257/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated257/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, στην περίπτωση αυτή της απόρριψης της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 553§1 ΚΠολΔ), στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση.
Full text
Απόφαση 257 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 257/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Κ. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αρτέμιδα Αναστασιάδου. Της αναιρεσίβλητης: M. M. (Μ. Μ.), κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Λυκουρέζο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1467/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1760/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-6-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης, ανέγνωσε την από 20-1-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην των αναιρεσειόντων εκδοθείσα (κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ) υπ’ αριθ. 107/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν η έφεση των αναιρεσειόντων και η αντέφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθ. 1467/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της εξ αιτίας δυσφήμισης. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω αποφάσεως, η οποία επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες την 2-6-2015, ασκήθηκε με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του Εφετείου την 17-6-2015, δηλαδή μετά την παρέλευση της οκταήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναιρέσεως, σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο εν προκειμένω άρθρο 681Δ παρ. 5 ΚΠολΔ, όπως είχε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν 4335/2015. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), απορριπτομένων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της αναιρεσίβλητης.
2.- Από τη διάταξη του άρθρου 524§3 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι τυπική, αλλά γίνεται κατ’ ουσίαν, διότι αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης.
Επομένως, στην περίπτωση αυτή της απόρριψης της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 553§1 ΚΠολΔ), στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση.
Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (Ολ. ΑΠ 16/1990). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2§1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25§3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ολομΑΠ 2/2008).
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57§2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρ. 14§§1&2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρο 25§3 Συντ.).
Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361-363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.
Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ’ αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.
Αντίθετα διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ: αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει κα την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367§1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.
Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367§1γ ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και κοινωνική αποστολή του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, όπως προπάντων είναι οι δημοσιογράφοι, αλλά και γενικότερα όσοι κάνουν χρήση του τύπου για τη δημοσίευση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.
Έτσι είναι επιτρεπτά για τα πρόσωπα αυτά δημοσιεύματα προς ενημέρωση του κοινού, ακόμη και αν περιέχουν οξεία κριτική και δυσμενείς σε βάρος τους χαρακτηρισμούς. Κατ’ εξαίρεση όμως το αποτέλεσμα αυτό της άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμισης δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρο 367§1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμισής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ολομΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολομΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκαν ως αποδειχθέντα τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, ως προς τα οποία δεν προβάλλεται παράπονο από την αντεκκαλούσα- ενάγουσα με την υπό κρίση αντέφεσή της: "Η ενάγουσα, ελληνίδα, γεννηθείσα στη ...
της Γερμανίας, με γερμανική υπηκοότητα, αποτελεί δημόσιο πρόσωπο, τόσο στη χώρα καταγωγής της, όσο και στη χώρα που γεννήθηκε, ζει και εργάζεται. Συγκριμένα, κατέχει την ιδιότητα της πανεπιστημιακού, όντας τακτική καθηγήτρια της έδρας της "Εξωτερικής Πολιτικής των ... και διεθνούς ασφάλειας" στο Πανεπιστήμιο του ....
Επιπλέον, παρουσιάζει επιχειρηματική δραστηριότητα, ως ιδρύτρια και διευθύνουσα σύμβουλος των εταιριών, με την επωνυμία "..." με έδρα στο ... και "..." με έδρα, επίσης στις προαναφερθείσες πόλεις, ενώ έχει αναπτύξει έντονη πολιτική δράση στους κόλπους του κόμματος ... της Γερμανίας. Το όνομα της ήλθε στην επικαιρότητα, όταν, κατά το έτος 2011, σειρά έντυπων και ηλεκτρονικών δημοσιευμάτων τη συνέδεαν με το λεγόμενο "σκάνδαλο ...", που ταλάνιζε εκείνη την περίοδο την ελληνική κοινή γνώμη και σχετιζόταν με χρηματισμούς πολιτικών προσώπων στον τομέα της προμήθειας στρατιωτικών εξοπλισμών.
