Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim, upholding lower court's evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's timely appeal against the First Instance Court's final decision on an inheritance dispute. The appellant argued the lower court failed to consider a specific cadastral map submitted to prove the father's intent, while the respondent contended the court properly evaluated all evidence including sworn testimonies. The court ruled that the First Instance Court had indeed considered the cadastral map as part of its holistic evidence assessment, rendering the appeal groundless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if a rule of substantive law was violated, but the appeal is inadmissible if the lower court correctly evaluated all evidence and reached a conclusion based on a proper holistic assessment of the case file.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 256 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 256/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη- Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ.Μ. του Σ. και της Δ.Τ., κάτοικος ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αυγερινό, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Τ. του Σ. και της Δ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αποστολάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9733/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 551/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-6-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 29.6.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 551/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτή ως ουσία βάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Ειδικότερα, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των διατάξεων τελευταίας βούλησης, γενικοί (άρθρο 173 ΑΚ) και ειδικοί (άρθρα 1790 επ.
ΑΚ). Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιάς της (ΟλΑΠ 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1342/2021, ΑΠ 97/2019, ΑΠ 1179/2010, ΑΠ 1182/2010).
Αντίθετα, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 321/2023, ΑΠ 1111/2023, ΑΠ 1342/2021, ΑΠ 97/2019, ΑΠ 1182/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι υπήρχε ασάφεια και, συνακόλουθα, ανάγκη ερμηνείας της ιδιόγραφης διαθήκης του πατρός των διαδίκων, ενώ η αληθής βούληση του διαθέτη, η οποία ήταν σαφής και το Εφετείο παρερμήνευσε, ήταν να περιέλθει το ένδικο ακίνητο στην αναιρεσείουσα.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Ο πατέρας των διαδίκων Σ. Τ. του Ε., κάτοικος όσο ζούσε Θεσσαλονίκης απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη στις 10-11-2010. Ο αποβιώσας ο οποίος ήταν δάσκαλος στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και ιερέας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, είχε στην αποκλειστική κυριότητά του τον 92 οικοπεδικό κλήρο, εκτάσεως 1.460 τ.μ, που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή .....
της Τοπικής Κοινότητας ....., της Δημοτικής Ενότητας ..... του Δήμου ....., της Περιφερειακής Ενότητας ..... στο Ο.Τ. 22, που συνορεύει ολόγυρα με κοινοτικό δρόμο, με τα 89, 90, 91 και 102 οικόπεδα ιδιοκτησίας αγνώστων και με τον 240 αγρό. Το ακίνητο αυτό είχε παραχωρηθεί στον αποβιώσαντα δυνάμει του 19771/23.02.1982 τίτλου κυριότητας της Διεύθυνσης Γ.
Νομαρχίας ....., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..... στον τόμο 206 και αριθμό 323. Επί του οικοπέδου αυτού υπάρχει μία παλαιά διώροφη κατοικία 120 τ.μ., που βρίσκεται στο βορειανατολικό τμήμα του οικοπέδου, ένα παλαιό ισόγειο μαγειρείο με κτιστό φούρνο 36 τ.μ. περίπου πλησίον της κατοικίας και στο βορειοδυτικό τμήμα του οικοπέδου, μία αποθήκη 8,75 τ.μ., περίπου που εφάπτεται στο μαγειρείο και ένα γκαράζ 37,92 τ.μ., που εφάπτεται στην αποθήκη.
Με την από 1-8-2006 ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα των διαδίκων, που δημοσιεύτηκε με το 995/13.05.2011 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκουσίας δικαιοδοσίας) και κηρύχθηκε κυρία με την 13189/2011 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, εγκατέστησε κληρονόμους του, μεταξύ άλλων τιμώμενων με τη διαθήκη του προσώπων, και τα τέκνα του και ήδη διαδίκους ορίζοντας ως προς αυτούς συγκεκριμένα τα εξής: "... 3) Στην κόρη μου Μ.
