Supreme Court dismisses appeal against final judgment upholding partial acceptance of assignment of claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the assignor against the Court of Appeal's final decision. The lower court had partially accepted the assignor's claim based on the assignment of debt to the second defendant, while rejecting arguments regarding the first defendant's liability. The Court found the lower court's reasoning sufficient and the appeal's grounds lacking in legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 455, 457, 460, 462 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The assignment of a claim without the debtor's consent is valid, and the lower court's application of these provisions regarding the transfer of debt obligations is subject to review only if the reasoning is legally flawed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 257 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 257/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. χήρας Γ. Μ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ... 2) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Δ. Μ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγαπηνό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Χ.Α.Τ.Μ. Ε.Π.Ε. και τον διακριτικό τίτλο "....., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Α. Σ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Διώνη Σκάντζου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 912/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2398/2021 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-10-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 21-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2398/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., το οποίο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών - εναγομένων κατά της υπ' αριθ. 912/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία, μεταξύ άλλων, έγινε εν μέρει δεκτή η από 12-11-2013 αγωγή κατά την επικουρική βάση (από ενδοσυμβατική ευθύνη και εκχώρηση) της πρώτης από της σωρευόμενες στο ως άνω δικόγραφο αγωγές και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν το ποσό των 28.045,22 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη και το ποσό των 53.607,30 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία απαραδέκτως στρέφεται κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, αφού οι αναφερόμενοι στο δικόγραφο αυτής λόγοι δεν αναφέρονται στο πρόσωπο αυτού, κατά τα λοιπά, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3ΚΠολΔ).
Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 455, 457, 460 και 462 ΑΚ, συνάγεται ότι ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. H μεταβίβαση της απαίτησης από τον παλιό (εκχωρητή) στο νέο δανειστή (εκδοχέα) γίνεται με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τους (άρθρα 185, 361 ΑΚ), καθόσον δεν αρκεί μονομερής δήλωση του εκχωρητή για να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό.
Η εκχώρηση είναι σύμβαση διάθεσης (εκποιητική), αφού άμεσο αποτέλεσμά της είναι όχι η ανάληψη κάποιας ενοχικής υποχρέωσης από τον εκχωρητή, αλλά η απώλεια της απαίτησης γι' αυτόν υπέρ του εκδοχέα. Ακόμη, η εκχώρηση είναι σύμβαση αναιτιώδης και άτυπη, συνέπεια δε του αναιτιώδους χαρακτήρα της σύμβασης εκχώρησης είναι ότι δεν απαιτείται τήρηση τύπου και όταν η αποτελούσα την αιτία της εκχώρησης βασική σύμβαση είναι τυπική δικαιοπραξία (Α.Π.1431/2022, Α.Π.1597/2017 Α.Π. 826/2001).
Προϋποθέσεις της εκχώρησης είναι: α) η ύπαρξη απαίτησης, β) σύμβαση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα για την εκχώρηση της απαίτησης και γ) αναγγελία. Για να είναι έγκυρη η σύμβαση εκχώρησης πρέπει η απαίτηση να είναι ορισμένη, δηλαδή να προσδιορίζεται κατά τρόπο ορισμένο ή τουλάχιστον οριστό, δηλαδή να μπορεί να προσδιοριστεί από το όλο περιεχόμενο της σύμβασης, κατά την κρίση μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 311/2011) Ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους, πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη.
Με αναγγελία ισοδυναμεί και η από τον εκχωρηθέντα οφειλέτη αναγνώριση ή αποδοχή της εκχωρήσεως, όπως και η επίδοση της αγωγής του εκδοχέα για την καταβολή της εκχωρηθείσης απαιτήσεως, χωρίς να είναι αναγκαίο τούτο να αναγράφεται ρητώς στο δικόγραφο της αγωγής (βλ. Α.Π.826/2001, Α.Π.1216/1995). Μετά την αναγγελία της εκχώρησης, αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του οφειλέτη με τον εκχωρητή και η απαίτηση αποκτάται από τον εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται αποκλειστικός δικαιούχος της εκχωρηθείσας απαίτησης, δικαιούμενος να εισπράξει και να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη αυτής από τον οφειλέτη (Α.Π.1109/2020, Α.Π.224/2018, Α.Π.1093/2017).
Ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει τα οφειλόμενα μόνο στον εκδοχέα, ως αποκλειστικό δικαιούχο και όχι στον εκχωρητή (Α.Π. 1093/2017, Α.Π.114/2008). Το δικαίωμα αυτό του εκδοχέα προς είσπραξη της απαίτησης δεν επηρεάζεται καθόλου από την τυχόν καταβολή της εκχωρηθείσας απαίτησης από τον οφειλέτη στον εκχωρητή ή τρίτο δανειστή αυτού, καθόσον μετά την τελείωση της εκχώρησης με την αναγγελία δεν υφίσταται πλέον απαίτηση του εκχωρητή και αντίστοιχη οφειλή προς αυτόν του οφειλέτη.
