Legislator Case Law & Legislation
257/2006 AI generated

257/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 257/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαϊου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος,που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2669/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 9332/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Ιουνίου 2004 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

257/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Βάσει της συμβάσεως εκείνης ο ενάγων εμίσθωσε από την ανωτέρω εταιρεία το αναφερόμενο σ' αυτήν (σύμβαση) όχημα με μηχάνημα αντλήσεως σκυροδέματος και συγχρόνως ανέλαβε ως εργολάβος τις εργασίες αντλήσεως σκυροδέματος των δομικών έργων των πελατών της εταιρείας, υπό τους αναφερόμενους στην σύμβαση αυτή όρους.

Keywords

AI generated
fixed-term work breach of employment obligations employment subject to social contributions multiple employment unpaid work cascading employment contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 257 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 257/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : A. Ν. του Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Καρδαρά.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "LAFARGE BETON ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "LAFARGE BETON", ως καθολικής διαδόχου της πρώην Ανώνυμης Βιομηχανικής και Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ-ΛΑΤΟ Α.Β.Ε.Ε. ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΛΑΤΟΜΕΙΟΥ ΚΑΙ ΕΤΟΙΜΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στη …. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της, Δημήτριο Ζερδελή και Σταύρο Ανδριόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαϊου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος,που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2669/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 9332/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Ιουνίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, διάβασε την από 21 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτης την απόρριψή της και κάθε πλευρά την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 επ. του Ν. 765/43, που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 324/46 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.ΝΑΚ, προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό κάποιας σύμβασης ως σύμβασης εργασίας απαιτείται εκείνος που παρέχει την εργασία, να τελεί κατά την εκτέλεσή της κάτω από τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο οποίος καθορίζει τον τρόπο, χρόνο, τόπο και έκτασή της μέσα στα συμβατικά και νόμιμα όρια, κατά τρόπο δεσμευτικό για το μισθωτό, που υποχρεούται να ακολουθεί τις οδηγίες που παρέχονται σε αυτόν.

Ο χαρακτήρας αυτός της συμβάσεως, ως συμβάσεως εργασίας δεν παραλλάσσει από το γεγονός ότι ο μισθωτός λόγω της φύσεως της παρεχομένης εργασίας αναπτύσσει πρωτοβουλία, μέσα στα πλαίσια των όρων της συμβάσεως εργασίας, ως προς τον τρόπο εκτελέσεως αυτής ή όταν ο εργοδότης δεν ασκεί εμπράκτως το παραπάνω δικαίωμά του, ή όταν αφήνει περιθώριο πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον το τελευταίο αυτό δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου υπηρεσιακής δράσεως.

Ο προσδιορισμός από τον εργοδότη του τόπου και του χρόνου είναι ενδεικτικό μεν στοιχείο της εξάρτησης όχι όμως και απόλυτο ενώ αν οι υπηρεσίες παρέχονται χωρίς οποιοδήποτε έλεγχο από τον εργοδότη ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας δεν υπάρχει σύμβαση εργασίας. Εξάλλου διακρίνεται η παραπάνω σύμβαση από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 του ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, προεχόντως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται τη λύση της συμβάσεως, ανεξάρτητα από το χρόνο επιτεύξεώς του.

Βασικό κριτήριο της διάκρισης είναι η σχέση του εργαζόμενου προς το αποτέλεσμα της εργασίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: "Στις 24/8/1992 ο ενάγων και τώρα αναιρεσείων συνήψε με τη εταιρεία "ΑΣΤΗΡ ΜΠΕΤΟΝ ΑΕ" της οποίας η εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη εταιρεία τυγχάνει καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως με αυτήν κατά το έτος 1996, έγγραφη σύμβαση την οποία τα μέρη ονόμασαν "Σύμβαση α) μισθώσεως αντλητικού συγκροτήματος ετοίμου σκυροδέματος β) μισθώσεως έργου (εργολαβία)".

Βάσει της συμβάσεως εκείνης ο ενάγων εμίσθωσε από την ανωτέρω εταιρεία το αναφερόμενο σ' αυτήν (σύμβαση) όχημα με μηχάνημα αντλήσεως σκυροδέματος και συγχρόνως ανέλαβε ως εργολάβος τις εργασίες αντλήσεως σκυροδέματος των δομικών έργων των πελατών της εταιρείας, υπό τους αναφερόμενους στην σύμβαση αυτή όρους.

Ακολούθως την 3-4-1995 ο ενάγων συνήψε με την ως άνω εταιρεία νέα σύμβαση, διαρκείας ενός έτους με όμοιο, όπως και η προαναφερθείσα σύμβαση περιεχόμενο. Τέλος την 11-3-1997 ο ενάγων συνήψε με την εναγομένη νέα σύμβαση διετούς διαρκείας μισθώσεως αντλητικού συγκροτήματος ετοίμου σκυροδέματος και β) μισθώσεως έργου "με παρόμοιο όπως και οι προαναφερθείσες συμβάσεις περιεχόμενο".

Σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων αυτών πέραν της μισθώσεως του αναφερομένου σ' αυτές αντλητικού συγκροτήματος ετοίμου σκυροδέματος και της εργολαβικής ανάληψης εκ μέρους του ενάγοντος του έργου άντλησης και ενίσχυσης ετοίμου σκυροδέματος σε δομικά έργα πελατών της εναγομένης, συμφωνήθηκε ειδικότερα μεταξύ των η αμοιβή του ενάγοντος να υπολογίζεται ανά αντλούμενο κυβικό μέτρο σκυροδέματος "εκ δραχ. 690 ως 30αρα/850 ως 32 - 36αρα" σύμφωνα με τον όρο υπ' αριθ. 3 της από 11-3-1997 συμβάσεως και "εκ δραχ. 890 ως 36αρα/667 ως 30αρα", σύμφωνα με τον 3ο όρο της από 3-4-95 ομοίας συμβάσεως, συμφωνηθέντος ακόμη ότι από τα ανωτέρω ποσά θα παρακρατούντο ως μίσθωμα του αντλητικού συγκροτήματος τα αναφερόμενα ειδικότερα σε κάθε σύμβαση ποσά.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 4 των ανωτέρω συμβάσεων "Το απασχολούμενο από τον υπεργολάβο προσωπικό θα προσλαμβάνεται κατ' ελεύθερη επιλογή αυτού. Η καταβολή αυτού μισθού / ημερομισθίου στους απασχολούμενους από τον υπεργολάβο εργαζομένους ως και οι ασφαλιστικές εισφορές τους (σε κύριο και επικουρικό ασφαλιστικό φορέα) θα βαρύνουν τον Υπεργολάβο.

Ο Υπεργολάβος σε σχέση με τους εργαζόμενους είναι ο μόνος και αποκλειστικός υπεύθυνος ενώπιον των Αρχών (Αστυνομία, Υπουργείο Εργασίας κλπ).

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων κατά την διάρκεια λειτουργίας των ανωτέρω συμβάσεων και μέχρι την 22-6-2000, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε την τελευταία τούτων, κατά την εκτέλεση της εργασίας του δεν τηρούσε συγκεκριμένο ωράριο εργασίας, ούτε άλλωστε είχε συμφωνηθεί με την εναγομένη κάτι τέτοιο, εργαζόμενος συνεχώς επί πολλές ώρες (έως και 24 ώρες συνεχώς αναφέρει ο ίδιος ο ενάγων) λόγω της φύσεως της εργασίας του, ενώ παράλληλα η εργασία του δεν παρείχετο σε συγκεκριμένες προκαθορισμένες ημέρες ή διαστήματα, αλλά όταν και εάν υπήρχαν σχετικές παραγγελίες πελατών της εναγομένης (οικοδομικές εργασίες). Επίσης κατά την εκτέλεση της εργασίας του ο ενάγων δεν υπόκειτο στον έλεγχο και την εποπτεία των οργάνων της εναγομένης, ούτε εδίδοντο εις αυτόν συγκεκριμένες εντολές και οδηγίες σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων του ως προς τον τρόπο εκτελέσεως αυτών. Εξάλλου ο ενάγων καθ' όλο το επίδικο διάστημα ήταν ασφαλισμένος στο ΤΕΒΕ, έδινε δε στην εναγομένη κατά την είσπραξη της αμοιβής του, θεωρημένες από την αρμοδία Εφορία αποδείξεις παροχής υπηρεσιών".

Με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτές η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα με την αναιρεσίβλητη - εναγομένη ήταν αυτή της σύμβασης έργου, αφού τόσον κατά την θέληση των μερών όσον και αντικειμενικά η εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου ήταν η κύρια παροχή του αναιρεσείοντα στα πλαίσια της μεταξύ των συναφθείσης συμβάσεως. Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είχε το χαρακτήρα της συμβάσεως έργου και στη συνέχεια έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652, 681 ΑΚ. Εξάλλου το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτηρισμού της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει το από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα ότι ενώ προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία, όπως και κάθε εργοδότης υποχρεούται από το νόμο (άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2639/1998) να υποβάλλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτής και απασχολουμένων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφεται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου και ότι σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, το Εφετείο αντιπαρήλθε τον ισχυρισμό αυτό, που ιδρύει νόμιμο, μαχητό, τεκμήριο, περί υπάρξεως μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και έτσι υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια. 'Ομως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων συνεδέετο με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση έργου, αφού η κύρια παροχή του ήταν η εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, δηλαδή δέχθηκε γεγονότα ανατρεπτικά του προβληθέντος νομίμου τεκμηρίου, με την κρίση του δε αυτή απέρριψε εκ του πράγματος τον προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντα.

Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως καθόσον πλήττει την προσβαλλόμενη για πλημμέλειες από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια της μη εφαρμογής της άνω διατάξεως και της ελλείψεως σχετικών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού εν όψει των, κατά τ' ανωτέρω ανελέγκτως δεκτών γενομένων, αναφορικά με την συνδέουσα τους διαδίκους σχέση και τη δι' αυτών απόκρουση εκ του πράγματος, δια σαφών και πλήρων, κατά τα προεκτεθέντα αιτιολογιών, του εκ της διατάξεως αυτής νομίμου μαχητού τεκμηρίου, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη αυτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15/6/2004 αίτηση του Α. Ν. για αναίρεση της 9332/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