Legislator Case Law & Legislation
257/2012 AI generated

257/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 257/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 257 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Ο κανόνας του άρθρου 904 Α.Κ. έχει εφαρμογή και επί των Ν.Π.Δ.Δ. Τη μισθοδοσία του προσωπικού, το οποίο συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, από 1-1-1983 ανÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 257 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ο κανόνας του άρθρου 904 Α.Κ. έχει εφαρμογή και επί των Ν.Π.Δ.Δ. Τη μισθοδοσία του προσωπικού, το οποίο συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, από 1-1-1983 αναλαμβάνει το Δημόσιο, το οποίο υποχρεούται έναντι των ΑΕΙ να καταβάλλει εκάστοτε δια του Δημοσίου Ταμείου, με μισθοδοτικές καταστάσεις. Έναντι όμως του προσωπικού αυτού υπόχρεα προς καταβολή των αποδοχών του εξακολουθούν, ως εργοδότες, να είναι τα ΑΕΙ. Η διάταξη του άρθρου 905 & 1 ΑΚ δεν εφαρμόζεται, όταν η αναζητούμενη παροχή έγινε για την εκπλήρωση άκυρου, λόγω μη τηρήσεως του απαιτούμενου από το νόμο τύπου, συμβάσεως.

Αριθμός 257/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστογεώργη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ζ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπαλταζάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4760/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 519/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-12-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 5 του π.δ. 407/1980 "περί του κυρίου διδακτικού προσωπικού και του τρόπου εκλογής αυτού κ.τ.λ." ορίζονται τα εξής: "1) Επιστήμονες ανεγνωρισμένου επιστημονικού κύρους είτε κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, είτε εξαιρετικής τεχνικής εμπειρίας δύναται να προσλαμβάνονται δια πράξεως του οικείου Πρυτάνεως ή του αντιστοίχου οργάνου διοικήσεως, εκδιδομένης μετ' αποφάσεως της οικείας Σχολής, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου δια την διεξαγωγήν διδακτικού ερευνητικού, επιστημονικού και οργανωτικού έργου, καθοριζομένου δια της συμβάσεως. Οι ανωτέρω, των οποίων ο αριθμός δεν δύναται να υπερβή το σύνολον των πάσης βαθμίδος θέσεων καθηγητών του Ιδρύματος, έχουν καθ' όλην την διάρκειαν της συμβάσεως και εις ότι αφορά εις το ανατεθέν εις αυτούς έργον, τα καθήκοντα και τας υποχρεώσεις, τα αντιστοιχούντα εις την καθηγητικήν βαθμίδα, προς την οποίαν έχουν εξομοιωθεί μισθολογικώς, βάσει των προσόντων των. 2) Η διάρκεια της συμβάσεως καθορίζεται μέχρις ενός πανεπιστημιακού έτους κατά περίπτωσιν, αναλόγως προς τας ανάγκας της οικείας Σχολής, δύναται αύτη να ανανεούται ή παρατείνεται, πλην όμως ο συνολικός χρόνος προσλήψεως δεν δύναται να υπερβή τα τρία (3) πανεπιστημιακά έτη. 3) Η απασχόλησις των ανωτέρω δύναται να είναι πλήρης ή μερική. 4) Η μηνιαία αυτών αποζημίωσις ορίζεται, αναλόγως των προσόντων των, ίση προς τας πάσης φύσεως μηνιαίας αποδοχάς του τακτικού, ή του εκτάκτου καθηγητού, εφόσον η απασχόλησις είναι πλήρης, ή εις το ανάλογον ποσοστόν, εφ' όσον η απασχόλησις είναι μερική". Η ανωτέρω διάταξη αφενός μεν εξακολούθησε να ισχύει και επεκτάθηκε η ισχύς της στα νεοσύστατα Πανεπιστήμια Αιγαίου, Ιονίου και Θεσσαλίας, καθώς και σε κάθε νεοϊδρυόμενο τμήμα όλων των Α.Ε.Ι. της χώρας (άρθρ. 79 παρ. 5 περ. ιδ' ν.1566/1985), αφετέρου δε εφαρμόζεται σε όλα τα Α.Ε.Ι., προκειμένου για ανάθεση διδασκαλίας σε οποιοδήποτε μέλος του Δ.Ε.Π. άλλου Α.Ε.Ι, (άρθρ. 2 παρ. 1 περ. δ' ν. 1674/1986). Εξάλλου, ο ν. 1268/1982 "για τη δομή και λειτουργία των Α.Ε.Ι." ορίζει τα ακόλουθα: Α) Στο άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ότι "τα Α.