257/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 257 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated257/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 257 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 257 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος έχει συμβατική ισχύ. Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γεν. Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου ( ΑΚ 201). Αν κριθεί από το ανωτέρω συμβούλιο ότι ο εργαζόμενος δεν συγκέντρωσε , τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του στον ανωτέρω βαθμό και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί( ΑΚ 207 παρ 1) Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη , όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου.Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί. Αναιρείται η απόφαση του Εφετείου για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτολογίες του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 201 και 207 ΑΚ.
ΑΡΙΘΜΟΣ 257/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. συζύγου Δ. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Κάπο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1994/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 8011/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 5-6-2009 αίτησης για αναίρεση της 8011/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ. Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από το ανωτέρω συμβούλιο ότι ο εργαζόμενος δεν συγκέντρωνε, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του στον ανώτερο βαθμό και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ. 1). Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το, άρθρο 12 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή στον τρίτο βαθμό που είναι ο βαθμός του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου, αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου (Διοικητικού Συμβουλίου) της Τράπεζας της Ελλάδος, μετά από πρόταση του Διοικητή, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά, οι όροι που προβλέπονται στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ήτοι να υπάρχει κενή οργανική θέση, να έχει συμπληρώσει ο υπάλληλος στο βαθμό που κατέχει, τον απαιτούμενο χρόνο ευδόκιμης υπηρεσίας, να έχει τα προσόντα της ανώτερης θέσης και να έχει επιδείξει, σε όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του, εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα ... . Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσελήφθη στις 19-7-1976 από την εναγομένη κι ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καθ' όσον ο Οργανισμός της Τράπεζας προβλέπει όριο ηλικίας, μετά τη συμπλήρωση του οποίου, ο υπάλληλος αποχωρεί υποχρεωτικά από την υπηρεσία, μετά από επιτυχία της σε διαγωνισμό, ενταχθείσα στον λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων. Εξελίχθηκε υπηρεσιακά, μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1-10-1994. Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού τμήματος της Σχολής Ν.Ο.Ε. του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έχει καλή γνώση της Αγγλικής γλώσσας. Έχει παρακολουθήσει δώδεκα επιμορφωτικά σεμινάρια, ήταν εισηγήτρια σε τέσσερα εκπαιδευτικά σεμινάρια που διενεργήθηκαν στην Θεσσαλονίκη και συντονίστρια δύο ερευνών, κατά παραγγελία της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών για τις προοπτικές του τουρισμού στη Χαλκιδική το 2003. Κατά την πρόσληψή της, τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα της Τράπεζας στη … στο τμήμα Εισαγωγών Εξαγωγών, από το 1976 έως το 1985 και εν συνεχεία στη Στατιστική Υπηρεσία από το 1985 έως το 1995 και στο τμήμα Ισοζυγίου-Στατιστικής (Υπηρεσία Οικονομικής Συγκυρίας), από το 1995, συνεχώς, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής. Στο Τμήμα αυτό, άσκησε καθήκοντα αναπληρώτριας Προϊσταμένης από 5-8-1999 έως 11-7-2002 και εν συνεχεία, καθήκοντα Προϊσταμένης. Στις εκθέσεις αξιολόγησης, επί δέκα επτά συνολικά κριτηρίων, το έτος 1999 χαρακτηρίσθηκε με 10 "εξαίρετη" και 7 "πολύ καλή", το 2000 με 11 "εξαίρετη" και 6 "πολύ καλή", το 2001 με 13 "εξαίρετη" και 4 "πολύ καλή", το 2002 με 13 "εξαίρετη" και 4 "πολύ καλή". Η