Legislator Case Law & Legislation
257/2019 AI generated

257/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 257/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η από 1-2-2018 (με αριθμό κατάθεσης 6/2018 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, και κατά της 25/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί των ασκηθεισών εφέσεως και αντεφέσεως από τα διάδικα μέρη κατά της 523/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 27-12-2013 αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).

Legislator headnote

AI generated

257/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2.

Keywords

AI generated
fixed-term work employment in the public service duties of civil servants long-term unemployment employment subject to social contributions posted workers detachment
AI generated
1455/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
2028/2025
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
1010/2018
Η νοµική αοριστία της αγωγής συνδέεται µε τη νοµική εκτίµηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόµο προς θεµελίωση του ασκούμενου δικαιώµατος για να κρίνει νόµιµη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
1618/2018
Κατά τα άρθρα 94 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ, οι διάδικοι στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν αποδεικνύεται κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που έγιναν προηγουμένως.
275/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 257 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 257/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2)Λ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 3)Α. Υ. του Τ., κατοίκου ..., 4)Ι. Φ. του Π., κατοίκου ..., 5)Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 6)Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 7)Ε. Χ. του Θ., κατοίκου ..., 8)Ι. Χ. του Β., κατοίκου ... και 9)Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο - Χαραλάμπο Καλαματιανό, ο οποίος ανακάλεσε την από 22/10/2018 δήλωση του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2504/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 132/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/1/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 1-2-2018 (με αριθμό κατάθεσης 6/2018 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, και κατά της 25/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί των ασκηθεισών εφέσεως και αντεφέσεως από τα διάδικα μέρη κατά της 523/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 27-12-2013 αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ

2. Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 (ΦΕΚ Α` 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ.7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.

Επίσης, στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2.

Νόμος ορίζει, επίσης, τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ` Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους, σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες (που διατυπώθηκαν το πρώτο με τις διατάξεις του ν. 2190/1994) υπάγεται ενόψει της πιο πάνω διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παρ.3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Εξ άλλου, η Οδηγία 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - μέλη όφειλαν μέχρι την 10-7-2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές τους νομοθεσίες και ειδικότερα η ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής αφορά σε ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Η προσαρμογή της ημεδαπής έννομης τάξης στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερημένα, με το π.δ. 81/2-4-2003 για τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα και με το π.δ. 164/19-7-2004 για τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του τελευταίου π.δ. ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής σύμβασης συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.

Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που τη δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως απ` αυτήν. 4. Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επόμενου άρθρου".

Ως κύρωση για την περίπτωση της, κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού π.δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους (παρ.1), ενώ κατά την παρ.2 αυτού "Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται" (εδ.

α`). Εξάλλου, ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ κατά τον οποίο, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου, όπως και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων κατ` αυτών από σχέση εργασίας και ειδικότερα στις περιπτώσεις άκυρης πρόσληψης υπαλλήλου ή ανάθεσης σε αυτόν καθηκόντων αλλότριων του κλάδου, στον οποίο έχει προσληφθεί.

Και αυτό διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 του Συντάγματος, απαγορεύεται η πρόσληψη υπαλλήλου σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, δηλαδή η πρόσληψη σε μη νομοθετημένη θέση, συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης και συνακόλουθα συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας, που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο.

Η απαγόρευση του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως μίας ενιαίας σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι διαφορετικό ζήτημα από την αναγνώριση του δικαιώματος του εργαζομένου, που έχει απασχοληθεί πραγματικά σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, επί των νομίμων αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε εάν η σύμβαση ήταν έγκυρη και οι οποίες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ.

α` του π.δ.164/2004 οφείλονται σ` αυτόν ως απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο εργοδότης αποφεύγοντας να απασχολήσει με έγκυρη σύμβαση, για την ίδια εργασία, έτερο πρόσωπο με τα ίδια προσόντα (ΑΠ 142/2016, ΑΠ 278/2015). Βεβαίως, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν.1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν.539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1996), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 12-10-2009 αγωγή, εξέθεταν ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου που συνήψαν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, πλην του έκτου που συνήψε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, προσλήφθηκαν από τον 1ο έως τον 4ο και από τον 7ο έως τον 9ο την 18-7-2005, η 5η την 28-6-2005 και ο 6ος την 25-10-2004, ως διοικητικοί υπάλληλοι οι 1ος έως και 7ος εξ αυτών, και ως εργάτες ΥΕ οι 8ος και 9ος στην διεύθυνση κρατικών λαχείων, καλύπτοντας με την παροχή της εργασίας τους, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, και ότι προσχηματικά αναφερόταν στις εν λόγω συμβάσεις ότι επρόκειτο για συμβάσεις έργου, αφού λόγω της φύσης, του είδους και του σκοπού της εργασίας τους, αλλά και των συνθηκών λειτουργίας της Υπηρεσίας Διεύθυνσης Κρατικών Λαχείων, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον αυτοί τελούσαν υπό τον έλεγχο, τις οδηγίες και την εποπτεία των προϊσταμένων του αναιρεσιβλήτου και τον υπ'αυτών καθορισμό του τόπου, του χρόνου, του είδους και του τρόπου παροχής των υπηρεσιών τους, και ότι μετά την λήξη των τελευταίων συμβάσεών τους την 31-7-2009, αρνείται το εναγόμενο να αποδεχθεί την παροχή των υπηρεσιών τους.