Ε.Ι. είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου πλήρως αυτοδιοικούμενα. Η εποπτεία του κράτους ασκείται από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων" και ότι "η οργάνωση και η λειτουργία των Α.Ε.Ι. διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Η ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων γίνεται με τον εσωτερικό κανονισμό του κάθε Α.Ε.Ι., ο οποίος καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 εδ. γ'", Β) Στο άρθρο 13 παρ. 1, 2 και 3 ότι "το διδακτικό έργο, όπως ορίζεται στο άρθρο 23, ασκείται από το διδακτικό ερευνητικό προσωπικό (Δ.Ε.Π.), το οποίο αποτελείται από Καθηγητές, Αναπληρωτές Καθηγητές, Επίκουρους Καθηγητές και Λέκτορες. Οι Καθηγητές και οι Αναπληρωτές Καθηγητές εκλέγονται ως μόνιμοι", ότι "τα μέλη του Δ.Ε.Π. έχουν δικαίωμα για έρευνα και διδασκαλία, ανεξαρτησία και ελευθερία στην εκτέλεση του έργου τους, στα πλαίσια του προγραμματισμού και των σχετικών αποφάσεων του Τμήματος" και ότι "τα μέλη του Δ.Ε.Π. έχουν επίσης ως έργο την έρευνα, τη συμμετοχή στη διοίκηση των Α.Ε.Ι. και την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο συναφών προς την ειδικότητα τους και τη θέση τους", Γ) Στο άρθρο 17 παρ. 1 περ. α' ότι "τα μέλη του Δ.Ε.Π. έχουν την υποχρέωση να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Α.Ε.Ι., στο οποίο έχουν διορισθεί με πλήρη απασχόληση για όλες τις εργάσιμες ημέρες", Δ) Στο άρθρο 18 παρ. 2 περ. α' και γ' ότι "με απόφαση της Γ.Σ. Τμήματος προσλαμβάνονται με ετήσια σύμβαση ειδικοί επιστήμονες κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος με την επιφύλαξη του άρθρου 14 παρ. 8 για την κάλυψη ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών" και ότι "οι ειδικοί επιστήμονες και οι εντεταλμένοι επίκουροι καθηγητές έχουν μερική εκπαιδευτική απασχόληση και αντίστοιχη αμοιβή, δεν συμμετέχουν στα συλλογικά πανεπιστημιακά όργανα και δεν υπόκεινται στους περιορισμούς του άρθρου 13 παρ. 6", Ε) Στο άρθρο 23 παρ. 1, ότι "το διδακτικό έργο κατανέμεται σε εξαμηνιαία μαθήματα και περιλαμβάνει: (Ι) την αυτοτελή διδασκαλία ενός μαθήματος, (ΙΙ) τα φροντιστήρια και τις φροντιστηριακές ασκήσεις, (ΙΙΙ) τις εργαστηριακές και κλινικές ασκήσεις και την εν γένει πρακτική εξάσκηση των φοιτητών και (ΙV) την επίβλεψη διπλωματικών εργασιών και την πραγματοποίηση σεμιναρίων ή άλλων αναλόγων δραστηριοτήτων, που αποσκοπούν στην εμπέδωση των γνώσεων των φοιτητών" και ΣΤ) Στο άρθρο 25 παρ. 1, 2 και 6 εδ. α' και β' ότι "το ακαδημαϊκό έτος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου και λήγει την 31η Αυγούστου του επόμενου", ότι "το εκπαιδευτικό έργο κάθε ακαδημαϊκού έτους διαρθρώνεται χρονικά σε δύο εξάµηνα" και ότι "το πρώτο εξάµηνο αρχίζει το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου και το δεύτερο εξάµηνο λήγει το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου. Οι ακριβείς ημερομηνίες καθορίζονται από τη Σύγκλητο. Τέλος, το άρθρο 41 του ν.δ. 496/79 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ. ορίζει ότι "πάσα σύµβασις δια λογαριασµό ν.π.δ.δ. έχουσα αντικείµενο άνω των 10.000 δρχ. (ήδη 400.000 δρχ., κατ' άρθρο 80 Ν. 2362/95) ή δημιουργούσαν υποχρεώσεις διαρκείας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξοµειούται δι' αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών, δημοσιευμένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρόταση καταρτίσεως συµβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της µη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συµβάσεως". Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι κάθε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου την οποία καταρτίζει νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου µε εργαζόμενο υποβάλλεται, εφόσον δεν υπάγεται στην ανωτέρω θεσπιζόμενη εξαίρεση, υποχρεωτικώς στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο της συµβάσεως. Η έλλειψή του καθιστά τη σύµβαση του εργαζομένου που απασχολείται στο Ν.Π.Δ.Δ. άκυρη και τη µετατρέπει σε απλή εργασιακή σχέση. Ως εκ του λόγου δε αυτού το Ν.Π.Δ.Δ. είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον εργαζόμενο, µε βάση πλέον τη σχέση αυτή και σύµφωνα µε τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισµού (άρθρ. 904 επ. ΑΚ), την ωφέλεια την οποία αποκόµισε από την εργασία του, η οποία συνίσταται στην αµοιβή που θα κατέβαλε σύµφωνα µε τις συνθήκες που επικρατούν στον τόπο της παροχής της εργασίας, σε άλλο πρόσωπο το οποίο θα προσλάβανε µε έγκυρη εργασιακή σύµβαση και θα είχε τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα µε εκείνον που παρέσχε την εργασία. Ο γενικός αυτός κανόνας του άρθρου 904 Α.Κ. έχει εφαρμογή και επί των Ν.Π.Δ.Δ., υπέρ των οποίων δεν εισάγεται εξαίρεση από τις Πράξεις Υπουργικού Συµβουλίου που αναστέλλουν τους διορισμούς του πάσης φύσεως προσωπικού στο Δηµόσιο και στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα στον οποίο υπάγονται και τα Ν.Π.Δ.Δ., γιατί η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, επαγομένη την ακυρότητα της προσλήψεως, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόµιµης αιτίας, ένεκα της οποίας το Ν.Π.Δ.Δ., ως εργοδότης, ενέχεται προς απόδοση της ωφέλειας από την παρασχεθείσα εργασία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 Α.Κ. και δεν αποτελεί λόγο αποκλεισµού της αναζητήσεως αυτής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 1268/1982, "πάσης φύσεως αποδοχές του διδακτικού, διοικητικού και λοιπού προσωπικού που υπηρετεί µε οποιαδήποτε µορφή ή σχέση εργασίας στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύµατα (ΑΕΙ) και τα παραρτήματα τους βαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό, στον οποίο εγγράφονται οι σχετικές πιστώσεις. Οι αποδοχές αυτές καταβάλλονται από 1η Ιανουαρίου 1983 δια του Δημοσίου Ταμείου, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τους δημοσίους υπαλλήλους ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τη μισθοδοσία του ως άνω προσωπικού, το οποίο συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) από 1-1-1983 αναλαμβάνει το Δημόσιο, το οποίο υποχρεούται έναντι των ΑΕΙ να καταβάλλει εκάστοτε δια του Δημοσίου Ταμείου, με μισθοδοτικές καταστάσεις που του υποβάλλουν τα ανωτέρω ιδρύματα, τις αποδοχές του ανήκοντος στη δύναμή τους διδακτικού, διοικητικού και λοιπού προσωπικού. Έναντι όμως του προσωπικού αυτού υπόχρεα προς καταβολή των αποδοχών του εξακολουθούν, ως εργοδότες, να είναι τα ΑΕΙ, έναντι των οποίων και νομιμοποιείται παθητικώς ο ανήκων στο ως άνω προσωπικό τους να εγείρει αγωγή για την καταβολή των αποδοχών του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 905 § 1 ΑΚ, η οποία αποκλείει την υποχρέωση του λήπτη του πλουτισμού να αποδώσει την ωφέλεια εφαρμόζεται, κατά τα σ' αυτή οριζόμενα, από τις ενδεικτικώς στη διάταξη της ΑΚ 904 αναφερόμενες περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, μόνον σε αυτήν της αχρεώστητης παροχής. Δηλαδή εκείνης η οποία έγινε για την εκπλήρωση χρέους, για την ύπαρξη του οποίου δεν συμπληρώθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, αν ο δότης γνώριζε την μη ύπαρξη των προϋποθέσεων αυτών, αφού, τότε εκδηλώνει βούληση παροχής χωρίς αιτία η οποία αναγνωρίζεται από το νόµο (δωρεά) και καλύπτει την έλλειψη αιτίας του χρέους.

