Legislator Case Law & Legislation
257/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to improper service of notice to absent defendant.

Case Number 257/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to postpone the hearing, ordering the case to proceed despite the absence of one defendant. The appellant argued the lower court ignored critical evidence, but the court found the appellate court had properly considered all submitted documents. Consequently, the appeal was dismissed as inadmissible due to the failure to legally summon the absent party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-3 and 577 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate as required, the court must verify if they were legally and timely summoned; if not, the hearing is declared inadmissible and the case is remitted for new summons.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure inadmissible appeal improper service of notice absence of party legal summons requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 paragraphs 1-3 and 577 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3, section 5, subsection d of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 257 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 257/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ζ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Πλατανίτη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ι. Λ. - Β. του Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κώτσο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/8/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5332/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 5177/2011 μη οριστική και 3838/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/6/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα ανέγνωσε την από 18/11/2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 22-6-2015 (652/29-6-2015) αίτηση για αναίρεση της 3838/23-4-2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, με τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (6-12-2021), ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Όπως προκύπτει από την 10083/20-9-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π. Γ., που προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου αυτής, με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και προσδιορισμένη ημερομηνία συζήτησής της ενώπιον αυτού του τμήματος (Α1) του Αρείου Πάγου, την 6η-12-2021, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων πρέπει να δικαστεί ερήμην, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών. Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564 και 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή και πρέπει, εντεύθεν, να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).

Σύμφωνα με το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. του ίδιου Κώδικα), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού).

Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις προκύπτει ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του.

Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνον ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.Α.Π. 812/1980, Α.Π. 149/2020, Α.Π. 1412/2019, Α.Π. 735/2009). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., όποιος, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφότερων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο, γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται:

α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η προερχόμενη είτε από ίδια πεποίθηση ή γνώμη είτε από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο.

Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό, το οποίο αξιολογείται, είναι το γεγονός, δηλαδή, οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός, που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε, ουσιαστικά, να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό, άλλως, μπορεί να αποτελούν εξύβριση, κατά το άρθρο 361 του Π.Κ.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α`-δ` του Π.Κ., το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις, που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ` και δ`). Η τελευταία αυτή διάταξη, για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, εφόσον αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της περιπτώσεως της παρ. 2 του άρθρου 367 του Π.Κ.), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π.

και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωση του προς αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ., δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης ή, όταν, από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή, πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 11/2017, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005, Α.Π. 40/2021, Α.Π. 38/2021, Α.Π. 14/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. O λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού, σχετικά με ουσιαστικό πραγματικό ισχυρισμό α) δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας), β) τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), γ) τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι, λόγω της πλημμέλειας αυτής, δεν μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 22/2021, Α.Π. 15/2021). Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί με ανεπαρκή.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ως αποδειχθέντα, διέλαβε τα ακόλουθα: "Το έτος 2005, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου διενεργούσε προκαταρκτική εξέταση σε βάρος του ενάγοντος, Α. Ζ. του Μ., διερευνώντας την τέλεση ή μη από τον τελευταίο πειθαρχικών αδικημάτων, που αφορούσαν ιδιαίτερα παρεμβάσεις του στο δικαιοδοτικό έργο συναδέλφων του δικαστικών λειτουργών σχετικά με ποινικές υποθέσεις, στις οποίες κατηγορούμενος ήταν ο επιχειρηματίας Κ.

Α. Οι εναγόμενοι, δικαστικοί λειτουργοί, κλήθηκαν ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Σ., να καταθέσουν όσα γνώριζαν σχετικώς. Συγκεκριμένα, η δεύτερη των εναγομένων, Ι. Λ.-Β. του Κ., η οποία, κατά το χρονικό διάστημα από 16-9-2000 έως 15-9-2004, ως Πρωτοδίκης, είχε υπηρετήσει ως Ανακρίτρια του 16ου τακτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών και στο πλαίσιο των καθηκόντων της αυτών διενήργησε κύρια ανάκριση για ποινική υπόθεση, που είχε εισαχθεί το μήνα Αύγουστο του έτους 2002, με κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, τον επιχειρηματία Κ.

Α. για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πρόκληση εκρήξεων, σε βαθμό κακουργήματος, σε βάρος του Η. Μ.. Ο δε πρώτος των εναγομένων, Ε. Τ. του Α., ως Πρόεδρος Πρωτοδικών, από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 έως το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004, υπηρετούσε στο Ποινικό Τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών, προεδρεύοντας συνθέσεως του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών.

Μεταξύ των υποθέσεων, τις οποίες υπό την ιδιότητά του αυτή χειρίστηκε, περιλαμβανόταν και η άρση της διαφωνίας που είχε ανακύψει μεταξύ της τότε ως άνω Ανακρίτριας του 16ου Ανακριτικού Τμήματος Αθηνών αναφορικά με την προσωρινή κράτηση ή μη του πιο πάνω κατηγορουμένου, το δε Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, του οποίου ο ίδιος προήδρευε, με το υπ' αριθμ. 222/15-1-2003 βούλευμά του ήρε τη διαφωνία αυτή υπέρ της άποψης του Εισαγγελέα, διατάσσοντας την προσωρινή κράτηση του εν λόγω κατηγορουμένου.

Υπό την άνω ιδιότητά του ως Προέδρου, εξάλλου, ο πρώτος των κατηγορουμένων συμμετείχε στη σύνθεση του άνω Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία εξέδωσε, στις 15-7-2004, τα υπ' αριθμ. 3289/2004 και 3290/2004 βουλεύματα, με τα οποία ήρθη η διαφωνία μεταξύ του Εισαγγελέα και του Ανακριτή του 12ου Ανακριτικού Τμήματος Αθηνών, ως προς την επιβολή ή μη προσωρινής κράτησης στους Γ.