Ότι δεν τους καταβλήθηκαν οι δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 1-8-2008 έως 31-7-2009 με τα ανάλογα επιδόματα ύψους 20.661,7 ευρώ. Ότι με βάση τα ανωτέρω και την επίκληση ότι στην πραγματικότητα η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σύμβαση είναι αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι της συμβάσεως έργου ζήτησαν α)να αναγνωριστεί ότι έκαστος συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ενώ κατ'επίφαση ονομάστηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο συμβάσεις έργου, πλην του 6ου που ονομάστηκε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με σκοπό την καταστρατήγιση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, β) ότι είναι άκυρη η από 31-7-2009 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από το εναγόμενο, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασίας τους καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές, και δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τις δεδουλευμένες αποδοχές και τα επιδόματα ύψους 20.661,7 ευρώ του άνω χρονικού διαστήματος σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας επικαλούμενοι το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, τις διατάξεις της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και του π.δ. 164/2004, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2504/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματα της αγωγής 1) να αναγνωριστεί ότι η συνδέουσα τους ενάγοντες με το εναγόμενο σχέση είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 2)να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους καθώς και 3)να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασίας τους με την αιτιολογία ότι σύμφωνα με τις μείζονες σκέψεις της δεν καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, ακόμη και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για την σύναψη τέτοιων συμβάσεων χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του ν. 2190/1994 και κατά παρέκκλιση της θεσπιζομένης από το νόμο διαδικασίας επιλογής προσωπικού από τον ΑΣΕΠ και της ρητής απαγόρευσης του άρθρου 103 του Συντάγματος, ούτε ότι είναι δυνατή η μετατροπή τους ακόμη και με βάση την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου.

Περαιτέρω, έκρινε νόμιμο το αίτημα περί καταβολής των αιτουμένων δεδουλευμένων αποδοχών και λοιπών επιδομάτων των εναγόντων, ως στηριζόμενο λόγω ακυρότητας της σύμβασης έργου και υπάρχουσας εν προκειμένω απλής σχέσης εργασίας, στα άρθρα 5 και 7 του π.δ. 164/2004, 648 επ. ΑΚ και στην συνέχεια το έκανε δεκτό ως και κατ'ουσίαν βάσιμο και επεδίκασε σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 19.500 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι διάδικοι αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, η οποία δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι νομικά αβάσιμη ως προς όλα τα αιτήματά της. Ειδικότερα, το Εφετείο από την επισκόπηση της απόφασης δέχθηκε τα ακόλουθα: Η αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολο της ως μη νόμιμη, διότι όλοι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17-4-2001), σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται η μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού και η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, ούτε είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ' ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαγνωστική διαδικασία ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.

Επίσης στις συμβάσεις αυτές υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920, το οποίο, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος αυτού.

Στο άρθρο 6 παρ. 1 και 6 του Ν. 2527/1997 καθορίζεται ο τρόπος και οι προϋποθέσεις για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα καθώς και τους ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών με φυσικά πρόσωπα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ. Από τις διατάξεις αυτές και κυρίως του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1, συνάγεται ότι η σύμβαση μίσθωσης έργου, η οποία συνάπτεται κατά το άρθρο 6 του ανωτέρω νόμου, έχει πάντοτε κατά την ανωτέρω ρητή νομοθετική επιταγή, το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου έστω και αν ο συμβασιούχος παρέχει στην πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία, στα πλαίσια της οποίας καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντισυμβαλλομένου του και εφόσον ο νόμος δεν επιτρέπει διαφορετικά νομικό χαρακτηρισμό της ανωτέρω σύμβασης έργου, δεν είναι δυνατόν να τεθεί θέμα εκτίμησης αυτής ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Επίσης όταν απαγορεύεται από το νόμο η μετατροπή της εγκύρως συναπτόμενης σύμβασης μίσθωσης έργου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν είναι δυνατός και ο χαρακτηρισμός αυτής ως έγκυρης ή άκυρης σύμβασης εργασίας, αφού δεν είναι νομικώς δυνατό η ίδια έννομη σχέση να χαρακτηρίζεται αναγκαίως (κατά νομοθετική επιταγή) ως σύμβαση μίσθωσης έργου και, παραλλήλως, να θεωρείται ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1994, ορίζεται ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 του νόμου αυτού μπορούν να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, προϋποθέσεις και τη διαδικασία των διατάξεων του νόμου αυτού και ότι η διαρκεία της απασχόλησης του εν λόγω προσωπικού δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, καθώς και ότι η παράταση ή η σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή η μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες.

Οι παραπάνω διατάξεις, που θέτουν τους ως άνω περιορισμούς, ως προς τη σύναψη και τη διάρκεια των εν λόγω συμβάσεων εργασίας, με ποινή ακυρότητας αυτών, χαρακτηρίζονται ως αναγκαστικού δικαίου, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του κεφαλαίου Γ' του παραπάνω νόμου (που φέρει τον τίτλο "Σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα"), στο οποίο εντάσσονται, καθώς και από τον πρόδηλο σκοπό του νόμου αυτού [βλ.

Ολομέλεια ΑΣΕΠ 19/1994 ΕΕργΔ 54 (1995).54]. Στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου του παραπάνω νόμου (άρθρο 21 Ν. 2190/1994) ορίζεται ότι τα όργανα που διενεργούν την εκκαθάριση των αποδοχών, υποχρεούνται να παύσουν την καταβολή των αποδοχών του προσωπικού, που συμπλήρωσε την ως άνω νόμιμη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται σε αυτά οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και απειλούνται ποινικές κυρώσεις κατά των αρμοδίων, για την περίπτωση παράβασης των διατάξεων που ρυθμίζουν τη σχέση εργασίας του ως άνω προσωπικού (παράβαση καθήκοντος άρθρο 259 ΠΚ), ενώ ακόμη προβλέπεται υποχρεωτική παραπομπή στην αρμόδια πειθαρχική διαδικασία και η εργασία, που προσφέρεται κατά παράβαση των διατάξεων αυτών απαγορεύεται απόλυτα από το νόμο και ως τέτοια δεν δημιουργεί καμιά αξίωση αμοιβής, αφού σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι έγκυρη και ειδικότερα δεν δημιουργεί αξίωση ούτε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού τέτοιος πλουτισμός δεν προκύπτει για τον εργοδότη (Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ), ενόψει του ότι αυτός (εργοδότης) στη θέση του, παρά τις άνω διατάξεις, διατηρηθέντος προσωπικού, δεν θα προσελάμβανε άλλο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας και δεν θα υποβαλλόταν έτσι αναγκαίος στις δαπάνες αμοιβής του (μισθούς κλπ.) με αντίστοιχη ωφέλεια, αφού μάλιστα ρητά προβλέπεται από το νόμο ότι τα καταβληθέντα στο προσωπικό αυτό που διατηρείται παράνομα, ποσά, καταλογίζονται σε βάρος των αρμοδίων για την εκκαθάριση των αποδοχών τους οργάνων.