Τα ίδια ισχύουν και για μέλλουσα απαίτηση, εφόσον αυτή μπορεί να προσδιοριστεί κατ' είδος και οφειλέτη. Επιπλέον, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 464-266 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της νομιμότητας της εκχώρησης αποτελεί το εκχωρητό της απαίτησης που μεταβιβάζεται, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν ο νόμος ορίζει περί του αντιθέτου (Ολ.Α.Π.158/1969, Α.Π.125/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από το περιεχόμενο της αγωγής είναι σαφές ότι η αξίωση του δεύτερου ενάγοντα δεν αφορά σε αμοιβή του για το έργο που, κατά το δικόγραφο, ανέλαβε και αυτός (ήτοι την αρχιτεκτονική μελέτη και επίβλεψη της οικοδομής), ώστε να απαιτούνται και τα στοιχεία αυτής της σύμβασης, αλλά προέρχεται από την εκχώρηση προς αυτόν μέρους της απαίτησης που η πρώτη ενάγουσα είχε για το έργο που αυτή εκτέλεσε.
Η νομιμότητα ή μη της εκχώρησης από το νομικό πρόσωπο αφορά τις εσωτερικές σχέσεις των εταίρων, οι οποίοι και μπορούν να την αμφισβητήσουν, και όχι τον οφειλέτη, ο οποίος δεν μπορεί να αρνηθεί την εκπλήρωση της υποχρέωσής του για τον λόγο αυτό... Δυνάμει του υπ' αριθμ 7…./17-2-20….. συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...
Δ. Χ. συστάθηκε η "Χ.Σ. Ε.Π.Ε.", με τον διακριτικό τίτλο ....., που είχε ως σκοπό περιβαλλοντικές μελέτες, μελέτη και κατασκευή χώρων πρασίνου και ειδικές αρχιτεκτονικές μελέτες και κατασκευές, καθώς και διενέργεια κάθε άλλης συναφούς εμπορικής πράξης και δραστηριότητας... Εταίροι και διαχειριστές ήταν ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγόντων (δεύτερος και τρίτος των αναιρεσίβλητων)...
Με την υπ' αριθμ 22…/15-5-20….. πράξη της συμβολαιογράφου ... Β. Κ. ... τροποποιήθηκε η επωνυμία της εταιρίας σε "Χ.Α.Τ. Ε.Π.Ε." και τον διακριτικό τίτλο ..., ενώ με την 23…/5-6-20… πράξη της συμβολαιογράφου ... Β. Κ., που καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ με αριθμό 205293/11-6-2014, ο εκ των εταίρων Α.Σ. αποχώρησε από την εταιρία και πώλησε τα εταιρικά του μερίδια στον Κ.Χ. (δεύτερο αναιρεσίβλητο) και η εταιρία έγινε πλέον "Χ.
Α. Τ.Μ. Ε.Π.Ε." (πρώτη ενάγουσα... πρώτη αναιρεσίβλητη). Η πρώτη εναγομένη ...(πρώτη αναιρεσείουσα Α. χήρα Γ. Μ.) είναι ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου στα ...... Στο ακίνητο αυτό, με επιμέλεια του συζύγου της Γ. Μ. (ο οποίος ήταν πατέρας της δεύτερης και της τρίτης των εναγομένων (αναιρεσειουσών), ξεκίνησε το 2004 η ανέγερση κτίσματος, που θα ονομαζόταν "…....", που θα λειτουργούσε ως οινοποιείο και χώρος κοινωνικών εκδηλώσεων (γάμοι, βαφτίσεις, δεξιώσεις κλπ).
Το 2005 έγινε επαφή μεταξύ των εναγόντων (αφενός) και του Γ.Μ. και των εναγομένων (αφετέρου) για να αναλάβει η εταιρία την διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Σύμφωνα με την από 11-8-2005 προσφορά της το έργο περιελάμβανε τα ακόλουθα: ΦΑΣΗ I. Παράδοση σχεδίου (MASTER PLAN) σε κλίμακα 1:2000, που θα περιλαμβάνει 1. Χωροθέτηση λειτουργιών. 2.
Διαμορφώσεις επιφανειών και παρτεριών. 3. Διαμορφώσεις επιπέδων και αρχιτεκτονικών στοιχείων, όπως πέργολες-καθιστικά, στοιχεία νερού, δρόμους, μονοπάτια κλπ. 4. Γενική διάταξη φύτευσης. 5. Διευθέτηση ομβρίων. ΦΑΣΗ II. Με την αποδοχή του σχεδίου αρχίζει ουσιαστικά το στάδιο της κατασκευής. Η εταιρία θα αναλάμβανε την επίβλεψη των διαμορφώσεων επιπέδων και επιφανειών, την χάραξη δρόμων και χώρων στάθμευσης, που απαιτεί συχνή επίσκεψη στο έργο για την καθοδήγησή του.
ΦΑΣΗ III. Μελέτη φύτευσης, μελέτη φωτισμού και μελέτη αυτόματου ποτίσματος. Για να γίνουν σωστά και με προγραμματισμό έχοντας και έναν προϋπολογισμό απαιτείται να προχωρήσει το Master Plan σε σχέδια 1:50 όπου θα παρουσιάζονταν με λεπτομέρεια η θέση και το είδος των φωτιστικών, των φυτών και του αυτόματου ποτίσματος.