Τ. - Μ. αφήνω 300 τ.μ. από το οικόπεδο, που είναι κτισμένη η κατοικία μου στο Προάστιο ..... με πρόσοψη 12 μετ. στο δρόμο από τη Δυτική Γωνία του οικοπέδου και βάθος 25 μέτρα. 4) Το υπόλοιπο οικόπεδο μαζί με όλα τα κτίσματα τα αφήνω στον υιόν μου Ν. Τ., όπως και κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο έχω στην κατοχή μου". Οι διάδικοι, από την πλευρά του ο καθένας, αποδίδουν διαφορετικό νόημα στο περιεχόμενο της διαθήκης.
Ο ενάγων υποστηρίζει ότι η αληθινή βούληση του διαθέτη ήταν να συσταθεί στο ενιαίο οικόπεδο κάθετη ιδιοκτησία, ώστε σε αυτόν να περιέλθει το τμήμα του οικοπέδου με έκταση 1.160 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνονται όλα τα κτίσματα που υφίσταντο ήδη κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου εντός αυτού και στην εναγόμενη το υπόλοιπο ακάλυπτο τμήμα των 300 τ.μ., στο οποίο έχει δικαίωμα να ανεγείρει οικοδομή 80 τ.μ..
Η εναγόμενη υποστηρίζει ότι η βούληση του διαθέτη πατέρα της είναι σαφής καθώς προσδιόρισε επακριβώς στη διαθήκη του το διαιρετό τμήμα του οικοπέδου που θα περιέλθει σε αυτή και το οποίο έχει πρόσοψη στον κοινοτικό δρόμου 12 γ.μ. από τη δυτική γωνία του οικοπέδου και βάθος 25 γ.μ. μέτρα, βρίσκεται δε αυτό στη βορειοδυτική πλευρά του οικοπέδου, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι στο τμήμα αυτό υπάρχει η παλαιά αποθήκη εμβαδού 8,75 τ.μ.
περίπου, το παλαιό γκαράζ εμβαδού 37,92 τ.μ. και τμήμα 14 τ.μ. του παλαιού ισόγειου μαγειρείου με κτιστό φούρνο εμβαδού 36 τ.μ.. Με βάση δε τη θέση του καθενός ως προς το τμήμα του οικοπέδου που κληρονόμησαν προέβησαν αμφότεροι σε δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, ο μεν ενάγων με την 4.385/9-11-2011 δήλωση αποδοχή κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.Ι.
που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 206 και με α.α. 324, η δε εναγόμενη με την 27.187/31-12-2013 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου ..., Κ. Π., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 212 και με α.α. 365, προσδιορίζοντας ως ανωτέρω το τμήμα του επίμαχου οικοπέδου που περιήλθε σε αυτήν.
Από το περιεχόμενο της διαθήκης του πατέρα των διαδίκων αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης καταρχήν όρισε με σαφήνεια ότι καταλείπει όλα τα ευρισκόμενα επί του οικοπέδου κτίσματα στον ενάγοντα , καθώς και ότι καταλείπει στην εναγόμενη τμήμα του οικοπέδυ 300 τ.μ., όπου δεν υπάρχουν κτίσματα, αφού καμία αναφορά περί κτισμάτων δεν γίνεται στη διάταξη της διαθήκης, με την οποία τιμά την εναγόμενη, εν αντιθέσει με αυτήν, που αφορά τον ενάγοντα.
Στις εν λόγω διατάξεις της διαθήκης ορίζεται ρητά δηλαδή ότι και οι δύο διάδικοι έχουν μερίδα στο μείζον ακίνητο αλλά δεν προσδιορίζεται ρητά εάν τα επίμαχα δύο τμήματα του μείζονος οικοπέδου του καταλείπονται διαιρετά ή αδιαιρέτως σε καθένα των κληρονόμων, ώστε να μην υπάρχει ασάφεια για το τι ακριβώς ήθελε ο διαθέτης.
Οι παραπάνω διατάξεις της διαθήκης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού δεν είναι απόλυτα σαφής, αλλά αφήνει κενά, εξαιτίας δε αυτού ερμηνεύτηκε διαφορετικά από τους διαδίκους. Καταρχήν με τις παραπάνω διατάξεις είναι σαφές ότι το τμήμα που όρισε ο διαθέτης να περιέλθει στην εναγόμενη δεν έχει κτίσματα, ούτε και όρισε ότι της το καταλείπει αυτό ασκεπές προκειμένου να κτίσει η ίδια οικοδομή στο δικό της τμήμα.
