258/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Δεκεμβρίου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Τακτική Διαδικασία). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6126/1998 οριστική του Ιδίου Δικαστηρίου και 1205/2000 μη οριστική και 5038/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated258/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δε έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Full text
Απόφαση 258 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 258/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιo δικηγόρο Βασίλειο Αλιμπέρτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Δεκεμβρίου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Τακτική Διαδικασία). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6126/1998 οριστική του Ιδίου Δικαστηρίου και 1205/2000 μη οριστική και 5038/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 3 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 8/3.1.2006 αιτήσεως για αναίρεση της 5038/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως ως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 8/3-1-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5038/16-6-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 12183/30-12-1996 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του, εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, απορρέουσα από συνομολογηθείσα μεταξύ αυτών σύμβαση δανείου, συνολικού ποσού κεφαλαίου και τόκων 4.000.000 δρχ. αποδοτέου δε στις 30-7-1991, χάριν καταβολής του οποίου εκδόθηκε από τον τελευταίο η ισόποσης αξίας ...... τραπεζική επιταγή. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, ερήμην του εναγομένου, η 6126/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 2707/24-3-1999 εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, αρχικά η 1205/2000 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος του ενάγοντος θέμα αποδείξεως, και στη συνέχεια η 5038/2005 οριστική αυτού απόφαση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι. Ειδικότερα:
Ι.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δε έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δε ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν βεβαιώνεται με την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Μη λήψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η ......
τραπεζική επιταγή, ποσού 4.000.000 δρχ., με αληθή χρόνο εκδόσεώς της κατά το έτος 1989, αντί του ψευδώς αναφερομένου στην αγωγή (26-4-1990), εκδόθηκε από εκείνον ως εγγύηση για την καταβολή ληφθέντος από τρίτον, τον Α, άλλου δανείου. Ο ισχυρισμός αυτός, προβαλλόμενος ως πραγματικό επιχείρημα προς ενίσχυση της διατυπούμενης αρνήσεως της αγωγής, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την του όρου έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ώστε να στοιχειοθετείται ο προτεινόμενος λόγος αναιρέσεως, που ελέγχεται ως αβάσιμος.
Ως άρνηση εκτιμήθηκε και από την 1205/2000 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την επακολουθήσασα δε 5038/2005 οριστική αυτού απόφαση λήφθηκε υπόψη και κρίθηκε ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, με την αιτιολογία ότι το δάνειο ποσού 2.000.000 δρχ. που είχε λάβει από τον Α, δεν συνδέεται με την επίμαχη τραπεζική επιταγή ποσού 4.000.000 δρχ., που εκδόθηκε από τον αναιρεσείοντα χάριν καταβολής του αποτελούντος την ιστορική αιτία της αγωγής ισόποσης χρηματικής αξίας δανείου.
Παράλληλα υποστηρίζεται με το αναιρετήριο ότι προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων τις μεταγενέστερες κατά την αρίθμηση ......, ......, ......, ...... τραπεζικές επιταγές, που εκδόθηκαν και πληρώθηκαν από εκείνον κατά το έτος 1989, γεγονός που βεβαιώνει την προβαλλόμενη από εκείνον άποψη ότι η προγενέστερη, ......, επίμαχη τραπεζική επιταγή εκδόθηκε κατά το έτος 1989 χάριν καταβολής της από δάνειο προς τον Α οφειλής του ποσού 2.000.000 δρχ.
και παράλληλα αναιρεί τον αγωγικό ισχυρισμό ότι εκδόθηκε στις 26-4-1990. Με τον υπό την αυτή αρίθμηση λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας οι εν λόγω τραπεζικές επιταγές κατά τον σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς του.
Από το όλο όμως περιεχόμενο της αποφάσεως και την παράλληλη βεβαίωση της ότι στο αποδεικτικό της πόρισμα κατέληξε και με βάση τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αβίαστα προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις εν λόγω τραπεζικές επιταγές, με άμεση δικονομική συνέπεια και η αναιρετική αυτή αιτίαση να ελέγχεται ως αβάσιμη.