Σε αυτή τη φάση θα υπήρχε και ένας γενικός προϋπολογισμός για να μπορέσει να κατευθυνθεί το έργο. Ως προς την αμοιβή της εταιρίας, η προσφορά ανέφερε τα εξής: "για αυτές μας τις υπηρεσίες και με γνώμονα την καλή σχέση που έχουμε δημιουργήσει το ποσό που ζητείται από το γραφείο μας για την άρτια αποπεράτωση του έργου στο στάδιο της μελέτης και επίβλεψης είναι 25.000 ευρώ.
Όσον αφορά το τμήμα της εφαρμογής της φύτευσης και των συστημάτων άρδευσης μπορεί να καλυφθεί από την εταιρία μας, με τις καλύτερες οικονομικές διευκολύνσεις". Δεν αποδεικνύεται ότι το έργο ξεκίνησε το 2008, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενες, δεδομένου ότι όπως κατέθεσε η δεύτερη εναγομένη ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., ...
η πρώτη επαφή είχε γίνει με τον πατέρα της, όσο ζούσε και το έργο ανατέθηκε το 2005. Από το περιεχόμενο της ως άνω προσφοράς αποδεικνύεται ότι η αμοιβή των 25.000 ευρώ που αναφερόταν αφορούσε στην μελέτη και την επίβλεψη, ενώ δεν περιελάμβανε την εφαρμογή της φύτευσης και των συστημάτων άρδευσης, τα οποία θα ήταν αντικείμενο νέας συμφωνίας τους, ούτε και το κόστος για την αγορά των φυτών, δέντρων και υλικών που θα χρησιμοποιούνταν, τα οποία θα επιβάρυναν τους εργοδότες.
Η προσφορά αυτή έγινε δεκτή και το έργο ξεκίνησε από την εταιρία το 2005, με την επίβλεψη του εκ των εταίρων της Κ. Χ. Λόγω προβλημάτων που ανέκυψαν κατά την ανέγερση της οικοδομής και στο πλαίσιο της συνεργασίας και των φιλικών σχέσεων που είχαν δημιουργηθεί, ο Χ. ανέλαβε ατομικά (ως αρχιτέκτονας) και την αρχιτεκτονική μελέτη και επίβλεψη των εργασιών της οικοδομής, χωρίς να αποδεικνύεται ότι συμφωνήθηκε κάτι αναφορικά με την αμοιβή του.
Την 15-6-2006 ο Γ. Μ. απεβίωσε και οι εργασίες για κάποιο χρονικό διάστημα, περίπου ενός έτους, διακόπησαν. Κατόπιν, τέλη του 2007, οι διάδικοι συνέχισαν την συνεργασία τους όπως είχε συμφωνηθεί και το έργο ξεκίνησε και πάλι. Ο δεύτερος ενάγων βρισκόταν στον χώρο του έργου σχεδόν καθημερινά για να επιβλέπει τόσο τις εργασίες στον περιβάλλοντα χώρο (που είχε αναλάβει η εταιρία) όσο και τις εργασίες της οικοδομής (που είχε αναλάβει ατομικά ο ίδιος).
Το έργο που είχε αναλάβει η εταιρία ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο 2008, οπότε και παραδόθηκε. Ειδικά το έργο της φύτευσης ξεκίνησε τον Φεβρουάριο 2008 και ολοκληρώθηκε σε 5 μήνες, τον Ιούνιο 2008 και δέκα ημέρες μετά έγινε και η πρώτη εκδήλωση στον χώρο. Δεν αποδεικνύεται ότι η φύτευση έγινε μέσα σε 5 ημέρες, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενες.
Αυτό προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος ήταν τότε υπάλληλος της πρώτης ενάγουσας και εργάστηκε ως εργοδηγός στην κατασκευή του κήπου (φυτεύσεις, διαμορφώσεις χώρων, χωματουργικά, πρανή κλπ), καθώς και από την ποσότητα των δέντρων και φυτών που τοποθετήθηκαν, τα οποία με βάση την επιμέτρηση που έγινε ανέρχονταν σε 3653.
Η φύτευση τέτοιας ποσότητας δεν θα μπορούσε να γίνει μέσα σε διάστημα 5 ημερών, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας, τα δέντρα ήταν μεγάλα, ώστε ο κήπος να μην φαίνεται νεοφυτεμένος. Άλλωστε η έκταση του κήπου, που έπρεπε να διαμορφωθεί και φυτευτεί, ήταν περίπου 4000 τετραγωνικά μέτρα, ενώ υπήρχαν και ιδιομορφίες του εδάφους (σκληρές επιφάνειες) που απαιτούσαν χρήση ειδικών μηχανημάτων (τσαπάκια, bobcat, κομπρεσέρ).
Ακολούθησε η επιμέτρηση του έργου, με το από 25-6-2008 έγγραφο, η οποία έγινε δεκτή από τις εναγόμενες. Το συνολικό κόστος ανερχόταν σε ποσό 87.451,50 ευρώ, στο οποίο περιλαμβανόταν και η αξία των φυτών και δέντρων που τοποθετήθηκαν, βελτιωτικά χώματος (τύρφη, περλίτης, φυτόχωμα, φλοιός πεύκου, ελαφρόπετρα), πάσσαλοι στήριξης δέντρων και δετικό, πυθάρια, χλοοτάπητας, μεταφορικά φυτών και υλικών και το κόστος εργασιών φύτευσης έως 10-6-2008 (ποσού 25.000 ευρώ).