Δεδομένου όμως ότι, όπως προαναφέρθηκε στις νομικές σκέψεις της παρούσας, μπορεί κατ' αρχήν να συσταθεί κάθετη ιδιοκτησία επί μέλλοντος να ανεγερθεί κτίσματος, όχι όμως και σε ακάλυπτο χώρο, το Δικαστήριο κρίνει ότι επιθυμία του διαθέτη ήταν πραγματικά να διαιρέσει το οικόπεδό του σε δύο τμήματα, που θα περιέρχονταν ένα στον ενάγοντα και ένα στην εναγόμενη και όχι να συστήσει κάθετη ιδιοκτησία σε αυτό.
Για το λόγο άλλωστε αυτό καθόρισε 300 τ.μ. για την εναγόμενη και πρόσωπο 12 μέτρα στον κοινοτικό δρόμο, ώστε να την εγκαταστήσει σε ένα άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου επιρρωνύεται και από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι σχέσεις των διαδίκων, αν και αδέλφια, δεν ήταν ούτε και είναι καλές, ο πατέρας τους μάλιστα είχε προνοήσει να οριοθετήσει το τμήμα που θα κατέλειπε στην εναγόμενη θυγατέρα του, προκειμένου να μην υπάρχουν διενέξεις μεταξύ τους και οπωσδήποτε δεν θα επιθυμούσε να τους καταστήσει συγκύριους σε ένα ακίνητο, ενόψει των μη αγαστών μεταξύ τους σχέσεων, αλλά αντίθετο θέλησε με διανεμητική διάταξη στη διαθήκη του τη διανομή αυτού, προκειμένου να αποφευχθούν μελλοντικά προβλήματα.
Περαιτέρω από το περιεχόμενο των επίμαχων διατάξεων της διαθήκης αποδεικνύεται ότι είναι σαφές το εμβαδόν του τμήματος που καταλείπεται στον καθένα, δεν είναι όμως σαφής η θέση που έχει το καθένα από αυτά σε σχέση με το μείζον ακίνητο. Τα κριτήρια συνεπώς που πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να καθοριστεί η θέση του κάθε αυτοτελούς τμήματος, είναι πρωταρχικά η επιθυμία του διαθέτη τα μεν κτίσματα να περιέλθουν όλα στον ενάγοντα, το δε τμήμα που θα περιέλθει στην εναγόμενη να έχει πρόσωπο 12 μέτρα στον κοινοτικό δρόμο και βάθος 25 μέτρα ξεκινώντας από τη δυτική γωνία του μείζονος οικοπέδου.
Το ασαφές ωστόσο είναι εν προκειμένω ποια θεωρείται δυτική γωνία στο επίμαχο οικόπεδο, αφού οι διάδικοι την ορίζουν σε διαφορετικά σημεία. Το μείζον οικόπεδο των 1.460 τ.μ., έχει πρόσωπο σε κοινοτικό δρόμο μόνο από τη μία πλευρά του και έχει σχήμα περίπου ορθογώνιο, με δύο αμβλείες γωνίες (σπασίματα της ευθείας), μία στην πλευρά του κοινοτικού δρόμου και μία στην πλευρά του οικοπέδου που συνορεύει με τα 90 και 91 οικόπεδα, σύμφωνα με το διάγραμμα της οριστικής διανομής του ....
Λαμβάνοντας δε ως βάση τα σημεία του ορίζοντα που αποτυπώνονται στο από Ιούλιο του έτους 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του Ι. Ί., μηχανικού γεωπληροφορικής και τοπογραφίας, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη - εκκαλούσα, το οικόπεδο με περίπου ορθογώνιο σχήμα όπως προαναφέρθηκε έχει προσανατολισμό βορειοανατολικό και νοτιοδυτικό - και όχι βόρειο και νότιο όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η εναγόμενη - και υπάρχουν τέσσερις βασικές γωνίες στο οικόπεδο, οι οποίες βρίσκονται, σύμφωνα με το από 13-6-2011 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Κ.
Α., που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων - εφεσίβλητος, δύο στο βορειοανατολικό τμήμα του στα σημεία του οικοπέδου Ε και Ζ, που αποτελούν την βορειοανατολική και την νοτιοανατολική γωνία αντίστοιχα και δύο στο νοτιοδυτικό τμήμα του στα σημεία του οικοπέδου Α και Γ, που αποτελούν τη νοτιοδυτική και τη βορειοδυτική ανατολική γωνία αντίστοιχα.