τελευταία βαθμολογία λαμβάνεται υπ' όψιν, μόνον για τις προαγωγικές κρίσεις του 2003. Κατά τις κρίσεις της 27-5-2002 για την προαγωγή Τμηματαρχών στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, παρελείφθη η εκκαλούσα (ενάγουσα) και προήχθησαν οι κατωτέρω συνάδελφοι της: 1. Α. Α., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 14-2-1972, εντάχθηκε στον ταμειακό κλάδο και προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1992, απασχολήθηκε στον τομέα Επιθεώρησης Κεντρικών Μονάδων της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης και σε άλλες υπηρεσιακές μονάδες, παρακολούθησε πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια, έχει πολύ καλή γνώση της Αγγλικής και βαθμολογήθηκε το 1999 με 12 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2000 με 13 "εξαίρετος". 2. Χ. Α., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 14-8-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1992, είναι κάτοχος διπλώματος "Proficiency" της Αγγλικής γλώσσας, έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο και βαθμολογήθηκε το 1999 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", και το 2000 με 15 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Ταμείου Τίτλων της Διεύθυνσης Ταμείων και στο Τμήμα Διαχείρισης Ξένων Τραπεζογραμματίων, άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου από 14-8-1984 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 8-12-1991. Υπήρξε εισηγητής σε επιμορφωτικά σεμινάρια υπαλλήλων της Τράπεζας και μέλος της ομάδας εργασίας της Interpole για την καταπολέμηση της πλαστότητας τραπεζογραμματίων. 3. Κ. Β., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 12-8-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη στις 3-4-1991, γνωρίζει την αγγλική σε επίπεδο "Lower", έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια και βαθμολογήθηκε το 1999 με 12 "εξαίρετος" και 5 "πολύ καλός" και το 2000 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός". Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα …, στην Υπηρεσία διαχειρίσεως, όπου άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 3-4-1995. Συνέταξε μελέτη για τη μηχανοργάνωση των κλειδαρίθμων που υλοποιήθηκε από την Τράπεζα. 4. Β. Β., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 8-7-1974, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-10-1995, έχει καλή γνώση της αγγλικής, έχει παρακολουθήσει επτά σεμινάρια και βαθμολογήθηκε το 1999 με 13 "εξαίρετος" και το 2000 με 18 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Οργάνωσης και προγραμματισμού και στο τμήμα Καταθέσεων του Τομέα Οργάνωσης και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου, από τον Οκτώβριο του 2000 στο Τμήμα επιχειρησιακού σχεδιασμού και υποστήριξης διαδικασιών. 5. Κ. Μ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 19-6-1973, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-1-1992, παρακολούθησε τέσσερα επιμορφωτικά σεμινάρια, έχει καλή γνώση της Αγγλικής και βαθμολογήθηκε το 1999 με 17 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2000 με 18 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Διαχείρισης ξένων τραπεζογραμματίων και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 18-7-1988. Συνέταξε μελέτες και εισηγήσεις σε επιμορφωτικά σεμινάρια και υπήρξε εισηγητής σε προγράμματα εκπαίδευσης σχετικά με τον έλεγχο γνησιότητας των τραπεζογραμματίων, συνέταξε δε αντίστοιχο εγχειρίδιο. Υπήρξε μέλος επιτροπών για το σχεδιασμό της παραγωγής και κυκλοφορίας του ευρώ, της απόσυρσης του εθνικού νομίσματος και της εκπαίδευσης του κοινού στο ευρώ, ενώ συμμετείχε και σε ομάδες εργασίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 6. Θ. Μ. - Γ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 3-3-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1987, έχει καλή γνώση της Αγγλικής και βαθμολογήθηκε το 1999 και το 2000 με 17 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Οικονομικών Υπηρεσιών και άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 16-5-1991 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 21-7-1992. Έχει εκπονήσει προτάσεις για την ενοποίηση των λογαριασμών της μισθοδοσίας του προσωπικού της Τράπεζας και για τις εισφορές των ασφαλιστικών ταμείων της και είχε αναλάβει καθήκοντα ελεγκτή αστικής εταιρίας. 