Συνακόλουθα δεν προκύπτει η υποχρεωτική πρόσληψη άλλου προσωπικού, την οποία (πρόσληψη) να κατέστησε περιττή η προσφορά των υπηρεσιών των εναγόντων, με αποτέλεσμα την αποφυγή της σχετικής δαπάνης από το Ελληνικό Δημόσιο και τον εντεύθεν αδικαιολόγητο πλουτισμό του. Με βάση τα άνω μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα είναι η αγωγή και κατά την επικουρική βάση αυτής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση στους ενάγοντες των δεδουλευμένων αποδοχών τους για την απασχόληση τους και μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, όπως και το αίτημα για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας, εφόσον οι τελευταίοι δεν συνδέονταν, κατά τα ως άνω, με το Ελληνικό Δημόσιο με έγκυρη ή άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά τα αιτήματα με τα οποία ζητήθηκε ν' αναγνωριστεί ότι η σχέση που συνδέει τους ενάγοντες με το εναγόμενο είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι είναι άκυρη η από μέρους του τελευταίου καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, καθώς και να υποχρεωθεί αυτό ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το μοναδικό λόγο της έφεσης των εναγόντων κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η έφεση αυτή στο σύνολο της.

Περαιτέρω, όμως με το να δεχθεί ως νόμιμο το αίτημα περί επιδίκασης στους ενάγοντες των δεδουλευμένων αποδοχών τους για την απασχόληση τους και μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης, καθώς και των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο ακολούθως δέχθηκε και ως εν μέρει βάσιμο κατ' ουσίαν, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφού απέρριψε την έφεση των εναγόντων, έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος που η αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή και είχαν επιδικαστεί στους ενάγοντες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 παρ. 2 εδ.

α' του π.δ 164/2004 τα αναφερόμενα σ` αυτή χρηματικά ποσά για το ρηθέν χρονικό διάστημα, κατά το οποίο προσέφεραν, υπό άκυρη σύμβαση, πραγματικώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο και στην συνέχεια απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της.

4. Α. Με την παραδοχή του το Εφετείο, ότι οι ένδικες συμβάσεις των εναγόντων έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου δεν μπορούν ούτε κατ'ορθό χαρακτηρισμό από το Δικαστήριο να θεωρηθούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι έλαβαν χώρα (οι συμβάσεις και προσλήψεις ταυτόχρονα) μετά την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17-4-2001), και των διατάξεων του π.δ 164/2004, σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται η μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού και η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, καθώς και ότι δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ' ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαγνωστική διαδικασία ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου και ότι υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920, το οποίο, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος αυτού, δεν παραβίασε κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη της πλειοψηφίας, ήτοι τεσσάρων μελών αυτού και συγκεκριμένα της Πηνελόπης Ζωντανού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Θεοδώρου Τζανάκη, Νικολάου Πιπιλίγκα, Αντιγόνης Καραΐσκου-Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγιτών, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 2 μείζονα σκέψη, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις άνω διατάξεις, και ορθά δεν εφάρμοσε την μη ευρίσκουσα έδαφος εφαρμογής διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920.

Ένα μέλος του Δικαστηρίου και δη ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης, έχει την ακόλουθη γνώμη: Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚπολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).Με την κοινοτική οδηγία 1999/70/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο την οποία συνήψαν, στις 18-3-1999, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα ... (κωδ. ...

επ.), καταλαμβάνει και το δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθορίζονται ως βασικοί στόχοι: α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κ.λ.π. (ρήτρα 4) και β) η λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου, (βλ.

ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, ως προς την παραπάνω Οδηγία πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:Κατά το άρθρο 1 της Οδηγίας 1999/70, αυτή αποσκοπεί στην "υλοποίηση της συμφωνίας- πλαισίου [...], η οποία συνήφθη [...] μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (...". Κατά τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σκοπός της συμφωνίας;-πλαισίου είναι, αφενός, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, αφετέρου, η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση, που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.Η ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Πεδίο εφαρμογής", προβλέπει στο σημείο της 1 τα εξής: "Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος." Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου, που τιτλοφορείται "Ορισμοί", προβλέπει τα εξής: "Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας: 1.

ως "εργαζόμενος ορισμένου χρόνου" νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος• 2.

ως "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων [...]".Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης", προβλέπει στο σημείο της 1: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.".

Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει, γενικώς και απεριφράστως, οποιαδήποτε μη αντικειμενικώς δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως. Έτσι, το περιεχόμενο της είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορούν να την επικαλεστούν οι ιδιώτες και να την εφαρμόσει το δικαστήριο (βλ.απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, ..., σκέψη 24, βλ.

Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 R. M. G. G., A. M. I. T. C. O. U. X. G.). Εξάλλου, η απερίφραστη απαγόρευση την οποία επιβάλλει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου δεν απαιτεί την έκδοση άλλης πράξεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ενώ ουδόλως παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια, κατά τη μεταφορά της ως άνω διατάξεως στο εσωτερικό δίκαιο, να εξαρτήσουν από προϋποθέσεις ή να περιορίσουν την έκταση της απαγορεύσεως που επιβάλλει όσον αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως (βλ.Απόφαση της 22.10.201Θ, συν.

υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 R. M. G. G., A. M. I. T. C. O. U. X. G.). Υπενθυμίζεται ότι, βάσει της ρήτρας 1, στοιχείο α' , της συμφωνίας-πλαισίου, ένας από τους σκοπούς της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ομοίως, η συμφωνία-πλαίσιο, όπως διευκρινίζεται στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της, "αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις".

Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70 επισημαίνει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου διά του καθορισμού ελάχιστων προδιαγραφών που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G.

G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 47- διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 29, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 34). Κατόπιν αυτών, σκοπός της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου είναι να εφαρμόσει την εν λόγω αρχή στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια σχέση εργασίας από τον εργοδότη προκειμένου να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D.

C. A., C- 307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37- της >22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 48 διατάζεις της 18ηςΜαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 30, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C- 556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 35). Επομένως δεδομένων των επιδιωκόμενων από τη συμφωνία-πλαίσιο σκοπών, η ρήτρα της 4 πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D.

C. A., C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 38- της 22αςΔεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 49- διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 31, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C- 556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 36).Περαιτέρω, η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης", ορίζει στο σημείο της 1: "Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη ' χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/ και κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:

α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ".Η ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο .Διατάξεις εφαρμογής "1.

Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζομένους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας. 2. Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει άλλες ειδικότερες κοινοτικές διατάξεις και ιδιαίτερα τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν την ίση μεταχείριση και τις ίσες ευκαιρίες ανδρών και γυναικών. 3.

Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία...." Συνεπώς, από τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαίσιο προκύπτει ότι η θέση σε εφαρμογή της συμφωνίας αυτής δεν μπορεί να αποτελεί για τα κράτη μέλη έγκυρη αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων που παρεχόταν προηγουμένως στην εσωτερική έννομη τάξη στον τομέα που καλύπτεται από την εν λόγω συμφωνία.

Η λέξη "εφαρμογή", που χρησιμοποιείται χωρίς άλλη διευκρίνιση στη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας- πλαίσιο, δεν μπορεί να αφορά μόνο την αρχική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 1999/70 και, ιδίως, του παραρτήματος της που περιέχει τη συμφωνία-πλαίσιο, αλλά πρέπει να καλύπτει κάθε εθνικό μέτρο που αποσκοπεί στο να εγγυηθεί τη δυνατότητα επιτεύξεως του επιδιωκομένου από την οδηγία σκοπού, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων τα οποία, μετά την κυρίως ειπείν μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, συμπληρώνουν ή τροποποιούν τους ήδη θεσπισθέντες εθνικούς κανόνες (βλ.

Δ ΕΚ 0144/2004 ΊΝΠ Νόμος).Εξάλλου, όπως προκύπτει από το γράμμα της ρήτρας 2, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας αυτής ορίζεται κατά τρόπο ευρύ, με αναφορά γενικώς στους "εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος".

Επιπλέον, ο ορισμός της έννοιας των "εργαζομένων ορισμένου χρόνου", κατά τη συμφωνία- πλαίσιο, όπως διατυπώνεται στη ρήτρα 3, σημείο 1, της συμφωνίας αυτής, καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να κάνει διάκριση ανάλογα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του εργοδότη με τον οποίο συνδέονται και ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συμβάσεώς τους στο εσωτερικό δίκαιο [αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Α.

κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 56 της 13ης Μαρτίου 2014, M. S., C- 190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 38- της 3ης Ιουλίου 2014, F. κλπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψεις 28 και 29, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κλπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C- 418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 67, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M.). Όσον αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, υπενθυμίζεται ότι με τη ρήτρα αυτή επιδιώκεται η επίτευξη ενός από τους σκοπούς της ως άνω συμφωνίας-πλαισίου, και συγκεκριμένα η δημιουργία ορισμένου πλαισίου για τη διαδοχική χρησιμοποίηση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θεωρείται δυνητική πηγή καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων, προβλέποντας τη θέσπιση ορισμένων διατάξεων ελάχιστης προστασίας προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιέρχονται οι μισθωτοί σε κατάσταση αβεβαιότητας (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Α.

κλπ., C-212/04, EU.C:2006:443, σκέψη 63 της 23ης Απριλίου 2009, Α. κλπ., C-378/07έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 73 της 26ης Ιανουαρίου 2012, K., C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 25- της 13ης Μαρτίου 2014, M. S., C-190/13, EU:C:2014:146,. σκέψη 41 της 3ης Ιουλίου 2014, F. κλπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 54, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κλπ., C-22/13, C- 61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 72, βλ.

επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M.. Πράγματι, όπως τούτο προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας- πλαισίου καθώς και από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η σταθερότητα της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Α.

κλπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 62 της 3ης Ιουλίου 2014, F. κλπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 55, και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κλπ., C-22/13, C-61/13, C- 63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 73, βλ. Απόφαση τ//ς 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M..

Συνεπώς, προκειμένου να αποτραπεί η κατάχρηση των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη ενός, τουλάχιστον, πραγματικού και δεσμευτικού μέτρου εξ αυτών που απαριθμούνται σε αυτήν, εφόσον το εθνικό τους δίκαιο δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα.

Τα τρία συνολικώς μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α' έως γ' , της εν λόγω ρήτρας αφορούν, αντιστοίχως, την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, τη μεγίστη συνολική διάρκεια αυτών των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και τον αριθμό των ανανεώσεών τους (βλ μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, Α.

κλπ., C- 378/07 έως C-380/07, EU.C:2009:250, σκέψι/ 74 της 26ης Ιανουαρίου 2012, K., C- 586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 26• της 13ης Μαρτίου 2014, M. S., C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 42, τ' ΐ}ς 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C- 407/13, EU.C. 2014:2044, σκέψη 56, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κλπ., C- 22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 74, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C- 16/15 M.

E. P. L. S. M. S. (C. M.). Συναφώς, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως, εφόσον έχουν την ευχέρεια είτε να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α' έως γ' , της ρήτρας αυτής είτε, ακόμη, να αρκεστούν σε υφιστάμενα ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες συγκεκριμένων κλάδων και/ή κατηγοριών εργαζομένων (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.

κλπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψι] 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κλπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 75, βλ. επίσης Απόφαση της 14ηςΣεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M.).Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.

κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 60, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 76, βλ επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M.). Επιπλέον, όταν το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις για την περίπτωση κατά την οποία παρά ταύτα διαπιστώνονται καταχρηστικές πρακτικές, απόκειται στις εθνικές αρχές να λαμβάνουν μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά για να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπισθεί κατ' εφαρμογήν της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.

κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C- 22/13, C-61/13, C-63/13 και C- 418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 77, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M.). Καίτοι, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση της Ένωσης, οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής τέτοιων κανόνων εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών δυνάμει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών αυτών, εντούτοις δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που διέπουν παρεμφερείς καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.

κ λπ., C- 362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:20I4:2401, σκέψη 78). Επομένως, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.

κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU. C' . 2014:2044, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κλπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 79, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (C. M.). Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο αποκλειστικά του αιτούντος δικαστηρίου ή, ενδεχομένως, των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία πρέπει να εξετάζουν εάν οι διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής ρυθμίσεως ανταποκρίνονται στις επιταγές της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.

κλπ., C-362/13, C-363/13 και C- 407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κλπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C- 418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 81).

Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου συναστούν πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή και, εν ανάγκη, την επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F.

κλπ., C-362/13, C- 363/13 και C-407/13, ETJ:C:2014:2044, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κλπ., C- 22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 82). Περαιτέρω, από το άρθρο 249 παρ. 1,3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 189 παρ. 1, 3), προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή) αποτελούν παράγωγο Κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Ετσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ' ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο όμως τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης).

Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους που δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής, δηλαδή οι διατάξεις της είναι χωρίς αιρέσεις, επιφυλάξεις, περιθώρια επιλογής και επαρκώς ακριβείς, ώστε να καθίσταται δυνατό στα εθνικά δικαστήρια να προσδιορίσουν το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος, το δικαιούχο και τον υπόχρεο αυτού καθώς και τον τρόπο άσκησής του, τότε υπάρχει η δυνατότητα στους ιδιώτες να την επικαλεσθούν έναντι του κράτους.

Εξάλλου, το άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανόμενης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου.

Εξάλλου, σημειώνεται ότι η υποχρέωση σύμφωνης με το Κοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας [βλ. Δ.Ε.Κ. Case 80/86, Criminal proceeding against K.

N. BV(J987) ECR 3969, (1989) 2 CMLR 18, 88/1986 E.A.K.A. 1988, 562, Case 14/1983, V. C. K. L. N. W. (1984) ECR 1891, (1986) 2 ..., βλ. επίσης Υποθέσεις C74/95 και 129/95 (1996) ..., (1997) 1 ...). Εξάλλου, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ' άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει ταυ οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν.945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998 ΕλΔ 39, 793, Α.Π. 1330/2000 ΕλΔ 43, 387), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Α.Ε.Κ. 6/64 D.

C. E.N.E.L. II, 2, ... F. V. S.A. A. F. I. 88, 4, Δ.Ε.Κ. 106/77A. F. S. S. 413, 7, Δ.Ε.Κ. 118/75 L. W. A. B. 549, 5, Δ.Ε.Κ. 40/69 P. B. H. H. O. 586, 2).Εξάλλου, όταν μια Οδηγία μεταφέρεται καθυστερημένα στο εσωτερικό δίκαιο του Κράτους Μέλους και οι σχετικές προβλέψεις της οδηγίας δεν έχουν άμεση εφαρμογή, τα εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να ερμηνεύσουν το εσωτερικό δίκαιο, όσο είναι δυνατόν, καθ' ο χρόνο η προθεσμία της μεταφοράς έχει παρέλθει, υπό την σκοπιά της γραμματικής και τελολογικής ερμηνείας της Οδηγίας, με την πρόθεση να επιτευχθούν τα αποτελέσματα που σκοπεύει η Οδηγία, ευνοώντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων, οι οποίοι είναι περισσότερο σύμφωνοι με τον σκοπό, προκειμένου να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα συμβατό με τις προβλέψεις της Οδηγίας (ΔΕΚ C-212/04/47-2ΘΘ6).

Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ.164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται βασικά με το άρθρο 8 παρ. 3 ν.2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", μου εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της ως άνω κοινοτικής οδηγίας, αφού για την εφαρμογή της αρκεί και μία μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου αντί περισσότερων διαδοχικών συμβάσεων όπως απαιτεί η κοινοτική οδηγία.

Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου. Έτσι, και κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια της συνεργασίας των κρατών - μελών με την Ευρωπαϊκή Ένωση και της διασφάλισης του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, κατά τα άρθρα 10, 249 παρ. 3 της Συνθ./Ε.Κ.

και 28 του Συντάγματος, έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών, έστω και αν αυτές δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, εφόσον είναι αρκούντως ακριβείς και ανεπιφύλακτες ή στα σημεία που είναι ακριβείς και ανεπιφύλακτες.

Τέλος, και κατά τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που τέθηκαν σε ισχύ από 17.4.2001 α) παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον εκδοθεί ειδικός νόμος και οι ανάγκες κάλυψης είναι απρόβλεπτες, πρόσκαιρες και επείγουσες β) απαγορεύεται η μετατροπή από το νόμο των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου, όταν οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι τέτοιες, όπως παραπάνω, οπότε αν δεν είναι τέτοιες οι για την κάλυψη αυτών εκδοθέντες νόμοι, ένεκα συνταγματικής επιταγής και οι γι' αυτές προσλήψεις συνιστούν καταστρατήγηση των διατάξεων αυτών και των με βάση τις διατάξεις αυτές εκδοθέντων ειδικών νόμων γ) στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων και επειγουσών αναγκών, πλην για κάλυψη πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών, εξ αντιδιαστολής, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές και οι κατ' επιταγή αυτών εκδοθέντες ειδικοί νόμοι, αλλά οι διατάξεις που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου.

Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (ΟλΑΠ 18/2006 Νόμος).

