Supreme Court dismisses appeal against labor contract modification ruling citing lack of evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 45 individuals against a regional labor union's decision to unilaterally modify employment contracts. The appellants argued the modification violated their rights, while the union contended the changes were legally permissible under specific regulations. The court rejected the appeal because the lower court had not conducted a substantive evaluation of evidence, rendering the grounds for appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 nos. 1, 19 of the Code of Civil Procedure; The appeal against a decision rejecting a claim is inadmissible if the lower court did not formulate a minor proposition of evidence assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 256 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 256/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Τ. Κ. του Π. κατοίκου ….. Αττικής, 2.Σ. Θ. του Α., κατοίκου ….., 3.Τ. Μ. του Γ. κατοίκου ……., 4.Κ. Μ. του Κ., κατοίκου………, 5.Π. Κ. του Γ., κατοίκου ……, 6.Μ. Γ. του Γ. κατοίκου……, 7.Κ. - M. Ρ. του Ε., κατοίκου…….., 8.Κ. Π. του Δ., κατοίκου……., 9.Σ. Ν. του Α. κατοίκου………, 10.Ζ. Ε. του Β., κατοίκου………., 11.Π. Μ. του Κ., κατοίκου……., 12.Ρ. Ε. του Ν., κατοίκου………, 13.Π. Ε. του Γ., κατοίκου Σαλαμίνας, 14.Ξ. Ε. του Μ., κατοίκου…….., 15.Χ. Ε. του Χ. κατοίκου ………..16.Χ. Γ. του Γ., κατοίκου………., 17.Κ. Δ. του Ε., κατοίκου……., 18.Τ. Μ. του Ν., κατοίκου……., 19.Κ. Π. του Κ., κατοίκου……, 20.Κ. Σ. του Γ., κατοίκου……, 21.Λ. - Λ. Κ. του Α., κατοίκου……, 22.Π. Ε. του Δ., κατοίκου….., 23.Π. Ε., κατοίκου….., 24.Κ. Θ. του Κ., κατοίκου……, 25.Μ. Μ. του Γ., 26.Τ. Δ. του Α., κατοίκου…., 27.Ι. Σ. του Ε., κατοίκου……., 28.Χ. Κ. του Ε., κατοίκου……, 29.Τ. Α. του Λ., κατοίκου……, 30.Μ. Δ. του Α., κατοίκου…….., 31.Π. Μ. του Α., κατοίκου……., 32.Κ. Μ. του Α., κατοίκου……., 33.Λ. Α. του Σ., κατοίκου……., 34.Γ. Μ. του Ν., κατοίκου…….., 35.Σ. Α. του Α., κατοίκου……., 36.Χ. Μ. του Β., κατοίκου…….., 37.Κ. Μ. του Σ., κατοίκου……., 38.Μ. Σ. του Μ., κατοίκου………, 39.Σ. Ν. του Χ., κατοίκου……., 40.Χ. - Γ. Δ. του Δ., κατοίκου…….., 41.Π. Δ. του Α., κατοίκου………, 42.Μ. Ό. του Γ., κατοίκου……., 43.Τ. Ε. του Ι., κατοίκου……., 44.Τ. Α. του Γ., κατοίκου……, και 45.Ρ. Ν. του Θ., κατοίκου………. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ρίζο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας (φιλανθρωπικό σωματείο) με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο τους Ιωάννη Κάκο και Αικατερίνη Λεβέντη, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1197/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5063/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-6-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου εταιρείας στην δικαστική τους δαπάνη, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1.4.2021 κλήση τους οι καλούντες -αναιρεσείοντες νόμιμα φέρουν προς συζήτηση την από 18.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 4306/516/9.7.2020 αίτησή τους για αναίρεση της με αριθμό 5063/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, διότι η συζήτηση της αίτησης ματαιώθηκε κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9.2.2021.Με την από 18.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 4306/516/9.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 5063/11.9.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών την από 4.7.2018 και με αριθμό κατάθεσης 73271/4997/2018 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αναιρεσείοντες, κατά της με αριθμό 1197/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και που είχε απορρίψει ως νομικά αβάσιμη την από 20.7.2015 και με αριθμό κατάθεσης 77856/2620/2015 αγωγή.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 4.7.2018 έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων - αναιρεσείοντων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους ηττηθέντες αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 9.7.2020 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 11.09.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
1. Το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Με τη συνταγματική αυτή διάταξη καθιερώνεται ο θεσμός της συλλογικής αυτονομίας, σύμφωνα με τον οποίο οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εργοδοτών και εργαζομένων έχουν νομική ικανότητα να ορίζουν ελεύθερα τα μεταξύ τους δικαιώματα και υποχρεώσεις συνάπτοντας συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ως αναγκαία προέκταση της συνδικαλιστικής ελευθερίας που καθιερώνεται στο άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος.