και Δ. Τ., αντίστοιχα και δη υπέρ της άποψης του Εισαγγελέα, περί της επιβολής προσωρινής κράτησης. Εξεταζόμενοι οι εναγόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες, στις 21-6-2005, ενώπιον του άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου αναφορικά με τα ζητήματα, για τα οποία διενεργείτο η προκαταρκτική εξέταση, κατέθεσαν, ανάμεσα στ' άλλα και όσα παρακάτω αναφέρονται.

Ειδικότερα, η δεύτερη των εναγομένων, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι η δικηγόρος Αθηνών Τιτίκα Νικέα-Μουράτογλου, που από τις αρχές Μαρτίου 2003 είχε αναλάβει τα καθήκοντα της συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου Κ. Α. και επισκεπτόταν έκτοτε επανειλημμένα την ίδια στο ανακριτικό της γραφείο, προκειμένου να την πείσει για το δίκαιο και νόμιμο των διαφόρων αιτημάτων του εντολέα της, σε μία από τις επισκέψεις της αυτές της είπε εμπιστευτικά "Πρέπει να ξέρεις ότι όλη τη δικογραφία του Α.

την έχει στα χέρια του ο κ. Ζ.". Αναφερόμενη δε και σε μεταγενέστερη επίσκεψη της άνω συνηγόρου στο γραφείο της, η δεύτερη των εναγομένων κατέθεσε επί λέξει "... Σε άλλη επίσκεψή της περί τα μέσα Απριλίου 2003, πριν από το Πάσχα, μου είπε για άλλη μια φορά αυτά που ανέφερα πιο πάνω, τονίζοντας ότι την υπόθεση τη χειρίζεται ο κ.

Ζ. και ότι τόσο αυτός όσο και ο κ. Παπαντωνίου, δικηγόρος του Α., αλλά και ο Α.ς ψάχνουν προς όλες τις κατευθύνσεις για να βρουν στοιχεία, προκειμένου να κάνουν αναφορά σε βάρος μου...". Στην ίδια ένορκη κατάθεσή της, επίσης, η δεύτερη των εναγομένων αναφέρθηκε και σε διάλογο που είχε στις 11-9-2003 με το συνάδελφό της, Β.

Μ.... ο οποίος, το θέρος του έτους 2003 και δη στο τμήμα διακοπών υπηρετώντας στο Ποινικό Τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών και προεδρεύοντας συνθέσεως του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, χειρίστηκε υποθέσεις του άνω κατηγορουμένου. Ο τελευταίος, όπως κατέθεσε η δεύτερη των εναγομένων, της ανέφερε περί πιέσεων που δέχθηκαν από τον ενάγοντα υπέρ του άνω κατηγορουμένου, τόσο ο ίδιος όσο και η ορισθείσα ως Εισηγήτρια σχετικού βουλεύματος, τότε Πρωτοδίκης Ε.

Σ.. Περί του εν λόγω διαλόγου της με το Β. Μ., η δεύτερη των εναγομένων κατέθεσε επί λέξει τα εξής "... Στις 11 Σεπτεμβρίου 2003... κατέβηκα εσπευσμένα στο γραφείο... Σε συνάντηση που είχα εκείνη την ημέρα με τον κ. Μ., ο οποίος είχε προαχθεί σε Εφέτη και τακτοποιούσε απλώς εκκρεμότητές του στο Πρωτοδικείο, μου είπε τα ακόλουθα 'Το καλοκαίρι χειρίστηκα κι εγώ τις υποθέσεις του Α.

στο δεύτερο τμήμα διακοπών με εισηγήτρια την κα Σ.. Μέσω του κ. Μ., του συναδέλφου, δέχθηκα αφόρητες πιέσεις από τον κ. Ζ. υπέρ του κυρίου Α.. Εγώ του είπα να του διαμηνύσει ότι είναι θρασύς και να μας αφήσει ήσυχους να κάνουμε τη δουλειά μας'. Μου είπε επίσης ο κ. Μ.ς ότι πιέσεις είχε δεχθεί και η Εισηγήτρια κα Σ.

από τον κ. Ζ.". Ο πρώτος των εναγομένων, εξάλλου, σε σχέση με όσα είχαν υποπέσει στην αντίληψή του αναφορικά με την υπόθεση του άνω κατηγορουμένου, για την οποία η δεύτερη από αυτούς (εναγομένους) διενεργούσε κυρία ανάκριση, αναφέρθηκε σε διάλογο που είχαν μεταξύ τους, μετά την έκδοση του προαναφερόμενου βουλεύματος και κατά τον οποίο η τελευταία του αποκάλυψε ότι για την υπόθεση αυτή υποκρύπτεται ενδιαφέρον του ενάγοντος, το οποίο στηριζόταν σε εκκλησιαστικής φύσεως ευαισθησίες.

Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος των εναγομένων κατέθεσε σχετικώς... '... Μετά την έκδοση του βουλεύματος, πρέπει να ήταν Μάρτιος του 2003, η ανακρίτρια του 16ου Τμήματος, κ. Λ., ενώπιον της οποίας εκκρεμούσε η υπόθεση Α., μου είπε ότι πίσω από την υπόθεση είναι σε θέση να γνωρίζει από πληροφορίες της ότι κρύβεται ενδιαφέρον ανώτατου δικαστικού υπέρ του Α., το οποίο μάλιστα εστηρίζετο σε εκκλησιαστικές ευαισθησίες.

Κατάπληκτος ζήτησα να διευκρινίσει το όνομα και τι ευαισθησίες ήταν αυτές. Μου είπε ότι βρίσκονται στο ίδιο εκκλησιαστικό κύκλωμα (δεν θυμάμαι ακριβώς τη λέξη που χρησιμοποίησε, μπορεί να χρησιμοποίησε τη λέξη ομάδα) με τον Κ. Α. και το πρόσωπο αυτό, στην επίμονη ερώτησή μου, ποίο επιτέλους είναι, μου είπε ότι είναι ο κος Ζ., τότε Αρεοπαγίτης...'.