Συνεπώς, η παραπάνω διάταξη δεν εφαρµόζεται, όταν η αναζητούμενη παροχή έγινε για την εκπλήρωση άκυρου, λόγω µη τηρήσεως του απαιτούμενου από το νόµο τύπου, συµβάσεως, δηλαδή για αιτία που δεν αναγνωρίζεται από το νόµο, οπότε η αναζήτηση δεν αποκλείεται από το ότι ο δότης γνώριζε την ακυρότητα, αφού η γνώση αυτή και, η, παρά την ακυρότητα, καταβολή δεν θεραπεύουν την ακυρότητα από τη µη τήρηση του τύπου και επομένως και την, εκ του λόγου τούτου, έλλειψη νόµιµης αιτίας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι κατόπιν της, σύμφωνα µε το άρθρο 5 του Π.δ/τος 407/1980, από 13-9-2002 αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως του Τµήµατος Πληροφορικής του εναγοµένου και ήδη εκκαλούντος Πανεπιστημίου Πειραιώς ΝΠΔΔ, αποφασίστηκε η πρόσληψη του ήδη εφεσιβλήτου - ενάγοντος, µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για τη διδασκαλία των µαθηµάτων "Γραφικά µε Υπολογιστές" και "Αλγόριθμοι", της αντίστοιχης εξεταστικής περιόδου του χειμερινού εξαµήνου του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003, δηλαδή για το χρονικό διάστηµα από 30-10-2002 έως 18-3- 2003 επί έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως και µε µηνιαίες αποδοχές που ορίστηκαν στο 34,02% εκείνων του Λέκτορα. Προς τούτο υπογράφηκε µεταξύ των διαδίκων η από 21-7- 2003 σύµβαση εργασίας και ο ενάγων έλαβε για τις ως άνω υπηρεσίες του το ποσό των 3.101,35 Ευρώ. Ακολούθως, σύµφωνα και µε τις µε επίκληση προσκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο ενάγοντα: 1) από 25-11-2004 βεβαιώσεις του Προέδρου του Τµήµατος Πληροφορικής Ε. Φ. και 2) τις από 16-9-2002 και από 9-1-2004 ανακοινώσεις του εκκαλούντος εναγοµένου Πανεπιστημίου, αποφασίστηκε α) µε τις από 4- 2-2003 και 27-3-2003 αποφάσεις της Γενικής Συνελεύσεως του ως άνω Τµήµατος, η εκ νέου πρόσληψη του εφεσιβλήτου - ενάγοντος για τη διδασκαλία των µαθηµάτων "Αλγόριθμοι" και "Συστήµατα Πολυµέσων" για το εαρινό εξάµηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003, ήτοι από 10-3-2003 µέχρι 30-9-2003 και µε εξάωρη (6) απασχόληση εβδομαδιαίως β) µε την από 25-9-2003 απόφαση της Γ.Σ. του ιδίου παραπάνω Τµήµατος (αποφασίστηκε) η εκ νέου επίσης πρόσληψη του ενάγοντος για διδασκαλία των µαθηµάτων "Ευφυείς Πράκτορες", "Ανάκτηση Πληροφοριών" και "Τεχνολογίες Διαδικτύου", για το χρονικό διάστηµα από 13-10-2003 µέχρι 15-3-2004, δηλαδή το χειμερινό εξάµηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004 και επί έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως. γ) Επίσης, µε την από 10-2-2004 απόφαση της Γ.Σ. του αυτού ως άνω Τµήµατος, (αποφασίστηκε) η επαναπρόσληψή του (ενάγοντος) για τη διδασκαλία των μαθημάτων "Αλγόριθμοι" και "Γραφικά με υπολογιστές" για το χρονικό διάστημα από 16-3-2004 έως 30-9-2004 (εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004) και επί έξι (6) ώρες την εβδομάδα. Ο ενάγων κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα προσέφερε κανονικά τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο και το τελευταίο τις αποδεχόταν, χωρίς ωστόσο να έχουν υπογραφεί σχετικές συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων σε εκτέλεση των ως άνω αποφάσεων της Γ.