Legislator Case Law & Legislation
258/2011 AI generated

258/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 258/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 258 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 258/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και ΑσÏ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 258 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 258/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εξωτερικών. Εκπροσωπήθηκε από τη Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Έ. Π. του Ν., συζύγου A. H. P., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Πρωτόπαπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2451/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 1405/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-7-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 28-9-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή, του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου και του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 419 /1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", που ίσχυε μέχρι τις 23/3/1998 (άρθρο 150 παρ. 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το ν. 2594/1998) ορίζεται ότι, "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων". Περαιτέρω, με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα. Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν. Με την παρ. 11 του ίδιου άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό, με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια Πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίσθηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Το εν λόγω επίδομα δικαιούνται κατά τα άρθρα 68 παρ. 4 και 69 παρ. 1 του άνω ν. 419/1976 και οι ιδιαίτεροι γραμματείς, που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, στο άρθρο 132 του ν. 419/1976 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατόν να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση όμως αυτή θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Περαιτέρω με την Φ.083 - 58/1988 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Προεδρίας Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ177/-Β'/31/3/1988), που κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα νια τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίστηκε επιπλέον στο κεφάλαιο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίστηκε γι' αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παρ. Ε' και ΣΤ' της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως (Κ.Υ.Α.) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα μετά οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν γι' αυτό ειδικοί λόγοι. Ακολούθως με την ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/1993 κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του Υφυπουργού Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γενικών Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Υπηρεσιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του ν. 419/1976. Με τη 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ' της Φ 083-58/1988 και ορίστηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών. Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8,12 και 16 % αντιστοίχως από 1-1 -2001, με την 083 /ΕΥΑ / ΑΣ 11254 . 22 -1-2001 ΚΥΑ. Με την τελευταία ΚΥΑ ορίστηκε στην παρ. Γ' ότι, "Στους υπαλλήλους του Διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεά κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως, εκτός του αρχαιοτέρου εκ των Συμβούλων Πρεσβείας ή του μοναδικού που υπηρετεί σε Πρεσβεία ή Μόνιμη Αντιπροσωπεία, του οποίου το ποσοστό αυξάνεται κατά 30%, αποκλειομένων από τη ρύθμιση αυτή των τυχόν λαμβανόντων επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ανωτέρας βαθμίδας. Στους μονίμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσία αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 10% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α. ποσοστά αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του καταβαλλόμενου επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του. Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό, με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήριο και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξήσει το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρη. Όμως η προαναφερόμενη ΣΤΙ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ. 2900/1993 κοινή υπουργική απόφαση που αφορά τις δαπάνες στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω ρύθμιση καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 11 του ν. 419/1976, που δεν παρέχει τη δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διατάξεως του άρθρου 132 παρ. 2 του ως άνω νόμου, θέμα ανισχύρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω νόμου. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι με τις προδιαληφθείσες εξουσιοδοτικές διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του άρθρου 131 του ν. 419/1976, δόθηκε η εξουσία αρχικά στο Υπουργικό Συμβούλιο και μετέπειτα στους Υπουργούς Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εξωτερικών και Οικονομικών (άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1884/1990, ΦΕΚ Α' 81, και άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1256/-1982, ΦΕΚ Α' 65), όπως με κοινή υπουργική απόφασή τους καθορίζουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και προβαίνουν σε αύξηση του επιδόματος αυτού κατά ποσοστό για δαπάνες στεγάσεως, η οποία αύξηση για την αιτία αυτή στην ουσία συνιστά αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου 131 ν. 419/1976 κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα από τον ως άνω νόμο πλαίσια. Με βάση δε την παρεχόμενη από τις ως άνω διατάξεις εξουσιοδότηση, μπορεί η εκδιδόμενη κοινή υπουργική απόφαση να καθορίζει σε διαφορετικό ύψος ή να αυξάνει σε διαφορετικό ποσοστό το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για ορισμένους υπαλλήλους που έχουν ανάγκη στεγάσεως στο εξωτερικό. Επομένως, σύμφωνα με την έννοια της εξουσιοδοτήσεως, ευρίσκεται εντός των ορίων αυτής η κατά ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβεως αύξηση λόγω στεγάσεως του επιδόματος αυτού μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που αποσπώνται σε Αρχή του Εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, ρύθμιση στην οποία προέβη η μνημονευθείσα ΣΤ1/Μ/φ.083-13/ΑΣ. 2900/5-4-1993 κοινή υπουργική απόφαση. Τούτο, γιατί η απόσπαση του υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών έως έξι (3-6) το πολύ μηνών (άρθρο 107 ν. 419/1976) με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στεγάσεως σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή με οποιοδήποτε άλλο -πλην της αποσπάσεως- νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξαρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγούμενου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Οι αυξημένες δε αυτές δαπάνες για στέγαση του αποσπώμενου υπαλλήλου δικαιολογούν την κατά ποσοστό 10% αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του υπαλλήλου αυτού και τη διαφοροποίησή του από τους κατ' άλλο τρόπο υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, οι οποίοι δεν δικαιούνται της επαυξήσεως αυτής, την οποία η ρηθείσα κοινή υπουργική απόφαση χορήγησε μόνο στους εις ους αφορά αυτή υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που αποσπώνται σε Αρχές του εξωτερικού και όχι στους εκεί υπηρετούντες κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή άλλο παρόμοιο νόμιμο τρόπο (Α.Ε.Δ. 14/2005). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή ισχυρίσθηκε ότι με την από 30 /12/1994 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του επιτετραμμένου της Ελλάδος στο …, προσλήφθηκε ως ιδιαιτέρα γραμματέας της Πρεσβείας της Ελλάδος στο ..., όπου και υπηρετεί, ότι με τη σύμβαση αυτή ορίσθηκε ότι δικαιούται να λαμβάνει μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του μισθού εσωτερικού διοικητικού γραμματέα Ε' τάξεως, καθώς και το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του βαθμού αυτού επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, ότι η σύμβαση της αυτή καταρτίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 68 του τότε ισχύοντος Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 419/1976), το οποίο όριζε (παρ. 4 του άρθρου 68) τα της εξελίξεως και προαγωγής τους, ότι με το ν. 2594/1998 αντικαταστάθηκε ο προηγούμενος Οργανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών και ορίσθηκε ότι οι υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, ότι τα της εξελίξεως και προαγωγής τους ρυθμίζονται με το άρθρο 106 του νέου Οργανισμού και ότι το εναγόμενο όφειλε να της καταβάλει ως μισθό το μισθό του εσωτερικού και επιπλέον το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής που καταβάλει στους υπαλλήλους του κλάδου διοικητικών γραμματέων που υπηρετούν στη χώρα (…), προσαυξημένο με το επίδομα των δύο ανηλίκων τέκνων της και το επίδομα στεγάσεως και να αναπροσαρμόζει τις αποδοχές της εκδίδοντας απόφαση μισθολογικής προαγωγής κάθε φορά που συμπλήρωνε τα ανωτέρω έτη υπηρεσίας που απαιτούνται για την προαγωγή της στον επόμενο κάθε φορά βαθμό και ότι το αντίδικο ουδέποτε προέβη στην αναπροσαρμογή των αποδοχών της και παρέλειψε την έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής πράξης μισθολογικής προαγωγής της και την κατάρτιση νέας συμβάσεως και ότι δικαιούται τις αποδοχές διοικητικού γραμματέα Δ' βαθμού από 1/1/1999 και τις αποδοχές διοικητικού γραμματέα Γ' βαθμού από 1/1/2003, καθώς και την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, προσαυξημένου με το επίδομα τέκνων και το επίδομα στεγάσεως, ύστερα από τις αυξήσεις του επιδόματος αυτού (Ε.