Στην ίδια κατάθεσή του, περαιτέρω, ο πρώτος των εναγομένων αναφέρθηκε και σε τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον ενάγοντα, αμέσως όταν εκδόθηκαν τα ανωτέρω βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, με Πρόεδρο της συνθέσεως τον ίδιο (πρώτο των εναγομένων), σε σχέση με την προσωρινή κράτηση των δύο αδελφών...

Τ.... Αναφερόμενος δε στο περιεχόμενο της τηλεφωνικής αυτής επικοινωνίας, ο πρώτος των εναγομένων κατέθεσε ότι ο ενάγων, με αυστηρό ύφος, τον επέκρινε για την κρίση του Συμβουλίου, θεωρώντας για τους λόγους που του ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί δεν έπρεπε να κρατηθούν προσωρινά, ενώ του ανέπτυξε τη θεωρητική άποψη ότι η ανθρώπινη ελευθερία είναι υπεράνω του νόμου.

Όσα ανωτέρω κατέθεσαν οι εναγόμενοι, ωστόσο, στις προαναφερόμενες ένορκες καταθέσεις τους και δη ως προς τα επίμαχα κατά την αγωγή γεγονότα, ανταποκρίνονται στην αλήθεια, ενώ ειδικώς για εκείνα που κατωτέρω στην οικεία θέση αναφέρονται, αν θεωρηθεί ότι αφορούν, είτε αμέσως είτε εμμέσως, σε συμβάντα του εξωτερικού κόσμου και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, οι τελευταίοι τα θεωρούσαν ως αληθή.

Σε σχέση με όσα κατέθεσε η δεύτερη των εναγομένων, ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι πράγματι η δικηγόρος Αθηνών Τιτίκα Νικέα-Μουράτογλου... στις δύο κατά τα ανωτέρω επισκέψεις της στο γραφείο της δεύτερης των εναγομένων... της ανέφερε όσα παραπάνω η εν λόγω εναγομένη διέλαβε στην πιο πάνω ένορκη κατάθεσή της και με τα οποία καταδεικνύεται ότι ο ενάγων, του οποίου η σύζυγος, Π.

Π., ως δικηγόρος, χειριζόταν αστικής φύσεως υποθέσεις του Κ. Α., όντως επεδείκνυε ενεργό ενδιαφέρον για την υπόθεση του τελευταίου ως κατηγορουμένου Κ. Α. και δυσφόρησε με την επιβολή προσωρινής κράτησης σε βάρος του τελευταίου... Περί όσων της είχε πει η δικηγόρος του Κ. Α., άλλωστε, η δεύτερη των εναγομένων είχε ενημερώσει και τον Πρόεδρο της σύνθεσης του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στην οποία μετείχε ως Ανακρίτρια και Πλημμελειοδίκης και δη τον πρώτο των εναγομένων, ενώ γνώση του περιστατικού έλαβε και έτερο μέλος της αυτής σύνθεσης και συγκεκριμένα ο Π.

Λ.... Ειδικώς δε όσον αφορά το ενεργό ενδιαφέρον του ενάγοντος για την υπόθεση του Κ. Α., αυτό καταδεικνύεται, μεταξύ άλλων και από το εξής: Μετά την έκδοση του άνω υπ' αριθμ. 222/15-10-2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ήρθη η διαφωνία μεταξύ Εισαγγελέως και 16ης Τακτικής Ανακρίτριας σε σχέση με την προσωρινή κράτηση του Κ.

Α., εκδόθηκαν από την Ανακρίτρια εντάλματα σύλληψης και προσωρινής κράτησης του εν λόγω κατηγορουμένου. Ο τελευταίος, ωστόσο, ουδέποτε υποβλήθηκε σε προσωρινή κράτηση, ενώ, στη συνέχεια, υπέβαλε αίτηση στην ίδια Ανακρίτρια για αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους. Προς υποστήριξη της αίτησής του αυτής παρενέβη ο ενάγων, ο οποίος, για το σκοπό αυτό...

επισκέφθηκε στο γραφείο του τον τότε Διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, Σ. Μ., στον οποίο, αφού τον ενημέρωσε ότι εκκρεμούσε στην κύρια ανάκριση μια σημαντική υπόθεση με κατηγορούμενο κάποιον Α., ανέφερε ότι πρόκειται για έντιμο άνθρωπο και μεγάλο επιχειρηματία, ο οποίος κακώς διώκεται και του ζήτησε να λάβει ο ίδιος γνώση της δικογραφίας, ώστε να έχει ιδία αντίληψη της υπόθεσης, λόγω της σοβαρότητάς της.

Ο Σ. Μ. του αντέταξε ότι δεν αναμειγνύεται στις υποθέσεις που χειρίζονται συνάδελφοί του, διαβίβασε όμως τηλεφωνικώς... στη δεύτερη των εναγομένων το ενδιαφέρον του ενάγοντος για την συγκεκριμένη υπόθεση, της δήλωσε δε ότι δεν επιθυμεί ο ίδιος να λάβει γνώση της όλης υπόθεσης και την παρακάλεσε, εάν ερωτηθεί από τον ενάγοντα αν αυτός είχε διαβάσει τη δικογραφία, να απαντήσει θετικά.

Τα ανωτέρω πειστικά και με σαφήνεια καταθέτει, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας, στις 22-6-2005 ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Σ. Μ., ο οποίος περαιτέρω αναφέρει και ότι το κλίμα που είχε διαμορφωθεί κατά τη συνάντησή του με τον ενάγοντα δεν ήταν ευχάριστο, ενώ τα αυτά επιβεβαιώνει ο ίδιος στις 6-2-2006, κατά την ένορκη εξέτασή του ως μάρτυρα ενώπιον του Επίκουρου Εφέτη Ανακριτή Ι.