Εξάλλου, από την απόφαση του ΔΕΚ της 23-4-2009, που επελήφθη των υποθέσεων ... με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τις οποίες υπέβαλε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον η δυνατότητα που προβλέπεται, στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 σχετικά με τη μετατροπή, στον δημόσιο τομέα, των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όταν η σύμβαση καλύπτει στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, μπορεί να συμβάλλει σε τέτοια αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Αν το εν λόγω δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διάταξη έχει το αποτέλεσμα αυτό, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου, β) ότι αφού σκοπός της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου είναι να επιβληθεί στα κράτη μέλη η υποχρέωση να διασφαλίσουν, στην εσωτερική έννομη τάξη, την αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η θέσπιση της εθνικής ρύθμισης για τη μεταφορά της συμφωνίας δεν μπορεί να καταλήγει να θίγει την.

αποτελεσματικότητα της εν λόγω πρόληψης, όπως διασφαλιζόταν προηγουμένως από ένα "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της εν λόγω ρήτρας 5, σημείο 1, γ) ότι, αφού η ερμηνεία του εθνικού δικαίου εναπόκειται, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 48 της απόφασης, αποκλειστικά και μόνο στα εθνικά δικαστήρια, τα εν λόγω δικαστήρια έχουν επίσης την υποχρέωση να εξακριβώνουν κατά πόσον οι παραπάνω τροποποιήσεις που επέφερε το προεδρικό διάταγμα 164/2004 στο προϊσχύον εθνικό δίκαιο, όπως είχε διαμορφωθεί με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της προστασίας των εργαζομένων που έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για την εξακρίβωση δε αυτή οφείλουν να συγκρίνουν τον βαθμό προστασίας που παρέχει καθεμία από τις εθνικές αυτές διατάξεις, δ) ότι το ΔΕΚ έχει δεχτεί ότι μία εθνική διάταξη που θεωρεί διαδοχικές μόνον τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβεί ορισμένο χρονικό διάστημα κατώτερο ή ίσο των 20 εργασίμων ημερών πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί να διακυβεύσει το αντικείμενο, τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου.

Συγκεκριμένα, ένας τόσο αυστηρός και περιοριστικός ορισμός του διαδοχικού χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται η μία κατόπιν της άλλης θα καθιστούσε δυνατή την επί πολλά έτη προσωρινή απασχόληση των εργαζομένων, αφού, στην πράξη, ο εργαζόμενος δεν θα είχε στις περισσότερες περιπτώσεις άλλη επιλογή από το να δεχθεί διακοπές της τάξης των 20 εργάσιμων ημερών στο πλαίσιο μιας αλυσίδας συμβάσεων που τον συνδέουν με τον εργοδότη του.

Το ΔΕΚ έχει δεχτεί επίσης ότι η ρύθμιση, η οποία αναγνωρίζει ως "διαδοχικές" μόνο τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβούν διαστήματα μικρότερα των τριών μηνών, δεν είναι, καθαυτή, τόσο αυστηρή και περιοριστική. Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ε) ότι κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ και της σχετικής οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή.

Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των κρατών μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγονται τα ακόλουθα: α) ότι η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους (βλ.

ανωτέρω απόφαση ΔΕΚ, ιδίως παρ. 84 - 88), β) ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων.

Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βοιωτικών σχέσεων που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις. Ειδικότερα, με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου .Κατ' ακολουθία, ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η πρόσληψη του εργαζόμενου έγινε προσχηματικά για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006 και ΑΠ 816/ 2011).

Τέλος, θα πρέπει ως προς το άρθρο 8 του Ν.2112/1920 να αναφερθούν επίσης τα ακόλουθα: Στο ισχύον δίκαιο το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 έχει υπεροχή έναντι του δικαίου των π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 . Την υπεροχή του ορίζει ρητά η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, που παραμένει σε ισχύ μετά την τροποποίησή του με τα π.δ. 180 και 164/2004, "το διάταγμα αυτό δεν θίγει ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους γενικώς ρυθμίσεις ή ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με αναπηρίες"• Επομένως, υπερισχύει η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 81 /2003 όπως ισχύει σήμερα.

Το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 δεν γνωρίζει εξαιρέσεις, ούτε θέτει χρονικούς ή άλλους περιορισμούς για την αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων. Για τις εργασιακές σχέσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του π.δ.164/2004 η υπερίσχυση της ευνοϊκότερης ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 3 ν.2112/1920 προκύπτει από την, ομοίου περιεχομένου προς την του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ.81/2003, διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 π.δ. 164/2004: "Το παρόν διάταγμα δεν θίγει ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους εν γένει, καθώς και για τους εργαζομένους με αναπηρίες".

Υπερισχύει, επομένως, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν.2112/1920, για όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π. δ. 164/2004, που θεσπίζουν εξαιρέσεις και θέτουν χρονικές και άλλες προϋποθέσεις για την προστασία των εργαζομένων. Οι δύο επιφυλάξεις υπέρ των ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους ρυθμίσεων βρίσκονται σε αρμονία και με την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης που καθιερώνει το άρθρο 137 παρ. 5 Συνθ.Ε.Ε. ("οι διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου (κοινοτικών Οδηγιών) δεν εμποδίζουν την εκ μέρους των κρατών - μελών διατήρηση ή θέσπιση αυστηρότερων προστατευτικών μέτρων τα οποία συμβιβάζονται με την παρούσα Συνθήκη") και επιβεβαιώνει το άρθρο 8 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70.

Στο βαθμό, τέλος, που τα π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 χειροτερεύουν - υποβαθμίζουν την προστασία που παρέχει στους εργαζομένους η Οδηγία 1999/70 παραβιάζεται η απαγόρευση χειροτέρευσης, που περιέχεται στο άρθρο 8 παρ. 3 της Οδηγίας. Στη προκειμένη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1, 3 και 8 του ν2112/1920, ως ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου προς την Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ, και 20 του ν. 2639/1998 .