Το κόστος των υλικών και δέντρων-φυτών συμπεριελήφθη στην ως άνω επιμέτρηση, παρά το ότι δεν περιλαμβανόταν στην αρχική προσφορά της πρώτης ενάγουσας, επειδή αυτή ανέλαβε να τα προμηθεύσει για να εξασφαλιστούν καλύτερες τιμές και να μην επιβαρυνθούν οι εναγόμενες με την πληρωμή ΦΠΑ. Κατόπιν έκπτωσης από την πλευρά της πρώτης ενάγουσας, η αμοιβή της συμφωνήθηκε να μειωθεί στο ποσό των 80.000 ευρώ, πλέον του ΦΠΑ για τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από την πρώτη ενάγουσα, ήτοι συνολικά ποσό 81.652,52 ευρώ.
Για την αποπληρωμή του ποσού αυτού συμφωνήθηκε α] να καταβληθεί στην πρώτη ενάγουσα εταιρία το ποσό των 16.680,52 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα τρία τιμολόγια που αυτή εξέδωσε επί πιστώσει, ήτοι το υπ' αριθ 150/10-6-2008 (πώλησης αγαθών) ποσού 10.142,45, το υπ' αριθμ 155/8-7-2008 (πώλησης αγαθών) ποσού 2.968,07 και το υπ' αριθμ 537/24-7-2008 (παροχής υπηρεσιών) ποσού 3.570 ευρώ, β] να καταβληθεί στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 11.364,70 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε σε τιμολόγια της εταιρίας "Ε.Σ.Χ.
Ο.Ε. που είχαν εκδοθεί στο όνομα της πρώτης εναγομένης για την αγορά φυτών, δέντρων και υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στο έργο, τα οποία ανέλαβε να πληρώσει η πρώτη ενάγουσα εταιρία. Ειδικότερα είχαν εκδοθεί τα ακόλουθα τιμολόγια της προαναφερόμενης εταιρίας ("Ε.Σ.Χ. Ο.Ε.): ι] το υπ' αριθμ 82/30-4-2008 τιμολόγιο πώλησης (επί πιστώσει) ποσού 4163,10 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και ΦΠΑ, ιι] το υπ' αριθμ 83/30-4-2008 τιμολόγιο πώλησης (επί πιστώσει) ποσού 1380,65 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και ΦΠΑ, ιιι] το υπ' αριθμ 84/30-4-2008 τιμολόγιο πώλησης (επί πιστώσει) ποσού 1605,46 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και ΦΠΑ, ιν] το υπ' αριθμ 85/30-4-2008 τιμολόγιο πώλησης (επί πιστώσει) ποσού 1920,58 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και ΦΠΑ, ν] το υπ' αριθμ 87/30-4-2008 τιμολόγιο πώλησης (επί πιστώσει) ποσού 673,28 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και ΦΠΑ, νι] το υπ' αριθμ 112/24-5-2008 τιμολόγιο πώλησης (επί πιστώσει) ποσού 516,41 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και ΦΠΑ, νιι] το υπ' αριθμ 157/21-6-2008 τιμολόγιο πώλησης (επί πιστώσει) ποσού 485,95 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και ΦΠΑ, νιιι] το υπ' αριθμ 158/21-6-2008 τιμολόγιο πώλησης (επί πιστώσει) ποσού 402,44 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και ΦΠΑ και ιχ] το υπ' αριθμ 159/21-6-2008 τιμολόγιο πώλησης (επί πιστώσει) ποσού 216,83 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και ΦΠΑ.
Τα δέντρα και φυτά αυτά ήταν διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στην από 25-6-2008 επιμέτρηση και κοστολογήθηκαν με αυτήν. Τα τιμολόγια αυτά πλήρωσε προς την "Ε.Σ.Χ. Ο.Ε. η πρώτη ενάγουσα, όπως αποδεικνύεται από τα με ημερομηνία 3-7-2012 προσκομιζόμενα με επίκληση δελτία κατάθεσης της τράπεζας EUROBANK και γ] Το υπόλοιπο ποσό (81.652,52 - 16.680,52 - 11.364,70=) 53.607,30 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον δεύτερο ενάγοντα (Κ.Χ.), προς τον οποίο η πρώτη ενάγουσα εκχώρησε την αντίστοιχη απαίτησή της.
Το ποσό αυτό δεν αφορούσε σε αμοιβή του για τις εργασίες που ατομικά είχε κάνει, με την αρχιτεκτονική μελέτη και επίβλεψη της οικοδομής, για τις οποίες όπως προαναφέρθηκε δεν είχε συμφωνηθεί αμοιβή. Με την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, όπου αναφέρεται ρητά η εκχώρηση, έγινε η απαιτούμενη αναγγελία αυτής στις οφειλέτριες...
Η αναφορά που γίνεται στο από 5-9-2011 εξώδικο που η πρώτη ενάγουσα απηύθυνε προς τις εναγόμενες (και επιδόθηκε την 13-9-2011) σε οφειλόμενο προς την εταιρία ποσό 80.000 ευρώ, το οποίο ζητούσε να της καταβληθεί εντός πενθημέρου από την επίδοση αυτού, χωρίς μνεία για το ποσό που είχε εκχωρηθεί προς τον δεύτερο ενάγοντα, δεν αποδεικνύει ότι δεν έλαβε χώρα τέτοια εκχώρηση.