Φ.. Στην προαναφερόμενη τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ αυτής και του Σ. Μ., επίσης, αναφέρθηκε, στην από 21-6-2005 ένορκη εξέτασή της ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και η δεύτερη των εναγομένων, καταθέτοντας ότι περί τον μήνα Απρίλιο του έτους 2003, της τηλεφώνησε στην οικία της ο τότε Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών...

Περαιτέρω, επειδή η δεύτερη των εναγομένων, ως Ανακρίτρια... απέρριψε νεώτερη αίτηση του Κ. Α., ο τελευταίος... προσέφυγε στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο, με Πρόεδρο τον ήδη Εφέτη Β. Μ. και Εισηγήτρια την τότε Πρωτοδίκη Ε. Σ., απέρριψε... την προσφυγή, για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος-προσφεύγων δεν είχε υποβληθεί προηγουμένως στην διαταχθείσα προσωρινή κράτηση.

Πριν όμως από την έκδοση αυτού του βουλεύματος, οι ανωτέρω Δικαστές δέχθηκαν συνεχείς και πιεστικές οχλήσεις, προκειμένου να δεχθούν την παραπάνω προσφυγή... Οι παρεμβάσεις προέρχονται από τον ενάγοντα και ασκήθηκαν στο μεν Πρόεδρο της σύνθεσης... Β. Μ., μέσω του Φίλιππου Μ...., στη δε Ε. Σ., μέσω του Ν. Μ.... Αντιλαμβανόμενος δε ο ενάγων ότι ο Φ.

Μ. δεν τα είχε εν τέλει μεταφέρει, ζήτησε από αυτόν να μεσολαβήσει, προκειμένου να συναντηθεί ο ίδιος (ενάγων) με το Β. Μ.. Ο τελευταίος, απαντώντας σχετικώς στον Φ. Μ., είπε σ' αυτόν ότι είχε πληροφορηθεί ότι ο ενάγων ενδιαφέρεται για την παραπάνω υπόθεση ότι δεν επιθυμούσε να γίνει οποιαδήποτε συνάντηση.

Επιπλέον, του είπε ότι 'έχει γίνει αφόρητη η κατάσταση με αυτόν τον κύριο' και 'να μας αφήσει ήσυχους να κάνουμε τη δουλειά μας'. Σε νέα δε τηλεφωνική επικοινωνία του Φιλίππου Μ. με το Β. Μ. για το ίδιο ζήτημα... ο δεύτερος, απαντώντας αγανακτισμένος, ζήτησε από τον πρώτο να πει στον ενάγοντα 'ότι είναι θρασύς'.

Το ενδιαφέρον του ενάγοντος για την έκβαση της συγκεκριμένης προσφυγής του Κ. Α., εξάλλου, μεταφέρθηκε και στην Εισηγήτρια Ε. Σ. και δη μέσω του τότε Πρωτοδίκη Ν. Μ., ο οποίος, σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της, της ανέφερε ότι για κάποια υπόθεση, που εκείνη είχε χρεωθεί, ενδιαφερόταν ο ενάγων, ο οποίος επιθυμούσε να την συναντήσει.

Η εν λόγω Εισηγήτρια απήντησε ότι δεν επιθυμούσε οποιαδήποτε εμπλοκή της σε τέτοιου είδους ζητήματα και ότι δεν ήθελε να συναντήσει κανέναν... ενώ στη συνέχεια... αναγκάστηκε πλέον να απενεργοποιήσει τη συσκευή του κινητού της τηλεφώνου. Όλα τα ανωτέρω περί παρεμβάσεων του ενάγοντος... επιβεβαιώνονται προεχόντως, μεταξύ των άλλων και από τις από 16-6-2005 και 17-6-2005 ένορκες καταθέσεις των ιδίων αυτών δικαστικών λειτουργών, αντίστοιχα, ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τις από 7-2-2006 και 8-2-2006 ένορκες καταθέσεις τους, αντίστοιχα, ενώπιον του Επίκουρου Ανακριτή - Εφέτη.

Ο ίδιος δε, δηλαδή ο Βασίλειος Μ.ς, συνεπώς, ήταν που απηύθυνε προς τον ενάγοντα, με τον ως άνω τρόπο, τη φράση ότι 'είναι θρασύς' και όχι η δεύτερη των εναγομένων, η οποία μετέφερε στην από 21-6-2005 κατάθεσή της αυτά που σχετικώς της είχε εμπιστευθεί... ο εν λόγω συνάδελφός της. Συνακόλουθα με όλα τα παραπάνω, εξάλλου, αληθή είναι και εκείνα που η δεύτερη των εναγομένων όντως είπε στον πρώτο από αυτούς σε μεταξύ τους διάλογο, το μήνα Μάρτιο 2003 και ο τελευταίος ανέφερε στην ένορκη εξέτασή του στις 21-6-2005, δηλαδή ότι για την υπόθεση του Κ.

Α., όπως ήταν σε θέση να γνωρίζει από πληροφορίες της, υποκρυπτόταν υπέρ του τελευταίου ενδιαφέρον ανώτατου δικαστικού λειτουργού, ο οποίος ήταν ο ενάγων... Περί τούτου, άλλωστε, δηλαδή, περί του ενδιαφέροντος του ενάγοντος για την υπόθεση του Κ. Α., η δεύτερη των εναγομένων είχε πληροφορήσει, σε σχετικές συζητήσεις και τον συνάδελφό της Π.