Με την ίδια συνταγματική διάταξη καθιερώνεται η αρχή της επικουρικότητας της κρατικής ρύθμισης, σύμφωνα με την οποία, ο νομοθέτης υποχρεούται να προβεί στη θεσμική διάπλαση ενός πλαισίου γενικών όρων εργασίας (όπως στη θέσπιση των βασικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, στον προσδιορισμό των ευθυνών, στον καταμερισμό των κινδύνων) και επεμβαίνει μόνο επικουρικά στις περιπτώσεις εκείνες που η συλλογική αυτονομία και η διαιτησία δεν μπορούν για νομικούς ή πραγματικούς λόγους να λειτουργήσουν.
Έκφανση της αρχής της επικουρικότητας της επέμβασης του Κράτους στο θεσμό της συλλογικής αυτονομίας συνιστά ο α.ν. 435/1968 "Περί του καθορισμού των ελαχίστων ορίων μισθών και λοιπών όρων εργασίας κατηγοριών τινών μισθωτών" (ΦΕΚ Α 124/4.6.1968), που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 27/8.3.1990).
Συγκεκριμένα, με την παράγραφο 1 του άρθρου μόνου του ως άνω α.ν. 435/1968 παρέχεται η δυνατότητα με Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (Κ.Υ.Α.) των Υπουργών Συντονισμού (ήδη Οικονομίας και Οικονομικών) και Εργασίας (ήδη Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης) να καθορίζονται τα ελάχιστα όρια μισθών, καθώς και οι λοιποί όροι εργασίας για τις κατηγορίες μισθωτών, για τις οποίες λόγω έλλειψης αντίστοιχης οργάνωσης εργοδοτών είναι ανέφικτη η σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας, που να καταλαμβάνει τις σχέσεις εργασίας των τριών πέμπτων (3/5) των μισθωτών της κατηγορίας αυτής και εφόσον οι σχέσεις εργασίας των ως άνω κατηγοριών μισθωτών δεν καταλαμβάνονται από συλλογική σύμβαση εργασίας που έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 5 του ν. 3239/1955 (και μετά την κατάργηση του άρθρου 5 με την περ.
α της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 1876/1990, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 1876/1990 όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 56 του ν. 4635/2019). Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου μόνου του ίδιου α.ν. τα με τις ως άνω Κ.Υ.Α καθοριζόμενα ελάχιστα όρια μισθών και οι λοιποί όροι εργασίας δύνανται να αντικαθίστανται με συλλογική σύμβαση εργασίας, οποιασδήποτε έκτασης ή με την κήρυξη τέτοιας συλλογικής σύμβασης εργασίας γενικώς υποχρεωτικής και σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου μόνου του α.ν. 435/1968, ως προς την ισχύ, την ενέργεια και τα αποτελέσματα της καθορίζουσας τα ελάχιστα όρια αμοιβών και λοιπών όρων εργασίας ΚΥΑ ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του νόμου για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι το παρεμβατικό δικαίωμα της Διοίκησης, που εισάγει ο α.ν. 435/1968, είναι επικουρικό, διότι παρέχεται μόνο για την προστασία εκείνων των κατηγοριών των εργαζομένων, των οποίων τα ελάχιστα όρια αμοιβής και οι λοιποί όροι εργασίας δεν μπορούν να συμφωνηθούν με ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, εξαιτίας της έλλειψης εργοδοτικής οργάνωσης.
Το δικαίωμα αυτό παύει με την αντικατάσταση της εκδοθείσας ΚΥΑ με συλλογική σύμβαση εργασίας οποιασδήποτε έκτασης ή με την κήρυξη τέτοιας σύμβασης γενικώς υποχρεωτικής. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι οι ΚΥΑ, που εκδίδονται σύμφωνα με τον α.ν. 435/1968 και ορίζουν αμοιβές και όρους εργασίας, που άλλως θα καθορίζονταν με συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή με διαιτητικές αποφάσεις, υπόκεινται ως προς τη ρυθμιστική τους εμβέλεια και συγκεκριμένα ως προς την ισχύ, την ενέργεια και τα αποτελέσματά τους στις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος νόμου περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.