Αφορμή υπήρξε ένα δημοσίευμα του γερμανικού περιοδικού "...". Το τελευταίο σε άρθρο του με τον τίτλο "...", αναφέρεται στο ρόλο που διαδραμάτιζαν γερμανικές επιχειρήσεις στην αγορά εξοπλισμών από τρίτες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα και αφού αναφέρει όλο το δίκτυο της διαπλοκής, στο τέλος αναγράφει για το πρόσωπο της ενάγουσας ότι οι ανακριτικές αρχές ενδιαφέρονται για την ίδια, καθώς αυτή μέσω των εταιριών της, με τις οποίες δραστηριοποιείται, φαίνεται να είχε εμπλακεί με τη συναλλαγή της ...
για αγορά ... και να είχε επίσης, συνεργαστεί με τις εμπλεκόμενες γερμανικές εταιρίες, όσον αφορά την αγορά ... από την Αίγυπτο, που θα κατασκευάζονταν σε ... στην Ελλάδα. Στα πλαίσια της τότε κρατούσας πολιτικής πραγματικότητας η εφημερίδα, με την επωνυμία "...", ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, δημοσίευσε στο κυριακάτικο φύλλο της ...
με αριθμό …, άρθρο του δεύτερου εναγομένου, δημοσιογράφου, στη στήλη με τον τίτλο "..." (...), που διατηρεί στην εφημερίδα, το οποίο (άρθρο) τιτλοφορείται: "Μ. Μ.". Ακολουθεί η λεζάντα: "..." από τη ...-Μια ιστορία με απιστίες, διαζύγια, διαπλοκή, business, πολιτικό παρασκήνιο, υποβρύχια που γέρνουν και πρωταγωνίστρια την αγαπημένη του Β.
Μ. "κόρη του Β.". Έπειτα αναγράφεται εν είδει κεντρικού τίτλου: "..." και το άρθρο συνεχίζει ως εξής: " Η 54χρονη κυρία Μ. Μ.-το όνομα της οποίας ήρθε στη δημοσιότητα από τη δικαστική έρευνα για τις μίζες των δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, που συνδέονται με τη συμφωνία αγοράς των ..., μεταξύ των οποίων, και εκείνου που "έγερνε", δεν είναι τυχαίο πρόσωπο".
Στο μέσον της πρώτης σελίδας του άρθρου αναγράφεται εντός πλαισίου: "..." και ακολουθεί φωτογραφία, που απεικονίζει την ενάγουσα με τον πρώην ... Β. Μ. και φέρει υπότιτλο "χάρη στις διασυνδέσεις του πατέρα της, Β. Μ.", ήταν η αγαπημένη νεαρή ελληνίδα στο πλευρό του πρώην καγκελάριου Β. Μ., ο οποίος προσπάθησε να την επιβάλλει στην γερμανική πολιτική σκηνή, αλλά δεν τα κατάφερε".
Δίπλα από τις φωτογραφίες υπάρχει στήλη που τιτλοφορείται: "Η Μ. και οι business των δισεκατομμυρίων ευρώ". Στο κείμενο, που ακολουθεί, αναφέρεται: "Εκείνη όμως δε χάθηκε από τους πολυδαίδαλους διαδρόμους της γερμανικής πολιτικής ζωής. Μπορεί η παρουσία στο ... να μην ευδοκίμησε, αλλά εκείνη φαίνεται πως αξιοποίησε στο έπακρον τις γνωριμίες, τις διασυνδέσεις αλλά και τις σχέσεις επιρροής του νεαρού τότε Π..
Εκείνος τότε ήταν απέναντι, στον άλλο πυλώνα της γερμανικής πολιτικής ζωής: τους ... της .... Αυτό, όμως, φαίνεται πως δεν ενόχλησε τη Μ.. Μάλιστα, όπως λέει χαρακτηριστικά τραπεζικό στέλεχος στην … με πλήρη γνώση της οικονομικής και επιχειρηματικής πραγματικότητας της …, "η κυρία Μ." δεν θα μπορούσε και μόνο λόγω προσόντων να βρεθεί σε υψηλόβαθμη θέση μιας από τις δέκα μεγαλύτερες σε … επίπεδο τράπεζες, όπως συνέβη με την απασχόληση της στην κρατικά ελεγχόμενη ...".
