή η ύπαρξη σπουδαίου λόγου κρίνεται κατά περίπτωση.
Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη ισχυρίζεται ότι αν και δεν αναφερόταν στη σχετική καταγγελία η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, εν τούτοις αυτή (καταγγελία) έγινε πράγματι για σπουδαίο λόγο, γιατί ο ενάγων παρέλειπε συστηματικά την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, δηλαδή την περιοδική επίσκεψή του στα γραφεία της στη Θεσσαλονίκη για την παροχή των συμβουλών του για το συντονισμό της λειτουργίας των υπηρεσιών της.
Κατά την κρίση του δικαστηρίου, σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως δεν προέκυψε, γι' αυτό και προδήλως δεν περιλήφθηκε και σ' αυτή. Αντιθέτως και προϊόντος του χρόνου η ενάγουσα διαπίστωσε ότι οι συμβουλές του ενάγοντος δεν ήταν και τόσο απαραίτητες για τη λειτουργία των υπηρεσιών της και μάλιστα έναντι αμοιβής αρκετά υψηλής, σύμφωνα με τις επικρατούσες στην αγορά και στη γενικότερη οικονομία συνθήκες και περιστάσεις.
Προχώρησε λοιπόν στη σχετική καταγγελία της συμβάσεως, επικαλούμενη ότι αυτή γίνεται για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τον αναφέρει σ' αυτή (καταγγελία), επιχειρώντας να παρακάμψει τον υπ' αριθμ.5 όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμφωνα με τον οποίο μπορούσε να καταγγείλει οποτεδήποτε και χωρίς λόγο τη σχετική σύμβαση, με αντίστοιχη υποχρέωσή της όμως να ειδοποιήσει τον αντισυμβαλλόμενο πριν από ενενήντα...
ημέρες. Επιχείρησε δηλαδή να υπερβεί την προ ενενήντα... ημερών ειδοποίηση του ενάγοντα και κυρίως την αποφυγή καταβολής του αντίστοιχου μέρους της αμοιβής του. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η από 13-6-2005 καταγγελία της από 1-2-2005 συμβάσεως παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 14-6-2005 συνιστά τη σύμφωνα με τον όρο 5 του από 1-2-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού καταγγελία και επομένως η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσοστό της αμοιβής του για το χρονικό διάστημα των ενενήντα...
ημερών". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 119.000 ευρώ), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 51.555,56 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αμοιβή ενενήντα ημερών.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 Α.Κ. ούτε εκείνες των άρθρων 669 παρ.1 και 672 του ίδιου κώδικα αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, με βάση την καθιερούμενη με το άρθρο 361 Α.Κ. αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι η σύμβαση μπορεί να καταγγελθεί χωρίς σπουδαίο λόγο από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων μερών και να ορισθεί ορισμένη προθεσμία πριν από την οποία πρέπει να γίνει η αναιτιώδης καταγγελία, στην περίπτωση δε αυτή η καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη που γίνεται αμέσως και χωρίς τήρηση της προθεσμίας δεν είναι άκυρη ως μη αντικείμενη σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, έχει όμως ως συνέπεια ότι η λύση της συμβάσεως δεν επέρχεται αμέσως αλλά μετά την παρέλευση της ορισμένης προθεσμίας, μέχρι την οποία ο εργοδότης οφείλει να καταβάλλει τη συμφωνημένη αμοιβή.
Συνεπώς οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (η οποία κατέθεσε προτάσεις), σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου ποσού 300 ευρώ που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 του ίδιου νόμου, από 2-4-2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Ιουλίου 2013 αίτηση του Κ. Χ. για αναίρεση της 2065/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 10 Μαρτίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