Σ. και χωρίς το εναγόμενο να προβεί στην καταβολή της μισθοδοσίας του, για τα εν λόγω χρονικά διαστήματα. Έτσι, όταν τον Φεβρουάριο του έτους 2005 ο ενάγων εκλήθη από το εναγόμενο Πανεπιστήμιο να υπογράψει σύμβαση εργασίας με πλήρη προσόντα μόνο για το χρονικό διάστημα από 17-6-2004 έως 31-8-2004 με μηνιαία αποζημίωση ίση προς το 41,56% των πάσης φύσεως μηνιαίων αποδοχών του Λέκτορα, αυτός (ενάγων) αρνήθηκε, αξιώνοντας, αφενός μεν την υπογραφή σύμβασης εργασίας με το εναγόμενο για ολόκληρο το ως άνω χρονικό διάστημα των τριών (3) ακαδημαϊκών εξαμήνων (ήτοι: α) εαρινό ακαδημαϊκού έτους 2002/2003, β) χειμερινό ακαδημαϊκού έτους 2003/2004, και γ) εαρινού 2003/2004) κατά τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε απασχοληθεί χωρίς όμως να του έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό, και αφετέρου την άμεση καταβολή των δεδουλευμένων του με μηνιαία μάλιστα αποζημίωση ίση προς το 100% των πάσης φύσεως μηνιαίων αποδοχών του Λέκτορα. Επομένως, είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος - ενάγων, κατά τα προεκτεθέντα χρονικά διαστήματα (εαρινό εξάμηνο ακαδημαϊκού έτους 2002-2003, χειμερινό εξάμηνο ακαδημαϊκού έτους 2003-2004, και εαρινό εξάμηνο ακαδημαϊκού έτους 2003-2004) προσέφερε κανονικά τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο-εκκαλούν Πανεπιστήμιο, το οποίο τις αποδεχόταν, χωρίς ωστόσο να υπογραφεί τελικώς σχετική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων σε εκτέλεση των ως άνω αποφάσεων και πολύ περισσότερο χωρίς το εναγόμενο Πανεπιστήμιο να προβεί στη μισθοδοσία του ενάγοντος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ουσιαστικών και νομικών παραδοχών, οι ως άνω συμβάσεις του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, πλην της πρώτης, είναι άκυρες, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 41 ν.δ. 496/1976 και 3, 159 και 180 Α.Κ., εφόσον αυτός (ενάγων) είχε συνεχώς πλήρη απασχόληση την οποία μάλιστα αποδεχόταν το εναγόμενο - εκκαλούν Πανεπιστήμιο με το νόμιμο εκπρόσωπό του, ενώ για την εν λόγω πλήρη και αναμφισβήτητη απασχόλησή του δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος και το εναγόμενο ωφελήθηκε από τις παραπάνω υπηρεσίες του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, ο οποίος παρέσχε αυτές στα ίδια ως άνω χρονικά διαστήματα, κατά το ποσό που αυτό (Πανεπιστήμιο) θα κατέβαλε σε άλλον διδάσκοντα, τον οποίο θα προσλάμβανε με τις νόμιμες διατυπώσεις και για την αντίστοιχη θέση, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα. Έτσι η απασχόληση του ενάγοντος στα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα ήταν πλήρης (άρθρο 2 § 3, 2, 10 Ν. 2530/1997 "Υπηρεσιακή κατάσταση και αναμόρφωση µισθολογίου του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού και του εκπαιδευτικού προσωπικού των ιδρυµάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΑΕΙ και ΤΕΙ) µισθολογικές ρυθµίσεις Ερευνητών Ιδρυµάτων και άλλων συναφών κατηγοριών και άλλες διατάξεις".

Συνεπώς ο ενάγων - εφεσίβλητος εδικαιούτο να λάβει τις νόµιµες µηνιαίες αποδοχές του Λέκτορα και τις αναλογίες επιδομάτων, για τα προεκτεθέντα χρονικά διαστήματα της πλήρους απασχολήσεώς του στο εκκαλούν - εναγόµενο Πανεπιστήμιο, οι οποίες, κατά την αντίστοιχη περικοπή της εκκαλουμένης αποφάσεως, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 35.124,89 ευρώ, κατά τις αµέσως παρακάτω επιµέρους διακρίσεις, που επιδίκασε το Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο, (χωρίς µάλιστα να βάλλεται η εκκαλουμένη ως προς το σηµείο της αυτό αναφορικά µε τον τρόπο υπολογισµού και το ύψος των επιδικασθέντων) και συγκεκριμένα αυτός εδικαιούτο: α) για µεν το χειμερινό εξάµηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002/2003 (της υφισταμένης εγκύρου συµβάσεως εργασίας) στο ποσό των 7.917,84€ και ενόψει του ότι αυτός έλαβε µόνο το ποσό των 3.101,3 5€ δικαιούνταν την διαφορά των 4.816,94 ευρώ, β) για το εαρινό εξάµηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002/2003 στο ποσό των 7.917,84 ευρώ, γ) για το χειμερινό εξάµηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003/2004 στο ποσό των 9.556,56 ευρώ και δ) για το εαρινό εξάµηνο ακαδημαϊκού έτους 2003/2004 στο ποσό των 12.834€.