Λ., ο οποίος μετείχε στο ίδιο Συμβούλιο και ο οποίος, εξεταζόμενος ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει... Σε ό,τι αφορά δε... ότι το ενδιαφέρον του ενάγοντος για την υπόθεση του Κ. Α. στηριζόταν σε εκκλησιαστικές ευαισθησίες και, επεξηγώντας, μετά από σχετική ερώτηση του πρώτου των εναγομένων ότι αυτοί βρίσκονται στο ίδιο εκκλησιαστικό κύκλωμα ή ομάδα πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:

Σχέσεις του ενάγοντος με εκκλησιαστικό κύκλωμα ή ομάδα δεν αποδείχθηκαν και, συνεπώς, η σύνδεση του ενδιαφέροντός του, για την υπόθεση του Κ. Α., με εκκλησιαστικές του ευαισθησίες και συμμετοχή του σε εκκλησιαστικό κύκλωμα ή ομάδα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η αναφορά αυτή της δεύτερης των εναγομένων προς τον πρώτο από αυτούς, συνακόλουθα και η αναφορά του ιδίου κατά την ένορκη εξέτασή του στις 21-6-2005, ήταν επεξηγηματικής και αξιολογικής φύσεως έκφραση γνώμης, που αφορούσε στα αίτια του ενδιαφέροντος του ενάγοντος και όχι διηγηματική, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν ακόμη θεωρηθεί ότι στην αναφορά αυτή υποκρύπτονται, είτε αμέσως είτε εμμέσως, συμβάντα του εξωτερικού κόσμου και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία και δη συμμετοχή του ενάγοντος σε εκκλησιαστικό κύκλωμα ή ομάδα, από την οποία απέρρεε το ενδιαφέρον του για την υπόθεση του Κ.

Α., τόσο η δεύτερη όσο και ο πρώτος εναγόμενος πίστευαν ότι η εν λόγω αναφορά τους ήταν αληθής. Η κρίση δε αυτή ενισχύεται, μεταξύ άλλων και από όσα κατέθεσε σχετικώς, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η σύζυγος του πρώτου εναγομένου, επίσης δικαστική λειτουργός, Μ.

Κ. Η τελευταία, ειδικότερα, αναφερόμενη σε συζήτησή της με τη δικηγόρο του Κ. Α., Τιτίκα Νικέα-Μουράτογλου, κατέθεσε ότι η τελευταία... αφού της επιβεβαίωσε ότι για την υπόθεση του τότε πιο πάνω κατηγορουμένου υποκρυπτόταν το ενδιαφέρον του ενάγοντος, σε ερώτησή της για το πώς γνωρίζονταν ο ενάγων και ο Κωνσταντίνος Α.ς, της απήντησε ότι ανήκουν στους ίδιους θρησκευτικούς κύκλους καθώς είναι και οι δύο θρησκευόμενοι.

Επιπλέον... ο άνω μάρτυρας της δεύτερης των εναγομένων, Π. Λ., εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται σχετικώς, προκύπτει ότι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Α.ς διέδιδε, μέσω στοιχείων που είχε προσκομίσει σε οικείες δικογραφίες ότι είχε σχέσεις με κληρικούς υψηλά ιστάμενους στην εκκλησιαστική ιεραρχία...

Εξάλλου,... κατά το χρόνο που η δεύτερη των εναγομένων ανέφερε τα ανωτέρω στον πρώτο εναγόμενο, δεν είχε ακόμη αποκαλυφθεί οποιοδήποτε εκκλησιαστικό κύκλωμα ή ομάδα, το οποίο να σχετίζεται με δικαστικούς λειτουργούς και, συνεπώς, η συγκεκριμένη αναφορά της στηριζόταν μόνο σε όσα τότε, σύμφωνα με τα παραπάνω, είχε υπόψη της και δεν δύναται να συνδυαστεί με όσα αρνητικά ακολούθως προέκυψαν για τη δράση τέτοιων κυκλωμάτων ή ομάδων σε σχέση με το χώρο απονομής της δικαιοσύνης.

Τέλος, αποδεικνύεται ότι είναι αληθή όσα ο πρώτος των εναγομένων ισχυρίστηκε στην άνω, από 21-6-2005 ένορκη εξέτασή του, περί περιεχομένου του τηλεφωνήματος του ενάγοντος προς αυτόν, μετά την έκδοση βουλεύματος που αφορούσε την προσωρινή κράτηση των αδελφών Τ. και δη ότι ο ενάγων... του ανέπτυξε τη θεωρητική άποψη ότι η ανθρώπινη ελευθερία είναι υπεράνω του νόμου...

ο ενάγων τηλεφώνησε στον πρώτο των εναγομένων και, αφού τον επετίμησε με αυστηρό ύφος για την κρίση που το Συμβούλιο εξέφρασε... θεωρώντας για τους λόγους που του ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι δεν έπρεπε να κρατηθούν προσωρινά, του ανέπτυξε την άποψη ότι η ανθρώπινη ελευθερία είναι υπεράνω του νόμου...

τις νυχτερινές ώρες της ίδιας ως άνω ημέρας... ο ενάγων επικοινώνησε τηλεφωνικώς και με αυστηρό ύφος επιτίμησε και τον Εισηγητή της σύνθεσης του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών..., δηλαδή τον Κ. Κ.. Στον τελευταίο δε, δύο ή τρεις ημέρες πριν από την έκδοση των βουλευμάτων, ο ενάγων, συναντώντας τον τυχαία στο Πρωτοδικείο Αθηνών, του εξέφρασε τη γνώμη του για την ουσία της υπόθεσης, λέγοντάς του, ανάμεσα στ' άλλα, ότι οι ως άνω αδελφοί Τ.

δεν είχαν ευθύνη και ότι υπεύθυνος ήταν ο έτερος αδελφός τους, στον οποίο είχε επιβληθεί περιοριστικοί όροι... ο ενάγων δεν προέβη, όπως αβασίμως υποστηρίζει, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου τότε της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και δη επειδή μετά την έκδοση των βουλευμάτων για τους αδελφούς Τ. υπέβαλαν στην Ε.Δ.Ε.

δια του δικηγόρου τους αναφορά σε βάρος των μελών της σύνθεσης του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών... περαιτέρω δε και προκειμένου να ενημερωθεί δεόντως από τα μέλη της σύνθεσης και να δύναται να απαντήσει ο ίδιος ή, μέσω δελτίου τύπου σε σχετικά δημοσιεύματα. Και τούτο διότι η παραπάνω τηλεφωνική επικοινωνία...