O τραπεζικός φίλος μας μπορεί ενδεχομένως και να σφάλει, αλλά σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται ότι μπορεί να αδικεί τη δυναμική γυναίκα γερμανικών προδιαγραφών με τα αδρά μεσογειακά χαρακτηριστικά. Η κυρία Μ., όπως αναφέρει μια αναγνωρίσιμη κυρία του θεάτρου που έτυχε να γνωρίζει πτυχές του προσωπικού της βίου, μας βεβαιώνει: "η αγαπητή μου Μ., ως άλλη ηρωίδα αστικών μυθιστορημάτων", είχε πάντα τον τρόπο να αξιοποιεί την παρουσία αντρών δίπλα της, ακόμη κι αν εκείνοι είναι ανοιχτά δηλωμένοι ομοφυλόφιλοι, όπως ο σημερινός Υπουργός … Γ.
Β.". Το άρθρο συνεχίζει με τη ρήση παλιού της φίλου από την Αθήνα, όπως αναφέρει, που χρησιμοποιείται ως υπότιτλος: "Σαν τον Μ. Γ.: πολύ σκληρή για να πεθάνει...". Αναλυτικότερα αναφέρει τα λεγόμενα του άνδρα αυτού, ο οποίος δήλωσε: "Η Μ. είναι κάτι σαν τον κινηματογραφικό Μ. Γ.: Πολύ σκληρή για να πεθάνει" και συνεχίζει το άρθρο "και αυτό το γνωρίζουν ακόμα και οι δικαστικές αρχές, οι οποίες, όπως λένε οι πληροφορίες θα την καλέσουν μέσα στους δύο επόμενους μήνες να παρουσιαστεί ενώπιον τους και να εξεταστεί για την υπόθεση με τα …, τις γερμανικές εταιρίες και τα ...
του ...". Στη συνέχεια επανέρχεται στα λεγόμενα του φίλου της "Το πιθανότερο για τη Μ. είναι να ακολουθήσει τη σοφή στρατηγική Τ., σύμβουλος ήμουν, πουλούσα συμβουλές, τόσα ζήτησα και τόσα πήρα. Για τα άλλα δεν ξέρω..". Επίσης, σε παρακείμενο μπλε φόντο αναφέρεται ο τίτλος "Οι δουλειές με τον Ά." και συνεχίζει "μία από τις businessτης κυρίας Μ.
Μ. με το ελληνικό υπουργείο ... ήταν η εκπόνηση έρευνας-μελέτης με θέμα την ελληνική αμυντική πολιτική. Το έργο ανέθεσε το 2000 στην κυρία Μ. το ... και το συμφωνητικό, που προβλέπει αμοιβή 150.000 γερμανικών μάρκων, υπογράφουν οι συμβαλλόμενοι, ο τότε διευθυντής του ... κ. Ι. Δ. και η κυρία Μ.". Εκτός του πλαισίου δε αναφέρεται: "Με "συνεταίρους" τους υπουργούς ..." και συνεχίζει "...Έχει την υποστήριξη και -αν θέλετε-τον καλό λόγο επωνύμων της διεθνούς πολιτικής που την συντροφεύουν και εν πολλοίς της παρέχουν υψηλή προστασία...Δίχως άλλο αυτές οι σχέσεις βοηθούν, αρκεί να είναι να παραμένουν και σχέσεις εμπιστοσύνης και αυτό προφανώς η Μ.
το γνωρίζει καλά από την εποχή της ευθύνης, που κατείχε τον όμιλο .... Σχεδόν την ίδια περίοδο η κυρία Μ. αναλαμβάνει καθήκοντα επικεφαλής μιας επιτροπής ανασχεδιασμού και αναδιάρθρωσης των ... εξοπλισμών των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων για την περίοδο 2000-2015. Η επιλογή της έγινε αποκλειστικά και μόνο με εντολή του τότε υπουργού Εθνικής ...