Με αυτά τα δεδομένα, που αποδεικνύονται πλήρως από τα δύο ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα που προσκόμισαν οι διάδικοι και τον κτηματολογικό διάγραμμα με τη θέση του επίμαχου οικοπέδου, δύο είναι οι πιθανές γωνίες, από τις οποίες μπορεί να ξεκινά και να ορίζεται το τμήμα στο οποίο ο διαθέτης θέλησε να εγκαταστήσει κληρονόμο του την εναγομένη και όχι μία, όπως υπολαμβάνει εσφαλμένη η εναγομένη θεωρώντας ότι η δυτική γωνία ταυτίζεται με τη βορειοδυτική πλευρά του οικοπέδου.
Συνεπώς αναφορικά με το ποια είναι ακριβώς η δυτική γωνία του οικοπέδου, η οποία πρέπει να ληφθεί ως βάση για να καθοριστεί το τμήμα στο οποίο εγκαταστάθηκε κληρονόμος η εναγόμενη, υπάρχει ασάφεια στη διαθήκη, διότι οι επίμαχες και πιθανές γωνίες είναι δύο, όπως προαναφέρθηκε. Είναι συγκεκριμένα η βορειοδυτική γωνία του οικοπέδου που συνορεύει με το 89 οικόπεδο είτε η νοτιοδυτική γωνία που συνορεύει με το 240 αγροτεμάχιο της διανομής. Λαμβάνοντας εν προκειμένω υπόψιν του Δικαστηρίου ότι όλα τα κτίσματα που υπάρχουν στο μείζον οικόπεδο και βρίσκονται στη βορειοδυτική πλευρά του οικοπέδου τα παλαιότερα και η κατοικία στη βορειοανατολική κάθετα και πλησίον σε αυτά και την επιθυμία του διαθέτη όλα αυτά τα κτίσματα να περιέλθουν στον ενάγοντα, η δυτική γωνία που αναφέρεται ασαφώς στη διαθήκη ταυτίζεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με τη νοτιοδυτική γωνία.
Συνεπώς το τμήμα του ακινήτου που ο διαθέτης κατέλειπε στην εναγομένη βάσει την αληθινής βούλησής του, είναι αυτό που περιλαμβάνεται στα στοιχεία A, Β, Β1, Β2, Β3, Α στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα που προσκομίζει ο ενάγων - εκκαλών, το οποίο ξεκινά από τη νοτιοδυτική γωνία, έχει 12 μέτρα πρόσωπο στον κοινοτικό δρόμο και εκτείνεται σε βάθος 25 μέτρων εντός του οικοπέδου, χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτό κανένα από τα υπάρχοντα κτίσματα.
Το υπόλοιπο τμήμα είναι αυτό στο οποίο εγκαταστάθηκε κληρονόμος ο ενάγων και περιλαμβάνεται στα στοιχεία Β1, Γ, Δ, Ε, Ζ, Β3, Β2, Β1, στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Η εν λόγω διανεμητική διάταξη με την οποία προέβη ο διαθέτης σε κατάτμηση του ενιαίου οικοπεδικού κλήρο, είναι έγκυρη διότι με την κατάτμηση αυτή δημιουργήθηκαν δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα.....Η τελευταία εξάλλου, με την προαναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομίας αποδέχτηκε τμήμα 300 τ.μ.
από το μείζον οικόπεδο που περιήλθε στον εναγόμενο προσβάλλοντας το κληρονομικό του δικαίωμα σε αυτό. Αποδείχθηκε επίσης ότι κατά το έτος 2006 η εναγόμενη με διάνοια κληρονόμου κατέλαβε το επίμαχο τμήμα του οικοπέδου, που κατείχε ο ενάγων ως κληρονόμος, το περιέφραξε και ξεκίνησε οικοδομικές εργασίες στα κτίσματα που περιλαμβάνονταν σε αυτό, αντιποιούμενη το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος σε αυτό.