δεν δικαιολογείτο από την τότε συνδικαλιστική ιδιότητα του ενάγοντος, αφού ούτε κάποια διάταξη νόμου ούτε από το καταστατικό της Ε.Δ.Ε. παρέχεται στα συνδικαλιστικά όργανά της η δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου στην άσκηση του δικαιοδοτικού έργου των συναδέλφων τους, ούτε, άλλωστε, είναι επιτρεπτή η έκφραση, στο πλαίσιο τέτοιου ελέγχου, έντονης αποδοκιμασίας για την άσκηση αυτού του έργου...

Επιπροσθέτως, η αναφορά του Δημητρίου Τ., την οποία ο ενάγων επικαλείται, πρωτοκολλήθηκε στην Ε.Δ.Ε., στις 20-7-2004, δηλαδή μετά την επίμαχη τηλεφωνική επικοινωνία του ενάγοντος με τον πρώτο των εναγομένων. Οι ανωτέρω ενέργειες του ενάγοντος... διαπιστώθηκαν και με την υπ' αριθμ. 1/2006 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου..., με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων άσκησε πράγματι αθέμιτες παρεμβάσεις στο δικαιοδοτικό έργο των άνω συναδέλφων του...

Με βάση όλα τα παραπάνω οι εναγόμενοι δεν τέλεσαν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ούτε, συνακόλουθα, μέσω αυτής, αδικοπραξία του ενάγοντος. Και τούτο, διότι ενώ για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος... απαιτείται, μεταξύ των άλλων, το γεγονός που ο δράστης ισχυρίζεται ή διαδίδει, να είναι ψευδές και ο τελευταίος να τελεί σε γνώση της αναλήθειας αυτής, εν προκειμένω οι προϋποθέσεις αυτές, κατά περίπτωση δεν συντρέχουν.

Ειδικότερα, όσα η δεύτερη των εναγομένων ισχυρίστηκε το μήνα Μάρτιο του έτους 2003 ενώπιον του πρώτου εναγομένου και αντιστοίχως ο τελευταίος κατέθεσε στην από 21-6-2005 ένορκη εξέτασή του... σε βάρος του ενάγοντος, πλην της αναφοράς τους σε εκκλησιαστικές ευαισθησίες του τελευταίου και σε συμμετοχή του σε εκκλησιαστικό κύκλωμα ή ομάδα με τον Κ.

Α., είναι αληθή και όχι ψευδή, ενώ αυτή ειδικώς η αναφορά της δεύτερης των εναγομένων προς τον πρώτο από αυτούς, συνακόλουθα και η αναφορά του τελευταίου κατά την ένορκη εξέτασή του στις 21-6-2005, ήταν επεξηγηματικής και αξιολογικής φύσεως έκφραση γνώμης και όχι διηγηματική, ενώ σε κάθε περίπτωση αμφότεροι οι εναγόμενοι δεν γνώριζαν την αναλήθεια της αναφοράς τους αυτής...

Αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος, περαιτέρω, δεν στοιχειοθετείται ούτε με τη μορφή της απλής δυσφήμησης, η οποία επίσης εν προκειμένω δεν τελέστηκε εναντίον του από τους εναγομένους. Και τούτο διότι ως προς μεν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν αληθή και τα οποία δεν αφορούν αποκλειστικά σε σχέσεις του οικογενειακού ή ιδιωτικού βίου που δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον, το αδίκημα αυτό δεν στοιχειοθετείται και η πράξη, από ποινική άποψη, θα παρέμενε ατιμώρητη, κατ' άρθρο 366 παρ.1 ΠΚ, ενώ, ως προς τα ίδια αυτά γεγονότα, που αποδείχθηκαν αναληθή, αλλά οι εναγόμενοι δεν γνώριζαν την αναλήθειά τους, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αυτής αίρεται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 367 παρ.1 ΠΚ.

Ειδικότερα... αμφότεροι οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ως μάρτυρες όσα ανωτέρω περιλαμβάνονται στις ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε εκπλήρωση του νομίμου καθήκοντός τους να καταθέσουν ως μάρτυρες αληθή, όσα δε εξέθεσαν κατά την ένορκη εξέτασή τους δεν υπερέβησαν στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για την άσκηση του εν λόγω καθήκοντος.

Επίσης όσα ανέφερε η δεύτερη από αυτούς ενώπιον του πρώτου, κατά τη μεταξύ τους συζήτηση το μήνα Μάρτιο του έτους 2003, τα ισχυρίστηκε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και δη ως Ανακρίτρια και προς ενημέρωση του Προέδρου της σύνθεσης, στην οποία και η ίδια μετείχε, για τη διαφύλαξη της αδιατάρακτης και αμερόληπτης άσκησης των δικαιοδοτικών καθηκόντων τους ως δικαστικών λειτουργών και της απονομής της δικαιοσύνης, η δε εξωτερίκευση αυτή αποτελούσε, με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο για την προστασία αυτού του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος.

Ως προς όλα τα επίμαχα γεγονότα πρέπει ακόμη να παρατηρηθεί ότι οι εναγόμενοι... ουδόλως παρακινήθηκαν από οποιοδήποτε συναίσθημα έχθρας ή εμπάθειας σε βάρος του ενάγοντος ούτε συνέδεσαν αυτόν με τις πειθαρχικές αναφορές που είχε υποβάλει εναντίον τους... ο Κ. Α... Άλλωστε, αμφότεροι οι εναγόμενοι απηλλάγησαν των πειθαρχικών κατηγοριών που, κατόπιν αναφορών του Κ.