κ. Ά. Τ. και προφανώς τα συμπεράσματα της μελέτης θα βρίσκονται στο συρτάρι του νυν υπουργού κ. Ε. Β.. Εκτός κι αν χάθηκαν κι αυτά μαζί με την αναδιάρθρωση". Το εν λόγω άρθρο βρίθει ανακριβειών. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την προσωπική ζωή της ενάγουσας, η οποία προτάσσεται στο άρθρο, αυτή, ως κόρη του γνωστού δημοσιογράφου, Β.
Μ., ήλθε από νεαρή ηλικία σε επαφή με επιφανείς άντρες της διεθνούς πολιτικής σκηνής, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν ο πρώην ... της … Β. Μ., ο οποίος και αποτελούσε προσωπικό φίλο του πατέρα της. Για το λόγο αυτό είχαν ανέκαθεν στενές οικογενειακές σχέσεις, ενώ ο … πολιτικός, εκτιμώντας τις ικανότητες της, έδειξε στο πρόσωπο της μεγάλη εμπιστοσύνη και υποστήριξη, κατά την ενασχόληση της με την πολιτική.
Ουδεμία άλλη σχέση τους συνέδεε. Εξάλλου, το άρθρο με τη χρησιμοποίηση της λέξης "διαζύγια", σε πληθυντικό αριθμό, υποδηλώνει την ύπαρξη μίας έντονης προσωπικής ζωής, γεγονός που δεν συνάδει με την πραγματικότητα, καθόσον η ενάγουσα είχε πραγματοποιήσει μόλις ένα γάμο, με γνωστό … καθηγητή και πολιτικό, με τον οποίο διαζεύχθηκε το έτος 2006.
Είναι δε εμφανές από τα ανωτέρω ότι ο συντάκτης επιδιώκει να δημιουργήσει εντυπώσεις, σχετικά με το ότι η ενάγουσα εκμεταλλεύτηκε τις γνωριμίες του πατέρα της, αλλά και του πρώην συζύγου της για να αναδειχθεί. Ουδέν συγκεκριμένο γεγονός όμως αναφέρει, που να ενισχύει τη διαπίστωση αυτή. Μάλιστα, προκειμένου να πείσει περί της ακρίβειας των ισχυρισμών του, επικαλείται τα λεγόμενα γνωστών προσώπων της ενάγουσας, χωρίς ωστόσο να τα κατονομάζει.
Παραλείπει, ωστόσο, ν’ αναφέρει, ως όφειλε, εάν όντως στόχος του δημοσιεύματος ήταν η παρουσίαση του προσώπου της ενάγουσας στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό εφημερίδας, όπως οι εναγόμενοι διατείνονται, το υψηλό γνωστικό και επιστημονικό επίπεδο της, αλλά και την πληθώρα των ικανοτήτων, που η ίδια διαθέτει και που λόγω αυτών κατέχει πανεπιστημιακή έδρα, έχει αναπτύξει πλούσιο συγγραφικό έργο, καθώς και έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα, διατελώντας σύμβουλος επιχειρήσεων διεθνούς φήμης και εμβέλειας.
Όσον δεν αφορά στις δημοσιογραφικές πληροφορίες περί εμπλοκής της με το "σκάνδαλο ...", τούτες παρέμειναν ανεπιβεβαίωτες. Το όνομα της ενάγουσας δεν συμπεριελήφθη, υπό την ιδιότητα της υπόπτου ή της κατηγορουμένης στη σχετική έρευνα, που διεξήγαγαν οι γερμανικές δικαστικές αρχές. Μάλιστα, ουδεμία δικαστική έρευνα διεξήχθη σε βάρος της ίδιας ή των εταίρων της, ενώ αποδείχθηκε ότι αυτή δεν κλήθηκε ούτε υπό την ιδιότητα της μάρτυρα να καταθέσει στα ερευνώμενα από τη δικαιοσύνη θέματα των εξοπλισμών και, συγκεκριμένα στην αγορά των… ....
Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εκείνη την περίοδο μετέδιδαν τις ίδιες πληροφορίες, δεν αναιρεί την ανακρίβεια του άρθρου. Τέλος, αναληθή αποδείχθηκαν τα όσα αναφέρονται σχετικά με την ύπαρξη προσωπικών σχέσεων της ενάγουσας με τον πρώην Υπουργό ... της Ελλάδας, Α.
Τ. και την ανάθεση προσωπικά στην ίδια της εκπόνησης μελέτης για τον εξοπλισμό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι το έτος 2000 το ελληνικό Υπουργείο … ... ζήτησε από την επίτιμη έδρα "Διεθνείς Σχέσεις και διεθνή ζητήματα ασφαλείας" του Πανεπιστημίου του της …, την οποία κατείχε η ενάγουσα, να εκπονήσει μελέτη και την αναθεώρηση του αμυντικού προγράμματος των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων των ετών 2000-2015.
Την εκπόνηση της εν λόγω μελέτης ανέλαβε μίας διεθνής επιτροπή εμπειρογνωμόνων, στην οποία η ενάγουσα προήδρευε και τα σχετικά αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στους αρμοδίους του ελληνικού υπουργείου, το μήνα Δεκέμβριο του έτους …. Το περιεχόμενο της μελέτης δεν σχετιζόταν με την αγορά ..., αλλά κατόπιν διενεργηθείσας ανάλυσης, η επιτροπή προέβη σε προτάσεις και αναπροσαρμογές, που θα ήταν χρήσιμες για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις.
Τα μέλη της επιτροπής εργάστηκαν αμισθί, ενώ το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) γερμανικών μάρκων, ενέβασε το ελληνικό υπουργείο προς το Πανεπιστήμιο, που ανέλαβε τη μελέτη, για την κάλυψη των δαπανών της. Από τα ανωτέρω συνάγεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι το επίδικο δημοσίευμα περιέχει πλήθος αναληθειών και αδιασταύρωτων πληροφοριών.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι ο συντάκτης αυτού, δεύτερος εναγόμενος, τελούσε σε γνώση των υπό αυτού εκφερόμενων. Ειδικότερα, στο παρελθόν η πλειοψηφία των … εντύπων αναφέρθηκε στην προσωπική ζωή της ενάγουσας και συγκεκριμένα στις λεπτομέρειες του διαζυγίου της, γεγονός που είχε απασχολήσει τη … κοινή γνώμη, αφού τόσο αυτή, όσο και ο πρώην σύζυγος της είναι γνωστά πρόσωπα του δημόσιου βίου.
Αναφορικά δε με την υποτιθέμενη εμπλοκή της ενάγουσας στην υπόθεση των … ..., ο δεύτερος εναγόμενος βασίστηκε στο προαναφερθέν δημοσίευμα του γερμανικού περιοδικού "... ..." υπό τον τίτλο "...", στο οποίο αναφέρεται ότι οι δικαστικές αρχές του … ενδιαφέρονται για το πρόσωπο της. Επομένως, τα όσα αναπαράγονται στο επίδικο δημοσίευμα αποτελούν γεγονότα που είχαν διαρρεύσει στον τύπο, ώστε ο δεύτερος εναγόμενος είχε κάθε λόγο να αμφιβάλει περί της αναλήθειας ή μη αυτών.
Άλλωστε, η διάψευση των δημοσιευθέντων εκ μέρους του γερμανικού περιοδικού και η σχετική δήλωση αποκατάστασης, κατόπιν της διαμαρτυρίας της ενάγουσας και της έκδοσης δικαστικής απόφασης, έλαβε χώρα μετά τη δημοσίευση του επίδικου άρθρου.
Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, ελλείψει της γνώσης του συντάκτη του εγγράφου περί της αναλήθειας των γεγονότων, που διέδωσε. Ωστόσο, τα ψευδώς αναγραφόμενα στο άρθρο είναι αντικειμενικά πρόσφορα να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας και να οδηγήσουν στην απλή δυσφήμηση αυτής, γεγονός το οποίο πράγματι συνέβη.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα στο άρθρο αναφέρονται σε σημαντικές πτυχές της προσωπικότητας της, της προσωπικής και επαγγελματικής της ζωής, καθώς δίνουν την εντύπωση μίας γυναίκας φιλόδοξης, που εκμεταλλεύεται τις γνωριμίες με σημαντικούς άντρες της πολιτικής σκηνής, προκειμένου να ανελιχθεί, η οποία, μάλιστα, δεν διστάζει να μετέρχεται παράτυπων και παράνομων μεθόδων, προκειμένου να επιτύχει το στόχο της.
Ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της απλής δυσφήμησης δεν δύναται να αρθεί, καθώς ο τρόπος, με τον οποίο είναι διατυπωμένο το επίδικο άρθρο, υπερβαίνει το εύλογο μέτρο, αλλά και το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του τύπου προς ενημέρωση της κοινής γνώμης και καταλήγει να αποτελεί ένα άκρως εξυβριστικό κείμενο.
Ο σκοπός εξύβρισης διαφαίνεται από το ύφος του κειμένου και τον τρόπο που εκφέρεται ο γραπτός λόγος, ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι ο δεύτερος εναγόμενος ουδόλως ενδιαφερόταν για την παρουσίαση της προσωπικότητας της ενάγουσας και για τη σκιαγράφηση του χαρακτήρας της. Ήδη από τον τίτλο του άρθρου εμφαίνεται η πρόθεση του συντάκτη του, όχι μόνο να εκθέσει τους σημαντικούς σταθμούς της ζωής της ενάγουσας, αλλά να προσδώσει στο δημοσίευμα ένα ελκυστικό για τους αναγνώστες του τόνο.
Η χρήση των λέξεων "ο βίος και η πολιτεία" και "frau" κατατείνουν προς το σκοπό αυτό, καθώς αποτελούν λέξεις που στην καθομιλουμένη έχουν αρνητική χροιά. Άλλωστε η επεξηγηματική λεζάντα του κειμένου δεν αφήνει περιθώρια για άλλη ερμηνεία των λέξεων αυτών, καθώς αναφέρει την ενάγουσα ως πρωταγωνίστρια ενός βίου συντελούμενου από "απιστίες, διαζύγια, πολιτικό παρασκήνιο … που γέρνουν".
Επίσης, η χρησιμοποίηση ευφάνταστων φράσεων, όπως "σαν τον Μ. Γ.: πολύ σκληρή για να πεθάνεις" προσπαθούν να εδραιώσουν την εικόνα μίας γυναίκας με κυριαρχική φυσιογνωμία, που επιδιώκει να επιβάλλεται, ενώ διάγει βίο γεμάτο σκάνδαλα. Περαιτέρω, σε κανένα σημείο του άρθρου ο συντάκτης δεν αναφέρεται στο δημοσίευμα του γερμανικού περιοδικού "... ..." ως πηγή πληροφοριών του.
Αναφέρει, μάλιστα, τη διεξαγωγή δικαστικής έρευνας σε βάρος της ενάγουσας, ως κάτι δεδομένο, με συγκεκριμένο χρονικό προσδιορισμό της κλήσης της από τις αρχές "μέσα στους δύο επόμενους μήνες", ώστε να ενισχύεται η ακρίβεια της πληροφόρησης. Αν πράγματι σκοπός του δεύτερου εναγομένου ήταν να πληροφορήσει το αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας, θα είχε διεξάγει ενδελεχή δημοσιογραφική έρευνα και δεν θα είχε αρκεστεί να αναπαράγει τις πληροφορίες ενός άλλου εντύπου, ενώ θα όφειλε να αναζητήσει τη θέση της ίδιας της ενάγουσας σχετικά με τα αναγραφόμενα.
Επίσης, θα είχε χρησιμοποιήσει ηπιότερο εκφραστικό τρόπο, χρησιμοποιώντας επιτυχέστερα την ελληνική γλώσσα, ώστε να αφήσει αναγνώστη το περιθώριο να αντιληφθεί ότι η δικαστική έρευνα σε βάρος ενάγουσας δεν είναι ένα πραγματικό γεγονός, αλλά μία πληροφορία, ενδεχόμενο, που φημολογείται ότι θα λάβει χώρα.
