257/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated257/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΠΕΙΔΗ κατά τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Δεν χωρεί αναίρεση στην εν λόγω περίπτωση αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομισθεί (ΑΠ 853/2007, 968/2007, 1595/2007).
Full text
Απόφαση 257 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 257/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: .........., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Νάσσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3171/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3345/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 13-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ κατά τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Δεν χωρεί αναίρεση στην εν λόγω περίπτωση αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομισθεί (ΑΠ 853/2007, 968/2007, 1595/2007).
Εν προκειμένω με τον 1ο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την από 10.3.2005 κατάθεση της .......... που δεν προσκομίσθηκε από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθ' όσον το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλομένης απόφασής του προκύπτει, συνήγαγε ανελέγκτως το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την παραδοχή της αγωγής, κυρίως από τα άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν και όχι μόνον από την ανωτέρω κατάθεση. ΕΠΕΙΔΗ κατά τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν έχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο εν λόγω λόγος αναιρέσεως, δεν δημιουργείται όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ των καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως ή ανταποδείξεως, τις οποίες συνεκτιμά το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα βάσει των περιστατικών που δέχθηκε ότι έγιναν.
Εν προκειμένω με το 2ο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο ως προς το χρόνο έκδοσης και πληρωμής της ένδικης επιταγής δέχθηκε τις αντιφατικές καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως. Ο λόγος αυτός σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΕΠΕΙΔΗ το Εφετείο, όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υποθέσεως, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν. Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της απόφασης δεν απομένει αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου ...... και ......., τις οποίες μάλιστα ρητά κατονομάζει. Επομένως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το 2ο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου αριθμός 8 είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω με τον 3ο λόγο αναιρέσεως εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα και έτσι επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης αγωγής και ειδικότερα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά από την εκτίμηση των αποδείξεων τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην ιστορική βάση της αγωγής και συγκεκριμένα σε σχέση με το χρόνο έκδοσης της ένδικης επιταγής.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον κατά τα προλεχθέντα "πράγματα" δεν είναι το περιεχόμενο των αποδείξεων, τις οποίες το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα, χωρίς να υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο και από τις οποίες αντλεί τα πραγματικά επιχειρήματα για το ουσία βάσιμο της ένδικης αγωγής, χωρίς να επέλθει καμιά μεταβολή της βάσης της, καθ' όσον ρητώς αναφέρεται στην αγωγή ο χρόνος εκδόσεως της επιταγής, ο οποίος, κατά τις παραδοχές, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, συμπληρώθηκε κατόπιν εντολής των εναγομένων.
ΕΠΕΙΔΗ κατά τον 4ο λόγο αναιρέσεως εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να απαγγείλει προσωπική κράτηση το Εφετείο με βάση τη διάταξη του άρθρου 1047 ΚΠολΔ σε βάρος του αναιρεσείοντος, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 του Συντάγματος κατά το οποίο "ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας", του άρθρου 5 παρ. 3 και του άρθρου 6 του Συντάγματος κατά τις οποίες αντίστοιχα η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη" και "κανένας δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται χωρίς αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα", προς τις οποίες αντίκειται η παραπάνω διάταξη του άρθρου 1047 ΚΠολΔ.
Ο λόγος όμως αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι το επιτρεπτό ή μη της εν γένει προσωποκρατήσεως ως θεσμού δεν ρυθμίζεται ειδικά από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1, αλλά από άλλες διατάξεις αυτού (άρθρα 5 και 6 αυτού). Αλλά η με βάση το άρθρο 1047 ΚΠολΔ προσωποκράτηση δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, διότι τούτο αναφέρεται αποκλειστικώς στις εγγυήσεις της προσωπικής ελευθερίας έναντι της ποινικής διώξεως.
Η προσωπική όμως κράτηση για χρέη δεν αποτελεί δίωξη με την έννοια της εν λόγω διώξεως (6 παρ. 1) ποινικού δηλαδή χαρακτήρα, αλλά στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως που ρυθμίζεται από το άρθρο 5 παρ. 3 ίδιου Συντάγματος προς το οποίο δεν αντίκειται. Επίσης η προσωποκράτηση δεν αντίκειται στο άρθρο 5 της από 4.11.1950 Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και αποτελεί επομένως εσωτερικό ημεδαπό δίκαιο κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αντιθέτως προβλέπεται από τις διατάξεις της Συμβάσεως αυτής και περαιτέρω από τις ίδιες αυτές διατάξεις του άρθρου 5 προκύπτεί ότι επιτρέπεται να στερηθεί κάποιος της ελευθερίας του "σύμφωνα προς την νόμιμη διαδικασία" μεταξύ άλλων περιπτώσεων και ως "εγγύηση" εκτελέσεως υποχρεώσεως οφειλομένης υπό του νόμου" όπως είναι προδήλως οι προβλεπόμενες από το άρθρο 1047 ΚΠολΔ.
Επί πλέον η διάταξη του άρθρου 1047 ΚΠολΔ δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ (κυρ. ν. 2462/1997) κατά το οποίο κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση, πλέον του ότι αυτή προδήλως αναφέρεται μόνο σε συμβατικές ενοχές και όχι τις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων.
Επί των απαιτήσεων από αδικοπραξία εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει ή όχι την προσωπική κράτηση του οφειλέτη ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης αρκεί η αιτιολογία της απόφασης σχετικά με το αποδεδειγμένο της συμπεριφοράς του οφειλέτη που συνιστά αδικοπραξία και των επιδίκων αξιώσεων και επομένως δεν συνάγεται από τη διάταξη αυτή ότι επί αδικοπρακτικής ευθύνης θα πρέπει να απαλλάσσεται από την προσωπική του κράτηση ο οφειλέτης που από αδυναμία δεν εκπληρώνει τη χρηματική του υποχρέωση.
Πρέπει συνεπώς ν' απορριφθεί όπως προαναφέρθηκε ο ως άνω λόγος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6.10.06 αίτηση του χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 3345/06 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