7. Σ. Χ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 12-8-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-7-1992, γνωρίζει μέτρια την αγγλική και ιταλική γλώσσα, έχει παρακολουθήσει πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια. Δεν βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000, διότι απεσπάσθη στο Σ.Υ.Τ.Ε., από 7-9-1995, ως συνδικαλιστής, ο χρόνος όμως της απόσπασης των συνδικαλιστών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 28-11-1988. 8. Δ. Γ., πτυχιούχος Παιδαγωγικής Ακαδημίας, ΑΣΟΕΕ και ΑΒΣ Θεσσαλονίκης. Προσελήφθη στις 19-7-1976, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1990. Έχει μέτρια γνώση της Αγγλικής. Έχει παρακολουθήσει εννέα επιμορφωτικά σεμινάρια της Τράπεζας και έχει συμμετάσχει σε σεμινάρια εκτός Τραπέζης, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Επίσης, έχει συμμετάσχει σε επιτροπές και ομάδες εργασίας και υπήρξε εισηγητής σε σειρά σεμιναρίων επί τραπεζικών και οικονομικών θεμάτων. Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα …, στην Υπηρεσία Γενικών Εργασιών, στην Υπηρεσία Εποπτείας, και στην Υπηρεσία Στατιστικής Ισοζυγίου Πληρωμών και άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 21-7-1989 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 26-6-2000. 9. Β. Δ., πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε., προσελήφθη στις 14-8-1980, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-7-1996, έχει καλή γνώση της Αγγλικής, έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό σεμιναρίων και βαθμολογήθηκε τα έτη 1999 και 2000 με 13 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Ενέγγυων πιστώσεων και αξιών και στον τομέα μελέτης και σχεδιασμού της Διεύθυνσης Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών. Έχει συντάξει σημαντικό αριθμό μελετών, σχεδίων και προτάσεων και υπήρξε εισηγητής σε σεμινάρια του Τμήματος Επιμόρφωσης της Τράπεζας. 10. Ν. Κ., πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε., προσελήφθη στις 11-8-1980, προήχθη σε Τμηματάρχη στις 1-7-1996, έχει καλή γνώση της Αγγλικής, έχει παρακολουθήσει τέσσερα σεμινάρια και για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 18 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στον Τομέα Στατιστικής Ισοζυγίου Πληρωμών και άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτού Προϊσταμένου Τμήματος από 1-8-2001. Είναι τακτικό μέλος της ομάδας εργασίας της στατιστικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Eurostat για το ισοζύγιο πληρωμών. 11. Σ. Κ., πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε., προσελήφθη στις 12-8-1980, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-7-1996, έχει καλή γνώση της Αγγλικής και έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό σεμιναρίων. Βαθμολογήθηκε τα έτη 1999 και 2000 με δεκατρία "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο τμήμα εποπτείας λοιπών Εμπορικών Τραπεζών, στο τμήμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στον τομέα εξωτερικών οικονομικών συναλλαγών του τμήματος κίνησης κεφαλαίων, στον τομέα στατιστικής ισοζυγίου πληρωμών, όπου άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας. 12. Α. Τ., πτυχιούχος Α.Β.Σ. Πειραιώς, προσελήφθη στις 21-8-1980, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-10-1996, έχει μέτρια γνώση της Αγγλικής και πολύ καλή γνώση της Γαλλικής, έχει παρακολουθήσει επτά σεμινάρια και βαθμολογήθηκε το 1999 με δέκα έξι "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2000 με εννέα "εξαίρετος" και επτά "πολύ καλός". Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα …, στο Τμήμα πιστώσεως και αναπροεξοφλήσεως χαρτοφυλακίου Τραπεζών, στην Υπηρεσία Αξιών - Ενέγγυων πιστώσεων, στην Υπηρεσία Γενικών Εργασιών και Συναλλάγματος και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 15-3-1995. Από τη σύγκριση των προσόντων τους με αυτά της εκκαλούσας (ενάγουσας), προκύπτει ότι η τελευταία υστερεί ως προς την γενική και ειδική αρχαιότητα του πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, εβδόμου, ισοδυναμεί με τον όγδοο ως προς την γενική αρχαιότητα, ενώ υστερεί τούτου ως προς την ειδική, υπερτερεί, ως προς τα ίδια στοιχεία, των ενάτου, δέκατου, ενδέκατου και δωδέκατου. Υπερτερεί, ως προς τους τίτλους σπουδών, ως κατέχουσα πτυχίο Α.