ΙΙ.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεων μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.Πολ.Δ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν ίση αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο κατά σειρά λόγους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11 (2ος λόγος), αρ. 8, 11 και 12 (3ος λόγος) και αρ. 1 (4ος λόγος), εναντιούμενος δι' αυτών στην αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής βαρύτητας και αξιοπιστίας των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, αποδεικτικό μέσο, το οποίο, χωρίς να διαθέτει ιδιαίτερη κατά νόμο αποδεικτική δύναμη, δεσμευτική για το δικαστήριο, εκτιμάται ελεύθερα (Κ.Πολ.Δ 340), με άμεση δικονομική συνέπεια η αναιρετική αυτή αιτίαση, στην οποία προσήκει μόνο ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ λόγος, να ελέγχεται ως αβάσιμη.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμος ο επόμενος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένστασή του περί εξοφλήσεως του συνομολογηθέντος με τον Α μοναδικού δανείου ποσού 2.000.000 δρχ.
Όπως προαναφέρθηκε, πρόκειται για αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, με τη μορφή του πραγματικού επιχειρήματος, και επομένως, δεν περιλαμβάνεται στα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 806 επ. ΑΚ, κατ' εφαρμογή των οποίων έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνονται στις αιτιολογίες της αποφάσεως, η έλλειψη και ανεπάρκεια των οποίων στοιχειοθετεί τον προτεινόμενο λόγο αναιρέσεως.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 211, 212, και 216 ΑΚ, συνάγεται ότι για να ενεργήσει η δήλωση βουλήσεως αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, πρέπει ο αντιπρόσωπος να επιχειρήσει τη δικαιοπραξία στο όνομα εκείνου και να καταστήσει γνωστό και φανερό σε αυτόν με τον οποίο συναλλάσσεται ότι η ενέργεια από τη δικαιοπραξία θα παραχθεί όχι για τον εαυτό του, αλλά για τον αντιπροσωπευόμενο, πράγμα το οποίο, σε περίπτωση ελλείψεως ρητής δηλώσεως του αντιπροσώπου ότι ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, μπορεί να συναχθεί και από τις περιστάσεις.
Κρίσιμο είναι να γίνεται άμεσα αντιληπτό ποιόν αφορά η ενέργεια της δικαιοπραξίας. Δεν απαιτείται από τον αντιπρόσωπο ακριβής προσδιορισμός του αντιπροσωπευομένου, αλλά είναι δυνατός ο καθορισμός τούτου με μεταγενέστερη δήλωση. Η σχετική άγνοια του αντισυμβαλλομένου για το πρόσωπο του αντιπροσωπευομένου δεν ασκεί καμμία επίδραση, αφού αυτός δεν είναι αναγκαίο να είναι γνωστός κατά τον χρόνο που καταρτίζεται η δικαιοπραξία ούτε και στον ίδιο τον αντιπρόσωπο.
Σε συνέπεια με τη νομική αυτή παραδοχή κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 806 επ. 211 επ. ΑΚ, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της ότι η θεμελιωτική της αγωγής σύμβαση δανείου συνομολογήθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Α, ενεργώντας (του τελευταίου) ως άμεσου αντιπροσώπου τρίτου προσώπου, το οποίο θα ήταν και το υποκείμενο της ιδρυόμενης έννομης σχέσεως, κατά ρητή περί τούτου δήλωσή του, την οποία αποδέχθηκε ο αναιρεσείων, χωρίς η νομική αυτή εκτίμηση να διαφοροποιείται από το γεγονός ότι ήταν άγνωστος στον τελευταίο ο άμεσα αντιπροσωπευόμενος.
Κατά συνέπεια ο απομένων προς έρευνα έκτος κατά σειρά και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη δι' αυτής απόφαση ότι με τις παραδοχές της αυτές εσφαλμένα εφάρμοσε και ευθέως παραβίασε τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις, ελέγχεται ως αβάσιμος.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που δε κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 8/3-1-2006 αίτηση για αναίρεση της 5038/16-6-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 1008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