Σύμφωνα όμως με τα όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της μειοψηφίας, ο λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ 1, εδ.α ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Και τούτο, γιατί, κατά τα εκτεθέντα αναλυτικά παραπάνω ως προς την ορθή ερμηνεία της Οδηγίας και των εθνικών διατάξεων: α) η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους, β) τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων.

Ειδικότερα, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έννομων σχέσεων και καταστάσεων αποτελεί κατ' εξοχήν έργο των δικαστηρίων, αποτελεί δηλαδή ένα από τα βασικά στοιχεία της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Τούτο μάλιστα ισχύει, όπως εκτέθηκε, ακόμα και στις περιπτώσεις που ορισμένος νομικός χαρακτηρισμός γίνεται βάσει νόμου.

Χωρίς το στοιχείο αυτό, δηλαδή το ελεύθερο νομικό χαρακτηρισμό συμβατικών σχέσεων, καταστάσεων, παροχών κ.λπ., τα δικαστήρια δεν μπορούν να επιτελέσουν την ανατεθειμένη σ' αυτά από το Σύνταγμα λειτουργία (άρθρο 87 παρ. 2 Σ.), κατοχυρώνοντας παράλληλα και τη λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (βλ. 3/2001 απόφαση Α.Ε.Α., βλ.

σχετικά με την αναγνώριση της ελευθερίας των δικαστηρίων να προβαίνουν στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αγνοώντας μάλιστα το νομικό χαρακτηρισμό που επιβάλλει ο νομοθέτης Α.Π. 6/2001 ΕΕργΑ 2001, 403, ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νομος, Α.Π. 141/2000 ΕΕργΑ 2001,406). Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βιοτικών σχέσεων, που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις.

Ειδικότερα, με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, δ) Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ.164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται με το άρθρο 8 παρ. 3 ν.2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα (βλ.

ΟλΑΠ 18/2006, Α ΕΚ C-3 78/2007). Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ε) Υφίσταται η υποχρέωση σύμφωνης με το Κοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας.

Περαιτέρω, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων το, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο ΕΚ και της σχετικής Οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μίας Οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή (απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C-14/02, ..., Συλλογή 2003, σ.

I - 4431, σκέψη 58), Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των Κρατών Μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότατα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος (ΔΕΚ C - 3 78/2007, Νόμος).

Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ' άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998 ΕλΔ 39, 793, Α.Π. 1330/2000 ΕλΔ 43, 387), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ζ) Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η) Όπως εκτέθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν.2112/1920;

σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 τουΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται για όλους τους εργαζόμενους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν εργάζονται στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και καθιερώνουν "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" του εθνικού μας δικαίου, για την πρόληψη και αποφυγή καταχρήσεων, κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου, που συνήψαν στις ...

οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα ..., για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω οδηγία, παρέχουν προστασία στους εργαζομένους από τις καταχρήσεις του είδους που προαναφέρθηκαν, με το να καθιερώνουν την αρχή ότι ο χαρακτηρισμός που έδωσαν στη σύμβαση oι συμβαλλόμενοι δεν είναι δεσμευτικός αλλά ο ορθός χαρακτηρισμός της σύμβασης εργασίας, ως σύμβασης ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δίδεται από το δικαστήριο από τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης.

Μάλιστα, η προστασία αυτή είναι πληρέστερη εκείνης της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας, αφού κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου, έχει παγιωθεί η ερμηνεία ότι, μπορεί η σύμβαση να θεωρηθεί αόριστου χρόνου, έστω και αν μία μόνο σύμβαση που προσχηματικά ονομάσθηκε ορισμένου χρόνου, καταρτίσθηκε.

Εμπόδιο για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος (που προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001), αφού αυτές απαγορεύουν τη μετατροπή συμβάσεων προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι όμως και την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, ως αόριστης χρονικής διάρκειας, όταν με αυτήν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεδομένου μάλιστα ότι κατά το Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ. 3 και 8 εδ.

β') προβλέπονται περιπτώσεις πρόσληψης προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό, χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών και θα προσέβαλε την λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών και θα ματαίωνε τον σκοπό της Οδηγίας, η οποία -σημειωτέον- ως κοινοτικό δίκαιο υπερέχει του εθνικού δικαίου και αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Περαιτέρω, ενόψει της ισχύος του άρθρου 8 του ν.2112/1920 ως ισοδυνάμου νομοθετικού μέτρου, τούτο έχει εφαρμογή τόσο ως προς τους εργαζόμενους που οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 Σ και συνεχίσθηκαν και μετά την 18.04.2001, όσο και ως προς αυτούς που οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που είχαν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος.

Ενόψει των όσων εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω, το Εφετείο Αθηνών έπρεπε να δεχθεί την αγωγή ως νόμιμη, εφαρμόζοντας τις διατάξεις τής παραπάνω αναφερομένης Οδηγίας και το άρθρο 8 ν.2112/1920, ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, αναγνωρίζοντας, ως αποτελούσες ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που έχουν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος.

Ως εκ τούτου, στη προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της μειοψηφίας, η παραπάνω Οδηγία και το άρθρο 8 ν.2112/1920 έχουν εφαρμογή και στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν και μετά την 18.04.2001 και αφορούν τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι προσλήφθηκαν μετά την ισχύ του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και υπό την ισχύ του ΠΔ 164/2004, του οποίου πάντως οι διατάξεις είναι ανίσχυρες των διατάξεων της ως άνω Οδηγίας στο βαθμό, που χειροτερεύουν την προστασία την παρεχόμενη από την Οδηγία, η οποία ως κοινοτικό Δίκαιο υπερέχει του Εθνικού Δικαίου.

Κατ' ακολουθία των παραπάνω, το Εφετείο Αθηνών, που έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, στην οποία εκτίθετο ότι οι επίμαχες διαδοχικές και μη συμβάσεις έργου των αναιρεσειόντων, κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, ενώ ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογούταν από τη φύση αυτών, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των, ως τέτοιων αορίστου χρόνου, δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων και ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 εδ.