Συνεπώς, με βάση τις ως άνω νομικές και ουσιαστικές παραδοχές, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι επαναφερόμενοι με τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης πρωτόδικοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος - εναγομένου πανεπιστημίου, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, ότι δηλαδή α) με το ως άνω ποσό της αμοιβής του ενάγοντος- εφεσιβλήτου δεν ωφελήθηκε το ίδιο, αλλά το δημόσιο, που είναι αυτό που βαρύνεται με τη δαπάνη πληρωμής των υπηρεσιών του διδακτικού προσωπικού των ΑΕΙ, β) ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος δεν δικαιούται την απόληψη του σχετικού αγωγικού κονδυλίου, διότι αυτός γνώριζε την ακυρότητα της συμβάσεως, αφού δεν είχε υπογραφεί μεταξύ τους σχετική σύμβαση για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, που δεν μπορεί να υπερβεί τα τρία πανεπιστημιακά έτη, και παρόλα αυτά με δική του πρωτοβουλία συνέχισε να προσφέρει τις διδακτικές του υπηρεσίες οικειοθελώς. Διότι, ο ενάγων - εφεσίβλητος, αποδείχτηκε ότι συνέχισε την προσφορά των διδακτικών του υπηρεσιών στα προεκτεθέντα επίδικα χρονικά διαστήματα στο εναγόμενο Πανεπιστήμιο, το οποίο απέβλεψε στις υπηρεσίες αυτού και εκ των οποίων το ίδιο αποκλειστικά ωφελήθηκε, όχι με πρόθεση παραιτήσεως από τις αξιώσεις του (αμοιβή ενάγοντος), δηλαδή όχι με πρόθεση δωρεάς, αλλά καλόπιστα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του γεγονότος, αφενός μεν ότι η προσφορά των διδακτικών υπηρεσιών του (ενάγοντος) στηριζόταν στις αντίστοιχες αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του ως άνω αντιστοίχου Τμήματος του εκκαλούντος - εναγομένου Πανεπιστημίου, αφετέρου δε έχοντας αυτός (ενάγων) υπόψη του την πάγια πρακτική του εναγομένου, πρώτα να ξεκινούν τα μαθήματα και στην πορεία να υπογράφεται η σύμβαση με το ΔΕΠ, όπως άλλωστε συνέβη και για το προαναφερθέν πρώτο εξάμηνο, κατά το οποίο αυτός προσέφερε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο. Αξιοσημείωτο δε είναι το γεγονός ότι το τελευταίο ουδέποτε αρνήθηκε να αποδεχθεί τις διδακτικές υπηρεσίες του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, κατά τα ανωτέρω επίδικα χρονικά διαστήματα, καλύπτοντας έτσι με αυτόν τον τρόπο τις διδακτικές του ανάγκες, στα ένδικα χρονικά διαστήματα (που δεν ξεπερνούν τα τρία πανεπιστημιακά έτη) και αποκομίζοντας έτσι το ίδιο ωφέλεια από την αντιστοιχούσα σ' αυτά αμοιβή του ενάγοντος από την παροχή της εργασίας του. Επομένως, (καταλήγει το Εφετείο), πρέπει, η προκείμενη αγωγή αποδόσεως της ως άνω χρηματικής ωφελείας από την παρασχεθείσα σε εκτέλεση άκυρης συμβάσεως εργασίας, λόγω της μη τηρήσεως του έγγραφου τύπου της συμβάσεως εργασίας, να γίνει δεκτή ως βάσιμη εν μέρει κατ' ουσίαν για το προεκτεθέν ποσό των 34.124,82 €. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 4760/2008 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει, εν μέρει, δεκτή η ένδικη αγωγή και επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, από τη διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, ανάμεσα στα οποία και το με αρ. πρωτ. 20051186/21-4-2005 έγγραφο της Δ/νσης Διοικητικού του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Επομένως, ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 22-12-2010,αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", για αναίρεση της 519/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