Legislator Case Law & Legislation
258/2012 AI generated

258/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 258/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 258 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 258/2012

Legislator headnote

AI generated

258/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 258 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 258/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 258 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 258/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) 1) Β. Κ., 2) Χ. Σ., 3) Α. Γ. - Λ., 4) Η. Σ., 5) Ι. Κ., 6) Σ. Ζ., 7) Α. Κ., 8) Η. Ρ., 9) Μ. Θ., 10) Χ. Γ., 11) Ε. Π., 12) Κ. Χ. - Μ., 13) Β. Π., 14) Α. Ρ., 15) Μ. Τ., 16) Π. Κ., 17) Α. Σ., 18) Α. Τ., 19) Θ. Ζ., 20) Χ. Β., 21) Ε. Α., 22) Ε. Β., 23) Δ. Π., 24) Σ. Ψ., 25) Σ. Μ., 26) Ε. Λ., 27) Χ. Κ., 28) Μ. Κ., 29) Μ. Π., 30) Π. Π., 31) Β. Δ., 32) Ο. Μ., 33) Α. Κ., 34) Ε. Σ., 35) Π. Χ., 36) Ε. Γ., 37) Ο. Κ., 38) Κ. Κ., 39) Μ. Γ., 40) Π. Μ., 41) Ι. Μ., 42) Α. Μ., 43) Α. Κ., 44) Μ. Μ. και 45) Φ. Ν., όλων κατοίκων ... . Οι 1ος, 2ος, 4ος, 5η, 6ος, 7ος, 10ος, 11η, 12η, 13η, 14η, 15η, 17η, 18η, 19ος, 20ος, 21ος, 23ος, 24η, 27ος, 28η, 29η, 31η, 32η, 33η, 35ος, 38ος, 41ος, 42η, 43ος και 44η των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κατρούγκαλο. Οι 3η, 8ος, 9η, 16ος, 22η, 25η, 26η, 30η, 34η, 36η, 37η, 39η, 40ος και 45η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσειόντων - καθ' ων η κλήση: 1) Σ. Λ., 2) Ε. Μ., 3) Γ. Κ., 4) Μ. Π., 5) Ε. Ο., 6) Γ. Ι., 7) Μ. Τ., 8) Δ. Σ. και 9) Α. Τ., όλων κατοίκων ... . Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1066/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4281/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-5-2009 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1660/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 31-3-2011 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες - καλούντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 21-9-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις εκθέσεις επιδόσεως 5320/27-1-2010, 8036/14-9-2011, 8250 - 8251 - 8252 - 8253 - 8254 - 8255 - 8256 - 8257 - 8258/4-11-2011, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτει: α) ότι ακριβές αντίγραφο τόσο της αίτησης αναιρέσεως όσο και της από 31-3-2011 κλήσεως προς συζήτηση αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής ορίστηκε η αναφερομένη στην αρχή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την αναιρεσίβλητη με κλήση όπως παραστεί κατ' αυτήν και β) ότι αντίγραφο της ίδιας πιο πάνω κλήσεως με κλήση όπως παραστούν κατά την ως άνω συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους μη επισπεύδοντες τη συζήτηση της παρούσας αναιρέσεως αναιρεσείοντες-καθών η κλήση (Λ. Σ., Μ. Ε., Κ. Γ., Π. Μ., Ο. Ε., Ι. , Τ. Μ., Σ. Δ. και Τ. Α.). Επομένως εφόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλ. η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στον χώρο της επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί ν' αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει, όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους την χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει την βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ανακλητής παροχής. Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους χωρίς να έχει νομική δέσμευση. Οι παροχές αυτές, και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά επί ορισμένο χρονικό διάστημα διατηρούν τον χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών και ιδίως αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησής τους. Στην περίπτωση αυτή από την δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί ν' ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των παροχών αυτών. Κατά συνέπεια η από τον εργοδότη κατ' ενάσκηση του πηγάζοντος από τα άρθ. 648 και 652 ΑΚ διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και εντεύθεν δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθ. 7 ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου ούτε αξίωση για την συνέχιση της καταβολής μιας τέτοιας παροχής.