Β' ΕΚ και 249 εδ.Γ ΕΚ, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, άρθρων δ παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Επομένως, κατά την γνώμη της μειοψηφίας ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 εδ α ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Β. Με την παραδοχή του όμως το Εφετείο, ότι η εγκύρως συναπτόμενη σύμβαση έργου των εναγόντων, δεν παρέχει στο δικαστήριο την ευχέρεια ούτε κατ'ορθό χαρακτηρισμό, να μετατραπεί σε σύμβαση εργασίας και επέκεινα ούτε και να χαρακτηριστεί απ'αυτό (το δικαστήριο) ως έγκυρη ή άκυρη σύμβαση εργασίας και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και ως προς την επικουρική της βάση, σύμφωνα με την οποία ζητούσαν οι ενάγοντες να αναγνωριστεί, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασής τους ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω της συνάψεώς τους μετά το ν.δ 164/2004, και δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και του π.δ. 164/2004, ότι υφίσταται μεταξύ των διαδίκων απλή σχέση εργασίας, συνεπεία της οποίας ενέχεται το Ελληνικό Δημόσιο σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την παρασχεθείσα σε αυτό εργασία των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις άνω διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του ισχύοντος Συντάγματος, τα άρθρα 5 και 7 παρ. 2 του ν.δ. 164/2004, τα οποία (άρθρα 5 και 7 παρ. 2 του π.δ. 164/2004) δεν εφάρμοσε, καίτοι συνέτρεχε, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 2 μείζονα σκέψη, η εφαρμογή τους.

Ειδικότερα διότι ο ορθός χαρακτηρισμός της μεταξύ των διαδίκων σχέσης ως σχέσης εργασίας αποτελούσε έργο του δικαστηρίου της ουσίας, υποκείμενο στον αναιρετικό από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έλεγχο και δεν εμποδιζόταν από τον δοθέντα χαρακτηρισμό στη σχέση, ως σύμβασης έργου. Ζήτημα δε απαγορευμένης μετατροπής της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσης εργασίας σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 2 και 8 του Συντάγματος δεν γεννάται από μόνο τον ανωτέρω χαρακτηρισμό της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσης, σε σύμβαση εργασίας, ο οποίος δεν συνιστά "μετατροπή" αυτής σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε άλλωστε τέθηκε τέτοιο θέμα με την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου.

Επομένως το Εφετείο εσφαλμένα δεν προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 παρ. 2 εδ. α'του π.δ 164/2004, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, μπορεί κατά νόμο να είναι άκυρες ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λειτούργησαν όμως στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εργασίας και συνεπώς δικαιούντο οι ενάγοντες να λάβουν τις δεδουλευμένες αποδοχές και τα επιδόματα κατά τις διατάξεις των άνω άρθρων, ήτοι την αμοιβή που θα ελάμβαναν άλλοι αντί αυτών εργαζόμενοι απασχολούμενοι με έγκυρη σύμβαση εργασίας.

Δηλαδή παρότι στο αγωγικό δικόγραφο οι αναιρεσείοντες στην επικουρική βάση της αγωγής περί υπάρξεως άλλως απλής σχέσης εργασίας, εξέθεταν λεπτομερώς περισσότερα του ενός συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στοιχεία, με βάση τα οποία ισχυρίζονταν ότι οι καταρτισθείσες και συνδέουσες, αυτούς με το αναιρεσίβλητο επιτρεπόμενες κατά νόμο συμβάσεις έργου, ήσαν συμβάσεις εργασίας και ως τέτοιες λειτούργησαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αιτούμενοι ενόψει αυτών τις δεδουλευμένες αποδοχές και τα επιδόματα, σε κάθε περίπτωση εξέθεταν ότι κάλυπταν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα τις ίδιες ανάγκες που κάλυπταν και οι τακτικοί υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου, εκτελώντας ολοκληρωμένα καθήκοντα, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των προϊσταμένων τους, σε τρόπο ώστε η αγωγή, έχοντας το προεκτεθέν περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν να παρίσταται ως νόμιμη, αυτό απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση αυτή για την επιδίκαση των αιτουμένων μισθολογικών αξιώσεων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 παρ. 2 εδ.

α' του πδ 164/2004, οι οποίες ήσαν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση για την επιδίκασή τους( ήτοι των αιτουμένων μισθολογικών αξιώσεων). Και τούτο, διότι οι ένδικες συμβάσεις, οι οποίες καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του άρθρου 103 του Συντάγματος και του π.δ. 164/2004, διέπονται από τις διατάξεις αυτών και συνακόλουθα, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα με αριθμό 2 μείζονα σκέψη, η συνέχιση τούτων από 2-8-2008 και μετέπειτα μέχρι 31-7-2009, χωρίς έγγραφη σύμβαση επέφερε αυτοδικαίως την ακυρότητά τους, η δε παροχή των υπηρεσιών των αναιρεσειόντων, υπό άκυρη σύμβαση με απλή σχέση εργασίας, επέσυρε τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ.

α` του π.δ.164/2004 δικαιώματα, ήτοι παρείχε σ` αυτούς το δικαίωμα να αναζητήσουν τα οφειλόμενα βάσει της σχέσης εργασίας τους αυτής χρηματικά ποσά, με βάση τις διατάξεις αυτές. Επομένως ο σχετικός λόγος της αίτησης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. 5.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος της που έκρινε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ζητούσαν επικουρικά οι ενάγοντες να αναγνωριστεί ότι συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας και ότι ως τέτοιες λειτούργησαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, συγκροτουμένου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ. 3), προκειμένου σε περίπτωση που κριθεί ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή ως προς τις αιτούμενες αξιώσεις, να εκκαθαριστούν οι αξιώσεις των εναγόντων για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 2-8-2008 έως 31-7-2009, καθώς και των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και αδείας του χρονικού αυτού διαστήματος, τα οποία οφείλονται εκ του νόμου σε όλες τις περιπτώσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας.

Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο ως ηττημένο (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3696/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 132/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. -Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