Ε.Ι., των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου και έβδομου, οι οποίοι είναι απόφοιτοι Γυμνασίου. Είναι ισοδύναμη με τους ένατο, δέκατο, ενδέκατο και δωδέκατο, ενώ υστερεί του όγδοου (Δ. Γ.), ο οποίος κατέχει τρία πτυχία Α.Ε.Ι. Είναι ισοδύναμη με όλους ως προς την γνώση της Αγγλικής, πλην του δεύτερου ως προς το επίπεδο γνώσης (Proficiency), του εβδόμου και δωδέκατου, οι οποίοι γνωρίζουν δύο ξένες γλώσσες. Υπερτερεί όλων ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων. Ως προς την βαθμολογία των ετών 1999 και 2000 που ελήφθη υπ' όψιν για την ένδικη προαγωγική κρίση, υστερεί των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, ένατου, δέκατου και ενδέκατου, ενώ ως προς τον δωδέκατο, υστερεί στη βαθμολογία του 1999 και υπερτερεί στη βαθμολογία του 2000. Με βάση τα στοιχεία αυτά, δεν προκύπτει κατάδηλη αλλά απλή υπεροχή της εκκαλούσας έναντι των συναδέλφων της. Η υπεροχή της έναντι των συναδέλφων της που προαναφέρθηκαν, ως προς τους τίτλους σπουδών, αντιτάσσεται έναντι της υπεροχής των τελευταίων ως προς την γενική και ειδική αρχαιότητα, στοιχεία που συνεκτιμώνται και με την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και τη γνώση και εμπειρία που απέκτησαν.
Συνεπώς, η κρίση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας περί προαγωγής των προαναφερθέντων στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, αντί της εκκαλούσας (ενάγουσα), δεν είναι κατάφωρα άδικη και ως εκ τούτου δεν παρακωλύθηκε, εναντίον της καλής πίστης, η πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της στον άνω βαθμό. Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή, κατά την κυρία της βάση (σε σχέση με τους ως άνω δώδεκα συγκρινόμενους υπαλλήλους), δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, αφού υπό τα προεκτεθέντα περιστατικά η προαγωγή των προαναφερθέντων δώδεκα υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, αντί της αναιρεσείουσας (ενάγουσας), δεν είναι κατάφωρα άδικη, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων. Ακόμη διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1, αληθώς δε από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως και τα εξής: Κατά τις επόμενες προαγωγικές κρίσεις, της 15-12-2003, στον ίδιο βαθμό, παρελείφθη η εκκαλούσα (ενάγουσα) και προήχθησαν οι κατωτέρω συνάδελφοι της: 1. Γ. Α., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 20-4-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη στις 15-7-1996, έχει μέτρια γνώση της αγγλικής, έχει παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια και βαθμολογήθηκε το 2000 με δεκαπέντε "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", το 2001 με δεκαπέντε "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και το 2002 με δέκα έξι "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός". Απασχολήθηκε στο υποκατάστημα … και στο κεντρικό Κατάστημα στη Διεύθυνση Ταμείων. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 1-12-1988 και Προϊστάμενου Υπηρεσίας από 18-7-1994 2. Ι. Γ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 14-11-1979, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-10-1999, έχει μέτρια γνώση της αγγλικής, έχει παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στο υποκατάστημα …, στο ΙΕΤΑ. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 11-10-1989 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 29-4-1991. Από 12-5-1997, είναι Προϊστάμενος Υπηρεσίας στον Σύλλογο Υπαλλήλων της Τράπεζας και γι' αυτό δεν έχει αξιολογηθεί από τότε. 3. Ι. Ε., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 7-11-1974 και προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-1-1995. Έχει παρακολουθήσει ένα επιμορφωτικό σεμινάριο. Έχει μέτρια γνώση της αγγλικής και βαθμολογήθηκε το 2000 με δεκαπέντε "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", και το 2001, 2002 με δέκα επτά "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο υποκατάστημα … και Κεντρικό Κατάστημα στο Ταμείο Αλληλοβοήθειας ΣΥΤΕ, στη Διεύθυνση Πληροφορικής και Οργάνωσης και άσκησε καθήκοντα Διευθυντού των διοικητικών υπηρεσιών του Ταμείου Αλληλοβοήθειας ΣΥΤΕ τα έτη 2001 και 2002. 