Οι δημοσιευθείσες πληροφορίες έγιναν ταχέως γνωστές, τόσο στον επαγγελματικό κύκλο της ενάγουσας, στη … όσο και στο στενό οικογενειακό της περιβάλλον, στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να προκληθεί έντονη δυσπιστία ως προς το πρόσωπο της και να βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να προσπαθεί να αποδείξει σε όσους συναναστρέφεται επαγγελματικά, αλλά και στους οικείους της, την αναλήθεια του δημοσιεύματος...
Λόγω της δημιουργηθείσης αυτής κατάστασης και της σπίλωσης του ονόματος της η ενάγουσα δοκίμασε μεγάλη στεναχώρια και ψυχική ταλαιπωρία, που συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου για την οποία ευθύνεται αντικειμενικά η πρώτη εξ’ αυτών. Πρέπει, συνεπώς, να επιδικαστεί στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άδικη και παράνομη πράξη των αντιδίκων της, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, που οδήγησε στην προσβολή της προσωπικότητάς της, το χρηματικό ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, ποσό το οποίο το δικαστήριο κρίνει δίκαιο και εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής και σταθμίζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη προσβολή, το βαθμό του πταίσματος του δευτέρου εναγομένου, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων πλευρών, εκτός της πρώτης εναγομένης της οποίας η ευθύνη είναι αντικειμενική".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 914, 920, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362, και 367 παρ. γ’ , 2β’ ΠΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ’ αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.
Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς τα ουσιώδη ζητήματα αφενός της τέλεσης της αξιόποινης πράξης της απλής δυσφήμησης (άρθρο 362 σε συνδυασμό με άρθρο 361 ΠΚ) εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης και αφετέρου της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 2β ΠΚ (για τη μη άρση του αδίκου της ως άνω πράξης), διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εν λόγω εφαρμοστέων διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης της απλής δυσφήμησης, καθώς και εκείνα από τα οποία προκύπτει ο σκοπός του δευτέρου αναιρεσείοντος για προσβολή της τιμής της αναιρεσίβλητης, ως αμφισβήτηση της ηθικής και της κοινωνικής της αξίας.
Επομένως, ο πρώτος, από τους αριθμούς 1 και 19 λόγος, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα πράγματα αυτά που έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα και ήταν νόμιμος ή ότι συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω πρώτο λόγο κατά το οικείο μέρος του ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε επί πλέον και στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη "το σύνολο του περιεχομένου του επίδικου δημοσιεύματος".
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένο ισχυρισμό τους, που περιέχεται στο επίμαχο δημοσίευμα και αυτοί πρότειναν είτε προς θεμελίωση ένστασής τους από το άρθρο 367 παρ. 1 γ’ ΠΚ είτε προς απόκρουση της σχετικής αντένστασης της αντιδίκου τους.
Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι ιδίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης ελέγχεται αναιρετικά, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εξαιτίας της προπεριγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δευτέρου αναιρεσείοντος υπέστη ηθική βλάβη και της επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό δεν είναι -κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση- μεγαλύτερο από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Με τον ίδιο λόγο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την ως άνω κρίση περί επιδίκασης του ποσού των 50.000 ευρώ παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή (και) τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του ν. 1178/1981, που ορίζει ως ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποίησης του αδικηθέντος από δυσφημιστικές ή εξυβριστικές πράξεις, που τελέστηκαν δια του τύπου, το ποσό των 29,347 ευρώ και η οποία δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, ως αντισυνταγματική.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για τον προσδιορισμό του εύλογου ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης έλαβε υπόψη του τα ως άνω προσδιοριστικά στοιχεία και όχι τα κριτήρια και όρια της επικαλουμένης διάταξης του ν. 1178/1981.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της επιδίκασης του ανωτέρω ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης και δεν ήταν απαραίτητη η παράθεση άλλων επί πλέον αιτιολογιών.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος είναι αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Ιουνίου 2015 αίτηση των α) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και β) Κ. Τ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1760/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