Α., αποδόθηκαν σε βάρος τους... Και ναι μεν, περαιτέρω, ο ενάγων, απαντώντας στην άνω ένσταση των εναγομένων, υποστηρίζει... ότι οι εναγόμενοι, σε κάθε περίπτωση, ενήργησαν με ειδικό σκοπό να τον εξυβρίσουν, αναφερόμενοι μάλιστα στις θρησκευτικές του ευαισθησίες και σε συμμετοχή του σε δήθεν εκκλησιαστικά κυκλώματα ή ομάδες.

Ο ισχυρισμός αυτός... αποδεικνύεται αβάσιμη και πρέπει ν' απορριφθεί... καθώς ο τρόπος, με τον οποίο οι ενέργειές τους αυτές εκδηλώθηκαν, σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις, δεν υπερέβη το κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίο μέτρο για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση της σκέψης τους και δεν κατέτειναν ειδικώς στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης ή την περιφρόνηση του ενάγοντος, δηλαδή, δεν υφίστατο σκοπός εξύβρισης.

Ο εν λόγω σκοπός, εξάλλου, δεν συνάγεται, ειδικώς όσον αφορά τη δεύτερη των εναγομένων ούτε από τη φράση που περιελήφθη στην ένορκη κατάθεσή της και την οποία ο συνάδελφός της Βασίλειος Μ.ς είχε απευθύνει... στον ενάγοντα, διαμηνύοντάς του είναι 'είναι θρασύς'. Και τούτο, διότι στη φράση αυτή αναφέρθηκε η δεύτερη των εναγομένων, ανταποκρινόμενη στο καθήκον αληθείας της ως μάρτυρας και μη υπερβαίνοντας το κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίο μέτρο για την απόδοση όσων είχαν συμβεί, χωρίς περαιτέρω η ίδια να έχει εξυβριστικό σκοπό σε βάρος του ενάγοντος....

οι εναγόμενοι δεν τέλεσαν, με όσα περιέλαβαν στις επίμαχες ένορκες καταθέσεις τους, ούτε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος. Και τούτο, διότι, ενώ... για τη διάπραξη του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος απαιτείται τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή και εκείνος που καταθέτει να γνωρίζει, με την έννοια της βεβαιότητας, την αναλήθειά τους...".

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσία η αγωγή του. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που ήταν εφαρμοστέοι, στην προκειμένη περίπτωση και εφαρμόστηκαν και δικαιολογούν την υπαγωγή τους σ' αυτούς, ενώ, περαιτέρω, παραθέτοντας σαφή και ενδελεχή αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές παραδοχές, διέλαβε:

Ότι το κρίσιμο γεγονός, δηλαδή, όσα κατέθεσαν οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, δικαστικοί λειτουργοί, στις αντίστοιχες, από 21-6-2005, ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Γ. Σ. -ο οποίος διενεργούσε, με εντολή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκαταρκτική εξέταση σχετικά με το αν ο ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, τότε Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, είχε επιδείξει πιεστικό ενδιαφέρον για την εξέλιξη της ποινικής υπόθεσης σε βάρος του τότε κατηγορουμένου, Κ.

Α. και ανεπίτρεπτη για δικαστικό λειτουργό παρέμβαση στο δικαιοδοτικό έργο συναδέλφων του, που χειρίζονταν τη συγκεκριμένη υπόθεση, στο στάδιο της κυρίας ανάκρισης, ώστε να επιτύχει ευμενή γι' αυτόν μεταχείριση, ήτοι να αποφευχθεί η προσωρινή κράτησή του- ήταν απολύτως αληθή και εισφέρθηκαν απ' αυτούς, στα πλαίσια του καθήκοντος αληθείας, που όφειλαν ως εξετασθέντες μάρτυρες και της υποχρέωσής τους να προασπίζονται έναντι παντός την αδιατάρακτη και αμερόληπτη άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων τους, αλλά και του δικαιοδοτικού έργου των δικαστικών οργάνων, στα οποία υπηρετούσαν και χειρίζονταν τις σχετικές υποθέσεις και να αποκρούουν τις έξωθεν παρεμβάσεις από οποιονδήποτε και αν προέρχονται και υπό οποιαδήποτε πρόφαση ή επίφαση και αν επιχειρούνται, χωρίς να διακατέχονται από εμπάθεια για τον ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, με τον οποίο ουδέποτε, μέχρι τότε και για οποιονδήποτε λόγο, είχαν έλθει σε αντιπαράθεση και χωρίς να διακατέχονται από πρόθεση δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως τούτου.

Ότι, εξάλλου, ο ήδη αναιρεσείων ενήργησε παρόμοια, επιδεικνύοντας αθέμιτο για το λειτούργημά του ενδιαφέρον και σε άλλη ποινική υπόθεση, που εκκρεμούσε, επίσης, στο στάδιο της κυρίας ανάκρισης, σε βάρος των (τότε) κατηγορουμένων-αδελφών Τ., επιχειρώντας -πλην ανεπιτυχώς- να παρέμβει στη δικαστική κρίση συναδέλφων του, επεμβαίνοντας πιεστικά στο δικαιοδοτικό τους έργο και επικρίνοντάς τους για την κρίση τους, υπεραμυνόμενος, ως μη όφειλε, σε αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις, της αθωότητας των ως άνω κατηγορουμένων, ως εάν ήταν συνήγορος υπεράσπισής τους, ενεργώντας έτσι αθεμίτως, καταχρώμενος της ιδιότητάς του ως ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού και Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και χωρίς να έχει δικαίωμα ή δικαιοδοσία να προβεί σε οποιονδήποτε έλεγχο των συναδέλφων του, πολλώ δε μάλλον στον έλεγχο της ουσιαστικής τους κρίσης.