4. Χ. Μ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 24-1-1972 και προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1993. Έχει καλή γνώση της αγγλικής και έχει παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια. Βαθμολογήθηκε το 2000, 2001, 2002 σε όλα τα στοιχεία "εξαίρετος". Ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 12-2-1992, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 30-12-1993 και από 17-2-2001 είναι Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος Γραμματείας Διεύθυνσης Διοικητικού της Τράπεζας. Από τη σύγκριση των προσόντων τους με αυτά της εκκαλούσας (ενάγουσας), προκύπτει ότι η τελευταία υπερέχει όλων ως προς τους τίτλους σπουδών, υστερεί του πρώτου, τρίτου τέταρτου ως προς την γενική αρχαιότητα, υπερτερεί του δεύτερου, ως προς αυτήν, υπερτερεί του πρώτου, δεύτερου, τρίτου ως προς την ειδική αρχαιότητα, ενώ υστερεί του τέταρτου. Υπερτερεί όλων ως προς τον αριθμό σεμιναρίων, ισοβαθμεί με όλους ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ υστερεί όλων ως προς τη βαθμολογία. Με βάση τα στοιχεία αυτά, δεν προκύπτει κατάδηλη, αλλά απλή υπεροχή της εκκαλούσας έναντι των άνω συναδέλφων της.
Συνεπώς, η κρίση του Γενικού συμβουλίου της Τράπεζας περί προαγωγής των προαναφερθέντων στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου αντί της εκκαλούσας, δεν είναι κατάφωρα άδικη και ως εκ τούτου δεν παρακωλύθηκε από αυτήν, εναντίον της καλής πίστης, η πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της στον άνω βαθμό. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε καταφανής, αλλά απλή υπεροχή της αναιρεσείουσας, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έναντι των προαναφερόμενων τεσσάρων συναδέλφων της και ότι η παράλειψη της και η αντ' αυτής προαγωγή εκείνων στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου κατά τις κρίσεις της 15-12-2003, δεν ήταν καταφώρως άδικη, έτσι δε δεν παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της στον άνω βαθμό. Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή και κατά την επικουρική της βάση (σε σχέση με τους ως άνω τέσσερις συγκρινόμενους υπαλλήλους), δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, μόνο ως προς τους συγκρινόμενους υπαλλήλους Γ. Α., Ι. Ε. και Χ. Μ., αφού υπό τα προεκτεθέντα περιστατικά η προαγωγή των προαναφερθέντων τριών υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, αντί της αναιρεσείουσας (ενάγουσας), κατά τις κρίσεις της 15-12-2003, δεν είναι κατάφωρα άδικη, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων σε σχέση με την αναιρεσείουσα και τους τρεις ως άνω υπαλλήλους. Αντίθετα, σε σχέση με τον συγκρινόμενο υπάλληλο Ι. Γ., το Εφετείο με την κρίση του ότι και ως προς αυτόν η αναιρεσείουσα δεν υπερτερεί καταδήλως, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Ειδικότερα, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της αναιρεσείουσας, συγκρινόμενα κατόπιν συνολικής εκτιμήσεώς τους, με εκείνα του προαχθέντος συναδέλφου της, προσδίδουν σ' αυτήν κατάδηλη έναντι εκείνου υπεροχή. Και τούτο διότι η αναιρεσείουσα υπερέχει αυτού ως προς τους τίτλους σπουδών, τη γενική και ειδική αρχαιότητα, τον αριθμό σεμιναρίων, τη γνώση ξένης γλώσσας και τη βαθμολογία. Περαιτέρω, ενώ γίνεται δεκτό ότι ο υπάλληλος αυτός έχει μέτρια γνώση και η αναιρεσείουσα καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας, εν τούτοις κρίνει ότι ισοβαθμεί ως προς αυτόν στη γνώση ξένης γλώσσας. Ακόμη, ενώ γίνεται δεκτό από το Εφετείο ότι ο υπάλληλος αυτός από 12-5-1997 δεν έχει αξιολογηθεί ως προς την εκτέλεση τραπεζικών εργασιών, εν τούτοις δέχεται ότι και αυτός υπερτερεί της αναιρεσείουσας στη βαθμολογία. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο από τον αριθμό 1, αληθώς δε από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, σε σχέση μόνο με τον συγκρινόμενο υπάλληλο της αναιρεσίβλητης Ι. Γ., να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 8011/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρείται, στο ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