Η εξώδικη δήλωση έγινε μόνο από την εταιρία, όχι και από τον δεύτερο ενάγοντα και με αυτήν ζητούσε την καταβολή του ποσού στο οποίο είχε συμφωνηθεί να περιοριστεί η συνολική αμοιβή της για το έργο που είχε εκτελέσει. Η εκχώρηση μέρους αυτής της απαίτησης προς τον δεύτερο ενάγοντα ήταν διαφορετική συμφωνία, που αφορούσε στις σχέσεις της πρώτης ενάγουσας εταιρίας και του δεύτερου ενάγοντος και στον τρόπο καταβολής του ποσού αυτού, ότι δηλαδή στην εταιρία θα καταβαλλόταν ποσό 28.045,22 ευρώ ενώ το υπόλοιπο θα καταβαλλόταν στον δεύτερο ενάγοντα, όχι ως αμοιβή του αλλά λόγω της εκχώρησης.
Άλλωστε μέχρι την επίδοση του εξωδίκου δεν είχε αναγγελθεί, κατά το 460 ΑΚ, η γενόμενη εκχώρηση, ώστε να συντελεστεί η αποξένωση της εταιρίας από το μέρος αυτής της συνολικής απαίτησης. Το γεγονός ότι στην ανωτέρω συμφωνία για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, συμμετείχαν και οι ενάγουσες δεν μπορεί να ισχύσει ως αναγγελία της εκχώρησης...
Δεν αποδεικνύεται ότι το κόστος του έργου ανερχόταν στο ποσό των 15.000 ευρώ ή το πολύ στο ποσό των τιμολογίων που εξέδωσε η πρώτη ενάγουσα, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενες. Όπως προέκυψε, για την διευκόλυνση των μερών δεν εκδόθηκαν τιμολόγια για το σύνολο της αξίας τους έργου, αλλά μόνο για μέρος αυτού, ποσό 16.680,52 ευρώ, εκδόθηκαν τα προαναφερόμενα τιμολόγια της πρώτης ενάγουσας (πώλησης και παροχής υπηρεσιών).
Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ο ΦΠΑ επί των τιμολογίων αυτών, που περιλαμβανόταν στο ποσό των 80.000 ευρώ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί από τις εναγόμενες επιπλέον του ποσού αυτού, στο οποίο ανερχόταν η αξία του έργου μετά την επιμέτρησή του. Για τον ίδιο άλλωστε λόγο, ήτοι την διευκόλυνση των μερών, δεν περιλαμβάνονται όλα τα είδη δέντρων και φυτών, που κατά την επιμέτρηση τοποθετήθηκαν, στα τιμολόγια πώλησης της πρώτης ενάγουσας, ούτε οι τιμές τους που αναγράφονται σε αυτά (τιμολόγια) ταυτίζονται με αυτές της επιμέτρησης.
Η εξόφληση της συνολικής αυτής οφειλής των εναγομένων συμφωνήθηκε, προς διευκόλυνση των εναγομένων, να γίνει τμηματικά, με καταβολή σε μετρητά ποσού 11.652,52 ευρώ από την πρώτη εναγομένη τον Αύγουστο 2008. Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβανόταν και ποσό 1.652,52 ευρώ για τον ΦΠΑ επί των τιμολογίων που είχε εκδώσει η πρώτη ενάγουσα.
Για το υπόλοιπο ποσό η πρώτη εναγομένη εξέδωσε τον Ιούλιο 2008 προσωπική της επιταγή ποσού 20.000 ευρώ, μεταχρονολογημένη και πληρωτέρα στις 30-10-2008 και η δεύτερη εναγομένη εξέδωσε τον Ιούλιο 2008 επίσης μεταχρονολογημένες προσωπικές επιταγές, 10.000 ευρώ πληρωτέα την 30-9-2008, 15.000 ευρώ πληρωτέα την 30-11-2008, 5.000 ευρώ πληρωτέα την 20-12-2008 και 20.000 ευρώ πληρωτέα την 30-12- 2008.
Δεν προσκομίζονται μεν τα σώματα ή φωτοτυπίες των επιταγών αυτών, όμως η ως άνω συμφωνία και η έκδοσή τους προκύπτει τόσο από χειρόγραφο σημείωμα της δεύτερης εναγομένης, αναφορικά με τα ως άνω ποσά, η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από τις εναγόμενες, όσο και από την κατάθεση της δεύτερης εναγομένης ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ......
Περί τα τέλη Αυγούστου 2008 οπότε και έπρεπε να δοθούν τα μετρητά, οι εναγόμενες ζήτησαν ολιγοήμερη παράταση, επικαλούμενες πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια, η οποία (παράταση) δόθηκε. Ακολούθως περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2008, οπότε και θα ήταν πληρωτέα η πρώτη επιταγή (10.000 ευρώ) της δεύτερης εναγομένης, επικαλούμενες την ίδια ταμειακή δυσχέρεια, ζήτησαν να μην εμφανιστεί η επιταγή και να τους δοθεί μια ακόμα παράταση.