Ότι η εκ μέρους της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ενημέρωση του πρώτου εξ αυτών και άλλων μελών του Δικαστικού Συμβουλίου για το 'ενδιαφέρον', που επεδείκνυε ο ήδη αναιρεσείων, αποτελούσε οφειλόμενη ενέργεια προστασίας της αδιατάρακτης από παρεμβάσεις τρίτων λειτουργίας του ως άνω οργάνου και του κύρους του δικαστικού του έργου στη συγκεκριμένη υπόθεση (με κατηγορούμενο τον Κ.

Α.) και όχι επέμβαση στη δίκαιη κρίση του, στην οποία αυτός, παραβαίνοντας τα καθήκοντά του, επιχείρησε να επέμβει, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση συναδέλφων του και δικαστικών οργάνων προς όφελος κατηγορουμένων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ωσαύτως, με σαφή και διεξοδική αιτιολογία, ότι η εκ μέρους των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων αναφορά ότι το ενδιαφέρον του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για τον ανωτέρω κατηγορούμενο (Κ.

Α.) οφειλόταν στις κοινές εκκλησιαστικές τους ευαισθησίες και στη συμμετοχή αμφοτέρων σε 'εκκλησιαστικό κύκλωμα' ή 'ομάδα', δεν ανταποκρινόταν μεν στην αλήθεια, πλην όμως, η αναφορά αυτή αποτελεί απλή έκφραση γνώμης των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, άσχετη με το κύριο γεγονός, που αφορούσε στις ως άνω αθέμιτες ενέργειες του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.

Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο ότι η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων έκφραση γνώμης σχετικά με τις συνθήκες γνωριμίας και σύνδεσης των δύο ατόμων, ήτοι του ήδη αναιρεσείοντος και του τότε κατηγορουμένου, Κ. Α., δεν υπέκρυπτε καθεαυτή, αμέσως ή εμμέσως, αναφορά σε συμβάντα και απαξιωτικές ενέργειες, όπως αυτός αιτιάται αβασίμως στους οικείους (πρώτο και δεύτερο) λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, συνεπώς, δεν είναι ικανή ή πρόσφορη να προκαλέσει εσφαλμένες εντυπώσεις, προσβάλλοντας εκφάνσεις της προσωπικότητάς του, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν είχαν γίνει γνωστά τα εκ των υστέρων αποκαλυφθέντα περί παραδικαστικών και παραεκκλησιαστικών κυκλωμάτων, που επιχειρούσαν να χειραγωγήσουν δικαστικούς λειτουργούς.

Συνακόλουθα, η κρίση, που εξέφερε η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων προς τον πρώτο εξ αυτών, σχετικά με τις συνθήκες, υπό τις οποίες γνωρίστηκαν ο αναιρεσείων και ο τότε κατηγορούμενος, Κωνσταντίνος Α.ς, δεν συνιστά ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν αποτελεί εξύβριση.

Σε κάθε, όμως περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι, κατά τις ίδιες παραδοχές, δεν είχαν σκοπό εξύβρισης του ήδη αναιρεσείοντος Συνεπώς, τυγχάνουν αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, όπως διατυπώνονται στους δύο πρώτους λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

και συγκεκριμένα, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57-59, 914, 920, 932, 298, 299 και 932 του Α.Κ., σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 στοιχ. γ' του Π.Κ. Πρέπει, εντεύθεν, να απορριφθούν οι πρώτος και δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008).

Για να είναι νόμιμη η επίκληση, πρέπει να γίνει με τις προτάσεις, που κατατίθενται εμπρόθεσμα στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση ή με αναφορά στις προτάσεις αυτές συγκεκριμένων μερών προτάσεων προηγούμενης συζήτησης (ή των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου).

Από τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.1 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, στην κατ' έφεση δίκη, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 528 του ίδιου Κώδικα, οι προτάσεις κατατίθενται και προσκομίζονται τα επικαλούμενα μ' αυτές αποδεικτικά μέσα έως την έναρξη της συζήτησης, μετά την οποία και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης ημέρας, κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, μόνο, όμως, για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρίστηκαν στα πρακτικά ή περιέχονται στις προτάσεις.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το αποδεικτικό μέσο, που λήφθηκε υπόψη, χωρίς να γίνει νόμιμη επίκλησή του, περιέχεται σε άλλο αποδεικτικό μέσο, το οποίο νόμιμα προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως. Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή παράθεση ποίων αποδεικτικών μέσων χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.

Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 500/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως και δη α) το 1945/2005 βούλευμα, που αποφάνθηκε για τη δήλωση αποχής του τότε Πρωτοδίκη Ν. Μ., λόγω των στενών φιλικών σχέσεών του με τον κατηγορούμενο Κ.

Α., β) περικοπές των καταθέσεων του Φίλιππου Μ., γ) τις από 21-6-2005 ένορκες καταθέσεις των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τις από 16-2-2006 και 6-2-2006 ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Επίκουρου Ανακριτή Εφέτη Ί. Φ., στην τελευταία εκ των οποίων ο πρώτος αναιρεσίβλητος επιχειρεί να ανασκευάσει όσα είχε καταθέσει σε βάρος του και δ) τις 5227/2012, 8161/2008, 8161/2008 οριστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και τις 4364/2013 και 5040/2013 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντίστοιχα, που εκδόθηκαν μεταξύ αυτού και άλλων προσώπων, από τις οποίες προκύπτει ότι υπήρξε θύμα συκοφαντικών επιθέσεων από τα ΜΜΕ.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον τόσον από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επίσης επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ακόμη και όσα προσκομίστηκαν, το πρώτο, στην κατ' έφεση δίκη, όσον και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως παραληφθέντα, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) Δικαστικά έξοδα δεν διαλαμβάνονται, καθόσον η μεν πρώτη των αναιρεσιβλήτων δεν κατέθεσε προτάσεις ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα για να καταχωριστεί στα πρακτικά, ο δε δεύτερος εξ αυτών δεν παραστάθηκε στη δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-6-2015 (652/29-6-2015) αίτηση του Α. Ζ. του Μ. για αναίρεση της 3838/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