Υ.Α.) που χορηγήθηκε στον πρέσβη της Ελλάδος στη ..., με την έκδοση των σχετικών κοινών υπουργικών αποφάσεων. Ζήτησε δε με την αγωγή της, να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να της καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των καταβαλλομένων αποδοχών, λόγω των ως άνω μισθολογικών προαγωγών της, καθώς και την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, προσαυξημένο με το επίδομα τέκνων και στεγάσεως. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, είναι νόμιμη ως προς το κονδύλιο προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω οικογενειακών βαρών (δύο ανηλίκων τέκνων), ενώ αντίθετα είναι μη νόμιμη ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, για την αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως, αφού η ενάγουσα δεν ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του ως άνω επιδόματος για την αιτία αυτή, με την ΣΤ1/- Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/1993. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε το κονδύλιο της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη, δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Αντίθετα, το Εφετείο, που δέχθηκε ως νόμιμο το κονδύλιο της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στεγάσεως, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις των ν. 419/1976 και 2594 /1998, καθόσον η αναιρεσίβλητη, η οποία δεν ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, δεν εδικαιούτο προσαύξηση για την αντιμετώπιση των δαπανών στεγάσεως, κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), ο δε πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους" η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφονται μετά διετία από της γενέσεώς τους και κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ. α' και επομένως κατισχύει αυτής (Α.Ε.Δ. 9/2009 για τις αντίστοιχες διατάξεις του ν.δ. 496/1974, Α.Ε.Δ. 32 /2008, Ολ.ΑΠ 29 /2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 93 περ. β' του ίδιου ως άνω νόμου, η παραγραφή διακόπτεται με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως νια την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής. Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνες οικογενειακών βαρών, για το χρονικό διάστημα από 1/1/1999 μέχρι 31/12/2002, υπόκεινται μεν σε διετή παραγραφή, που αρχίζει από τη γένεση της αξιώσεως, πλην όμως η διετής αυτή παραγραφή διακόπηκε με την υποβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, α) της από 24/11/2000 αιτήσεως για την καταβολή προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, για το πρώτο της τέκνο και β) της από 15/1/2002 αιτήσεως για την καταβολή προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για τα δύο τέκνα της, ενώ η αγωγή της ασκήθηκε στις 28/12/2004. Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί παραγραφής των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, για προσαύξηση του Ε.Υ.Α. λόγω τέκνων, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2002. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3, 91 και 93 του ν. 2362 /1995, γιατί η διακοπή της διετούς παραγραφής, εφόσον δεν απάντησε η δημόσια αρχή, διήρκεσε έξι μήνες, από της χρονολογίας της υποβολής της κάθε αιτήσεως και έκτοτε άρχισε νέα παραγραφή, η οποία συμπληρώθηκε πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 28-12-2004, και συγκεκριμένα, α) για το έτος 1999 και 2000 η παραγραφή διακόπηκε, με την υποβολή της από 24-11-2000 αιτήσεως της αναιρεσίβλητης προς τη δημόσια αρχή για καταβολή της αξιώσεώς της, και άρχισε νέα, μετά εξάμηνο από την ημερομηνία υποβολής αυτής, δηλαδή στις 25-5-2001, η οποία και συμπληρώθηκε στις 25-5 -2003, β) για το έτος 2001, η παραγραφή διακόπηκε με την υποβολή της από 15-1-2002 αιτήσεως της αναιρεσίβλητης και άρχισε νέα από 16-7-2002, η οποία συμπληρώθηκε στις 16-7-2004 και γ) για το έτος 2002 η παραγραφή συμπληρώθηκε την 1-1-2004, και πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ως βάσιμος. Επομένως, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε το κονδύλιο για επίδομα στεγάσεως και κατά το μέρος που δέχθηκε διακοπή της παραγραφής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τα μέρη αυτά, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της, την 1405/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα παραπάνω μέρη της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