Περί τα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου 2008 ζήτησαν από τους δύο πρώτους ενάγοντες να αντικατασταθούν οι επιταγές που είχαν δοθεί με άλλες με μεταγενέστερες ημερομηνίες. Ως λόγος προβλήθηκε το ότι αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσχέρειες ενόψει των χρεών που είχαν προς άλλα συνεργεία και ότι ενόψει των φιλικών σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ τους θα μπορούσαν να ζητήσουν αυτή τη διευκόλυνση.
Το αίτημα αυτό έγινε δεκτό, επιστράφηκαν οι πρώτες επιταγές και εκδόθηκαν οι ακόλουθες μεταχρονολογημένες επιταγές: α] η με αριθμό 20027968-8 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της δεύτερης εναγομένης (Α.Μ.), πληρωτέα στην τράπεζα EUROBANK, ποσού 15000 ευρώ με ημερομηνία 24-1-2009, β] η με αριθμό 30579973-8 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της πρώτης εναγομένης (Α.Μ.), πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ποσού 16.680,52 ευρώ με ημερομηνία 8-2-2009, γ] η με αριθμό 20027974-2 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της δεύτερης εναγομένης (Α.Μ.), πληρωτέα στην τράπεζα EUROBANK, ποσού 5000 ευρώ με ημερομηνία 28-2-2009, δ] η με αριθμό 20053081-0 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της δεύτερης εναγομένης (Α.
Μ.), πληρωτέα στην τράπεζα EUROBANK, ποσού 10.000 ευρώ με ημερομηνία 30-6-2009, ε] η με αριθμό 20053074-7 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της δεύτερης εναγομένης (Α. Μ.), πληρωτέα στην τράπεζα EUROBANK, ποσού 10000 ευρώ με ημερομηνία 30-7-2009, στ] η με αριθμό 20053097-6 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της δεύτερης εναγομένης (Α. Μ.), πληρωτέα στην τράπεζα EUROBANK, ποσού 10000 ευρώ με ημερομηνία 30-8-2009 και ζ] η με αριθμό 20053159-0 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της δεύτερης εναγομένης (Α.
Μ.), πληρωτέα στην τράπεζα EUROBANK, ποσού 15.000 ευρώ με ημερομηνία 30-9-2009. Η επιταγή της πρώτης εναγομένης είχε εκδοθεί σε διαταγή της πρώτης ενάγουσας, ενώ οι επιταγές της δεύτερης εναγομένης είχαν εκδοθεί σε διαταγή "εμού του ιδίου" και είχαν οπισθογραφηθεί από αυτήν. Ούτε οι επιταγές αυτές εμφανίστηκαν προς πληρωμή κατά την ημερομηνία της κάθε μίας, καθώς οι εναγόμενες ζήτησαν παράταση χρόνου για την εξόφληση της ανωτέρω οφειλής τους, αίτημα που έγινε δεκτό από την πρώτη και τον δεύτερο των εναγόντων, λόγω της φιλικής σχέσης που είχε αναπτυχθεί.
Μετά την ημερομηνία και της τελευταίας επιταγής (30-9-2009) δεν έγινε καμία άλλη συζήτηση για την πληρωμή της οφειλής και στις 13-9-2011 η πρώτη ενάγουσα επέδωσε στις εναγόμενες την από 5-9-2011 εξώδικη δήλωσή της που αναφέρθηκε παραπάνω. Από το γεγονός ότι, μετά την παράδοση του έργου, οι εναγόμενες το παρέλαβαν και για την εξόφληση της οφειλής η πρώτη εναγομένη ανέλαβε να καταβάλει σε μετρητά ποσό 11.652,52 ευρώ και για το υπόλοιπο εκδόθηκαν προσωπικές επιταγές της πρώτης και δεύτερης εξ αυτών, ήτοι για το συνολικό ποσό των 81.652,52 ευρώ, και στη συνέχεια εκδόθηκαν νέες επιταγές τους σε αντικατάσταση της προηγούμενης συμφωνίας, αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενες είχαν αποδεχτεί την επιμέτρηση και το κόστος του έργου που εκτελέστηκε στο πραναφερόμενο ποσό.
Διαφορετικά δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να εκδοθούν οι ως άνω επιταγές για το ποσό αυτό. Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι τα ανωτέρω ήταν αποτέλεσμα πίεσης και της ευάλωτης θέσης στην οποία βρίσκονταν, μετά τον θάνατο του Γ. Μ.. Όταν έγιναν οι συμφωνίες για τα ποσά αυτά και εκδόθηκαν οι επιταγές (Ιούλιος 2008 οι πρώτες και Νοέμβριος 2008 οι επόμενες) το έργο είχε ολοκληρωθεί και παραδοθεί, είχε δε ξεκινήσει ήδη η λειτουργία του χώρου, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, είχε γίνει και η πρώτη εκδήλωση στο χώρο 10 ημέρες μετά την παράδοση του.
Οι υπάλληλοι της πρώτης ενάγουσας πήγαιναν για συντήρηση του χώρου για περίπου 4-6 μήνες μετά, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας αποδείξεως, όμως μετά σταμάτησε τελείως η ενασχόληση της πρώτης ενάγουσας με το έργο αυτό.