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 15-12-2005 (και με αριθ. έκθ. κατ. 2417/2005) αγωγή τους στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (μαζί με άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη) εξέθεσαν, ότι είναι υπάλληλοι των οικονομικών υπηρεσιών της εναγομένης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία ΑΕ", με τις εκεί αναφερόμενες ειδικότητες. Ότι η εναγομένη από το 1994 στα πλαίσια διαμορφωθείσης επιχειρησιακής συνήθειας καταβάλλει ανελλιπώς και χωρίς επιφύλαξη ως οικειοθελή παροχή-κίνητρο για την προσέλκυση ικανών στελεχών στις οικονομικές υπηρεσίες της "επίδομα ισολογισμού", ίσο με το 100% των μηνιαίων αποδοχών εκάστου εργαζομένου στις οικονομικές υπηρεσίες συμπεριλαμβανομένων και των εργαζομένων στα Τμήματα Τελωνείου και Εκτιμήσεων, το οποίο ουδέποτε περιλήφθηκε στις εκάστοτε συναπτόμενες μεταξύ των διαδίκων και ισχύουσες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ότι για πρώτη φορά το έτος 2005 η εναγομένη παραβιάζοντας την ως άνω επιχειρησιακή συνήθεια και πρακτική συνέδεσε την χορήγηση του ως άνω επιδόματος ως οικειοθελούς παροχής με την ισχύουσα εθνική ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ των λογιστών, στην οποία, όμως, δεν υπάγονται οι ενάγοντες και έτσι σε άλλους μεν ενάγοντες ουδέν ποσό κατέβαλε ως επίδομα ισολογισμού, ενώ στους υπόλοιπους κατέβαλε το 73 % των αποδοχών τους, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή, σύμφωνα με τις προβλέψεις της, μη εφαρμοστέας όμως, ως άνω ΣΣΕ των λογιστών. Ότι σύμφωνα με την § 13 όλων των ατομικών συμβάσεων εργασίας της εναγομένης με το προσωπικό της "παν ποσόν χορηγηθέν ή χορηγηθησόμενον εις τον μισθωτόν πέραν των όρων της παρούσης συμβάσεως και του νόμου ως και εν γένει τυχόν όροι εργασίας ευνοϊκότεροι των νομίμων, θεωρούνται παρεχόμενοι εξ ελευθεριότητος προς τον μισθωτόν και δύνανται να τροποποιηθούν και ανακληθούν ανά πάσα στιγμή υπό του εργοδότου εντός των πλαισίων του νόμου", η γενική όμως αυτή ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ρητή επιφύλαξη της εναγομένης ως προς την διακοπή της καταβολής της οικειοθελούς αυτής παροχής. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτούς για την ως άνω αιτία τ' αναφερόμενα εκεί ποσά. Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όπως ορθά κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη 4281/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μη νόμιμη, καθόσον ως σαφώς εκτίθεται σ' αυτήν στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων περιλαμβανόταν ρητή επιφύλαξη της εναγομένης να διακόπτει στο μέλλον κάθε οικειοθελή παροχή, δηλ. η εναγομένη ρητά επιφύλαξε στον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης οποιασδήποτε οικειοθελούς παροχής, επομένως και του επιδίκου δικαιώματος, μη οφειλομένου σύμφωνα με διάταξη νόμου ή ΣΣΕ, και κατά συνέπεια δεν δημιουργείται υποχρέωση καταβολής της επίδικης παροχής και αντίστοιχη αξίωση αναζήτησης αυτής εκ μέρους των εναγόντων με βάση το νόμο ή τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων.

Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν 1) παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κλπ. 2) το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου έγινε δεκτή η εξαίρεση 3) το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων η δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο και 4) παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές, οι οποίες είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων. Επομένως και σύμφωνα με τα παραπάνω οι δεύτερος και τρίτος (και τελευταίος) λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο οι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, δηλ. της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη νομίμως προταθέντος από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμού και της παρά το νόμο λήψης υπόψη μη προταθέντος από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμού, που είχαν αμφότεροι ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον κατά της παραπάνω απόφασης δεν επιτρέπεται να προβληθούν τέτοιοι λόγοι αναίρεσης. Ο αυτός τρίτος λόγος του κατά το σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται η από τον αριθμό 1 του άρθ. 560 (και όχι 559) ΚΠολΔ πλημμέλεια συνισταμένη στην εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 262 και 338 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρετικός αυτός λόγος θεμελιώνεται μόνο σε περίπτωση παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι και δικονομικών κανόνων, όπως είναι οι φερόμενες ως ευθέως παραβιασθείσες ως άνω διατάξεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2009 αίτηση των: Κ. Β., Σ. Χ., Γ. - Λ. Α., Σ. Η., Κ. Ι., Ζ. Σ., Κ. Α., Ο. Ε., Ρ. Η., Θ. Μ., Γ. Χ., Π. Ε., Χ. - Μ. Κ., Π. Β., Ρ. Α., Τ. Μ., Κ. Π., Σ. Α., Ι. Γ., Τ. Α., Ζ. Θ., Β. Χ., Α. Ε., Β. Ε., Π. Δ., Ψ. Σ., Μ. Σ., Λ. Ε., Κ. Χ., Κ. Μ., Π. Μ., Λ. Σ., Π. Π., Δ. Β., Μ. Ε., Κ. Γ., Μ. Ο., Κ. Α., Σ. Ε., Χ. Π., Γ. Ε., Κ. Ο., Κ. Κ., Π. Μ., Γ. Μ., Μ. Π., Μ. Ι., Μ. Α., Κ. Α., Μ. Μ., Ν. Φ., Τ. Μ., Σ. Δ. και Τ. Α., για αναίρεση της 4281/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