Με βάση όλα τα παραπάνω αποδείχθηκε πλήρως ότι ο μεν ενάγων κατέστη κληρονόμος επί του επίμαχου ως άνω τμήματος του μείζονος οικοπέδου με τα επί αυτού κτίσματα - ανεξάρτητα από το τρόπο με τον οποίο ερμήνευσε τη διαθήκη του πατέρα τους και προέβη σε αποδοχή της κληρονομίας του, η δε εναγόμενη αντιποιήθηκε το κληρονομικό του δικαίωμα παρακρατώντας ως κληρονόμος το τμήμα αυτό....".
Κατόπιν τούτων το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτή ως ουσία βάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ.
ΑΚ, στις οποίες προσέφυγε για την ερμηνεία της από 1.8.2006 ιδιόγραφης διαθήκης του πατρός των διαδίκων, Σ. Τ. του Ε., γιατί κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι η αληθής βούληση του διαθέτη ήταν να διαιρέσει το οικόπεδό του, συνολικής εκτάσεως 1.460 τ.μ., σε δύο τμήματα, ώστε να περιέλθει στην μεν αναιρεσείουσα το τμήμα του ακινήτου που περιλαμβάνεται υπό τα στοιχεία Α, Β, Β1, Β2, Β3, Α στο από Ιούνιος 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Κ.Α., στον δε αναιρεσίβλητο το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου, με τα υπάρχοντα επ' αυτού κτίσματα, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου, αφού προέβη σε ερμηνεία της διαθήκης, επειδή διαπίστωσε ασάφεια στη δήλωση βούλησης του διαθέτη ως προς τον ακριβή γεωγραφικό προσδιορισμό των καταληφθέντων με τη διαθήκη επιμέρους τμημάτων επί του μείζονος οικοπέδου εις έκαστον των διαδίκων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση παραβίασης ευθέως των ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 επ. ΑΚ, διότι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν υπήρχε ασάφεια και, συνακόλουθα, ανάγκη ερμηνείας της διαθήκης, καθόσον ήταν σαφής η δήλωση βούλησης του διαθέτη να καταστήσει αυτή κληρονόμο επί του ενδίκου τμήματος του μείζονος ακινήτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση του για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Βέβαια καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια απ` αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που λήφθηκαν υπόψη.
Ωστόσο δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι.
Ί., που νόμιμα με επίκληση προσκόμισε (ως σχετικό με αριθμό 7), προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η σαφής βούληση του διαθέτη πατρός της ήταν να καταστήσει αυτή κληρονόμο επί του ενδίκου ακινήτου, όπως τούτο προσδιορίζεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε "από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, από την 24.925/24.05.2017 ένορκη βεβαίωση του Γ.
Κ. ενώπιον του συμβολαιογράφου ..., Λ.Σ., που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο εφεσίβλητος και η οποία λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήση της εναγόμενης (σχ. η 10442Β/18.05.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Περιφέρειας Ανατολικής Κρήτης, Γ. Μ.) και από την 2429/24.05.2017 ένορκη βεβαίωση των Ι.Ί., που προσκόμισε και επικαλέστηκε η εκκαλούσα, η οποία ελήφθη μετά από νόμιμη κλήση του ενάγοντος (σχ.
η 868/19.05.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Θεσσαλονίκης, Γ. Τ.), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη του Δικαστηρίου η 2448/25.05.2017 ένορκη βεβαίωση της Μ. Γ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και η 2429/24.05.2017 ένορκη βεβαίωση της Σ., συζ. Ε. Τ., το γένος Σ.Τ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, διότι όπως προκύπτει, από τις από 16-5-2017 και από 15-5-2017 κλήσεις του εφεσίβλητου και της εκκαλούσας αντίστοιχα, που περιλαμβάνονται στις προαναφερθείσες εκθέσεις επίδοσης, δεν αναφέρεται σε αυτές το επάγγελμα των εν λόγω μαρτύρων, όπως απαιτείται κατά τις προαναφερόμενες στην διατάξεις των άρθρων 422 - 424 ΚΠολΔ και συνεπώς σύμφωνα με την ως άνω νομική σκέψη θεωρούνται ανύπαρκτες και δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψιν του Δικαστηρίου", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και τη ρητή αναφορά στο σκεπτικό της του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική και χωριστή αξιολόγησή του.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.6.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 551/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