Συνεπώς δεν υπήρχε κανένας λόγος να δεχτούν τις ως άνω συμφωνίες, χωρίς πράγματι να οφείλουν το πιο πάνω ποσό. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες ήταν συνεπείς στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς άλλα συνεργεία που εργάστηκαν στο έργο αυτό. Συγκεκριμένα καθυστέρηση στην εξόφληση υπήρξε με την εταιρία "Τ.Μ.
ΑΕ", που είχε αναλάβει το σύνολο των ηλεκτρολογικών εργασιών στον ....., η οποία επέδωσε την από 27-8-2012 εξώδικη διαμαρτυρία-κλήση προς την πρώτη εναγομένη, ζητώντας την καταβολή του συνολικού ποσού των 6.3196 ευρώ, που αφορούσε στις εργασίες που η εταιρία αυτή είχε πραγματοποιήσει... καθώς και με τον Α.Π., ο οποίος είχε κάνει εργασίες χτισίματος πέτρας στην οικοδομή και διεκδικούσε ποσό 90.000 ευρώ ως υπόλοιπο της αμοιβής του...
Στο ως άνω έργο, ως εργοδότριες, εμπλέκονταν και οι τρεις εναγόμενες. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη (Α.χήρα Γ. Μ.) ήταν η ιδιοκτήτρια του ακινήτου επί του οποίου έγιναν οι εργασίες και ήταν αυτή που ανέλαβε να καταβάλει μέρος της αξίας των εργασιών σε μετρητά και με επιταγές εκδόσεώς της. Η δεύτερη εναγομένη (Α.
Μ.) ομοίως εξέδωσε επιταγές της για την εξόφληση της αξίας του έργου, ενώ είχε επικοινωνία με τον δεύτερο ενάγοντα, που ασχολούταν με το έργο, δίνοντας οδηγίες για την εκτέλεσή του. Άλλωστε στην προαναφερόμενη κατάθεσή της ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου αναφέρει "Αναγνωρίζω ότι χρωστούσα αυτό που τιμολογήθηκε", και "το πλήρωσα μετρητοίς στον πρώτο κατηγορούμενο (εν.
τον Κ.Χ.)". Η τρίτη εναγομένη (Δ. Μ.) είχε συστήσει από 20-9-2006, μαζί με τις αδερφές της Σ.-Μ. Μ. (που δεν είναι διάδικος) και την Α. Μ. (δεύτερη εναγομένη... αναιρεσείουσα) την εταιρία με την επωνυμία "Δ.Μ. ΚΑΙ Σ.Ι.Α. Ε.Ε." και διακριτικό τίτλο ".....", της οποίας ήταν το μόνο ομόρρυθμο μέλος και διαχειρίστρια, και η οποία (εταιρία) είχε ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την εκμετάλλευση, μίσθωση και υπομίσθωση ακινήτων για την διενέργεια πολιτιστικών, κοινωνικών και επαγγελματικών εκδηλώσεων στην Ελλάδα και την αλλοδαπή.
Η εταιρία αυτή ανάλαβε την λειτουργία του χώρου που κατασκευάστηκε από την πρώτη ενάγουσα και συνεπώς η τρίτη εναγομένη, που ενδιαφερόταν να ολοκληρωθεί το έργο, ασχολούταν και αυτή με τις εργασίες και συμμετείχε στις παραπάνω συμφωνίες. Αυτό δεν γινόταν στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας, δεδομένου ότι η εταιρία δεν υπήρχε από το 2005, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ανάμιξη της εταιρίας αυτής.
Δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες έναντι των ανωτέρω οφειλόμενων ποσών κατέβαλαν κάποιο ποσό στους άνω ενάγοντες (πρώτη και δεύτερο). Πέραν του ότι οι εναγόμενες δεν προβάλλουν με ορισμένο τρόπο ισχυρισμό εξόφλησης, δεν προσκομίζεται κάποια σχετική απόδειξη, ούτε κατατέθηκε κάτι σχετικά. Στην από 15-2-2012 εξώδικη δήλωση που η πρώτη εναγομένη απηύθυνε προς την πρώτη ενάγουσα, σε απάντηση του από 5-9-2011 εξωδίκου της τελευταίας, δεν γίνεται αναφορά σε εξόφληση ή κάποια καταβολή, αλλά η πρώτη εναγομένη περιορίζεται σε άρνηση της απαίτησης, όπως προβλήθηκε (δηλαδή για το ποσό των 80000 ευρώ), αποδεχόμενη μόνο ότι το έργο είχε τιμολογηθεί στο ποσό των 16680,52 ευρώ (όσο ήταν η αξία των εκδοθέντων τιμολογίων), χωρίς να αναφέρει αν αυτό οφείλεται ή εξοφλήθηκε.
Ο δεύτερος ενάγων στην απολογία του ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ... ... ανέφερε ότι είχε λάβει από τον Γ. Μ. το ποσό 10000 ευρώ, καθώς και ακόμα 10000 από την κόρη του, χωρίς να προσκομίζεται κάποια απόδειξη και χωρίς να διευκρινίζεται αν τα ποσά αυτά αφορούσαν το έργο που είχε αναλάβει η εταιρία ή τις εργασίες που, κατά τα ανωτέρω, ανάλαβε ο ίδιος ατομικά ως αρχιτέκτονας.
Σε κάθε περίπτωση, με την τελική επιμέτρηση του έργου η - αξία του προσδιορίστηκε σε ποσό 87.451,50 ευρώ και μετά από έκπτωση στο ποσό των 80000 ευρώ, πλέον του ΦΠΑ ποσού 1652,52 ευρώ για τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από την πρώτη ενάγουσα, ήτοι συνολικά ποσό 81.652,52 ευρώ, στο οποίο συμφωνήθηκε ότι ανερχόταν η οφειλή των εναγομένων για το έργο που εκτέλεσε η πρώτη ενάγουσα.
Το ποσό αυτό εξακολουθεί να οφείλεται και συγκεκριμένα οφείλεται ποσό 28.045,22 ευρώ προς την πρώτη ενάγουσα και ποσό 53.607,30 ευρώ προς τον δεύτερο ενάγοντα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης και εν συνεχεία και την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που έκρινε όμοια.
Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 455, 460, 461 και 462 του Αστικού Κώδικα, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εκχώρησης ήτοι: α) η ύπαρξη απαίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων, αφορώσα αμοιβή της από τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση έργου, το ύψος της οποίας, ύστερα από επιμέτρηση του κόστους έργου, με το από 25-6-2008 έγγραφο που αποδέχθηκαν οι αναιρεσείουσες, υπολογίσθηκε στο ποσό των 87.451,50 ευρώ και κατόπιν έκπτωσης από την πλευρά της πρώτης αναιρεσίβλητης μειώθηκε στο ποσό των 80.000 ευρώ, πλέον του ΦΠΑ για τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από την πρώτη ενάγουσα, ήτοι συνολικά στο ποσό των 81.652,52 ευρώ, β) η συμφωνία μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης - μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και του μέλους αυτής δεύτερου αναιρεσίβλητου περί εκχώρησης σ' αυτόν μέρους της ως άνω απαίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης ποσού 53.607,30 ευρώ και η γ) η αναγγελία της ως άνω εκχώρησης στις οφειλέτριες - εναγόμενες, η οποία έλαβε χώρα με την επίδοση της ένδικης αγωγή.
Οι δε αιτιάσεις των αναιρεσειουσών περί εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 22, 23, 24, 32, 35, 41, 42, 45 του Ν.3190/1955 ως ήδη αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις του Ν.4541/2018, για τη διασφάλιση της περιουσίας της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, οι οποίες ορθά δεν εφαρμόσθηκαν, αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού η νομιμότητα ή μη της εκχώρησης από το νομικό πρόσωπο προς τον εταίρο αυτής αφορά τις εσωτερικές σχέσεις αυτών, οι οποίοι και μπορούν να την αμφισβητήσουν, και όχι εν προκειμένω τις οφειλέτριες - αναιρεσείουσες, οι οποίες δεν μπορούν να αρνηθούν την εκπλήρωση της υποχρέωσής τους για τον λόγο αυτό.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
Α) Ότι η ύπαρξη της απαίτησης της πρώτης ενάγουσας (πρώτης αναιρεσίβλητης) κατά των εναγομένων (αναιρεσειόντων) αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, μετά την παράδοση του έργου, οι εναγόμενες το παρέλαβαν και για την εξόφληση της οφειλής συνολικού ύψους 81.652,52 ευρώ αποδέχθηκαν επιταγές, τις οποίες, σε περίπτωση μη οφειλής εκ μέρους τους του ως άνω ποσού, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να τις αποδεχθούν, Β) Ότι η αναφορά που γίνεται στο από 5-9-2011 εξώδικο που η πρώτη ενάγουσα απηύθυνε προς τις εναγόμενες (και επιδόθηκε την 13-9-2011) σε οφειλόμενο προς την εταιρία ποσό 80.000 ευρώ, το οποίο ζητούσε να της καταβληθεί εντός πενθημέρου από την επίδοση αυτού, χωρίς μνεία για το ποσό που είχε εκχωρηθεί προς τον δεύτερο ενάγοντα, δεν αποδεικνύει ότι δεν έλαβε χώρα τέτοια εκχώρηση, ενόψει μάλιστα του ότι μέχρι την επίδοση του εξωδίκου δεν είχε αναγγελθεί (κατ' άρθρο 460 ΑΚ), η γενόμενη εκχώρηση, ώστε να συντελεστεί η αποξένωση της εταιρίας από το μέρος αυτής της συνολικής απαίτησης.
Γ) Η εκχώρηση μέρους αυτής της απαίτησης προς τον δεύτερο ενάγοντα ήταν διαφορετική συμφωνία, που αφορούσε στις σχέσεις της πρώτης ενάγουσας εταιρίας και του δεύτερου ενάγοντος και στον τρόπο καταβολής του ποσού αυτού, ότι δηλαδή στην εταιρία θα καταβαλλόταν ποσό 28.045,22 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο θα καταβαλλόταν στον δεύτερο ενάγοντα, όχι ως αμοιβή του αλλά λόγω της εκχώρησης.
Επομένως, οι, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ως προς την πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στις αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21/10/2021 αίτηση των Α. χήρας Γ. Μ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ.2398/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ....
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