Αυτό σημαίνει ότι ο α.ν 435/1968 καταλείπει εκούσιο κενό ως προς τα ως άνω ζητήματα της ισχύος, της ενέργειας και των αποτελεσμάτων των κατ' εξουσιοδότησή του εκδιδομένων Κ.Υ.Α, επιτάσσοντας το κενό αυτό να πληρούται με την αναλογική εφαρμογή του (εκάστοτε ισχύοντος) νόμου περί συλλογικών συμβάσεων. Εξάλλου, με βάση τις ως άνω διατάξεις του α.ν. 435/1968 εκδόθηκαν οι ακόλουθες Κοινές Αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ήδη Εργασίας-Απασχόλησης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης) :α) Η με αριθμό 49524/2362/2008 ΚΥΑ "Καθορισμός των όρων αμοιβής και εργασίας για το προσωπικό που απασχολείται στα πάσης φύσεως Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (κοινωφελή ιδρύματα, οργανισμοί, σωματεία, σύλλογοι, κληροδοτήματα κλπ.), της οποίας η ισχύς άρχιζε από 01.01.2008 σύμφωνα με το 6 αυτής.
β) Η με αριθμό 49532/2365/2008 ΚΥΑ "Καθορισμός αποδοχών των Κοινωνικών Λειτουργών που απασχολούνται στα ΝΠΙΔ, Νοσηλευτικά και λοιπά Ιδρύματα ολόκληρης της χώρας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα", της οποίας η ισχύς άρχιζε από 01.01.2008 σύμφωνα με την παράγραφο 8 αυτής και γ) Η με αριθμό 49539/2369/2008 ΚΥΑ "Καθορισμός των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα Ιδρύματα Ειδικής Αγωγής, που λειτουργούν ως ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, της οποίας η ισχύς άρχιζε από 01.01.2008 σύμφωνα με το άρθρο 6 αυτής.
Οι ως άνω ΚΥΑ (που είναι δημοσιευμένες στο ΦΕΚ Β 1414/17.7.2008) εκδόθηκαν, αφού λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη επαγγελματική οργάνωση των αναφερομένων σε αυτές ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, (όπως είναι το αναιρεσίβλητο φιλανθρωπικό σωματείο), που απασχολούν τις κατηγορίες των μισθωτών που υπάγονται στις ρυθμίσεις τους.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1β, του ανωτέρω Ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 27/8.3.1990) σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 2 αυτού, προκύπτει ότι οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις περιέχουν τους όρους εργασίας που αφορούν τους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας.
Ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές συνθήκες παραγωγής και διάθεσης προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών και συναφείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες. Οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις ανεξαρτήτως από την ειδικότητα των εργαζομένων και συνάπτονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τους εργαζομένους και τους εργοδότες των επιχειρήσεων αυτών (ΑΠ 194/2020).
Ακόμη, από το σύνολο των διατάξεων του ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, τους οποίους ρυθμίζει μία συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, μπορούν να αντικατασταθούν ή να τροποποιηθούν με νεότερη τέτοια σύμβαση (ΑΠ 194/2020). Εξάλλου, από τη συγκριτική αντιπαραβολή των διατάξεων των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου μόνου του α.ν. 435/1968, που, όπως αναφέρθηκε διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 1876/1990 και των ως άνω διατάξεων του τελευταίου νόμου προκύπτει ότι η Κοινή Υπουργική Απόφαση, που εκδίδεται υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 435/1968, εξομοιώνεται με κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας (ΑΠ 749/2020).
Τούτο διότι: α) Δεσμεύει, ως προς τα ελάχιστα όρια μισθών και τους λοιπούς όρους εργασίας, την κατηγορία των μισθωτών (ανεξαρτήτως ειδικότητας ή επαγγέλματος) που εργάζονται σε εργοδότη, ο οποίος δεν υπάγεται σε εργοδοτική οργάνωση και έτσι είναι ανέφικτη η σύναψη κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας.
β) Τα ελάχιστα όρια αμοιβής και οι όροι εργασίας που ορίζονται από την Κοινή Υπουργική Απόφαση ισχύουν κανονιστικά επί των ατομικών συμβάσεων εργασίας και παράγουν τα ίδια αποτελέσματα με τους όρους αμοιβής και εργασίας που ορίζουν οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. γ) Η ισχύς των όρων αμοιβής και εργασίας που καθορίζονται από την Κοινή Υπουργική Απόφαση, η ενέργεια που αναπτύσσουν οι όροι αυτοί και τα αποτελέσματά τους ρυθμίζονται από το νόμο περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που εφαρμόζεται αναλόγως, υπό την έννοια που προαναφέρθηκε και δ) η κατά τον α.ν. 435/1968 δυνατότητα αντικατάστασης της υπό τους ορισμούς του εκδιδόμενης Κ.Υ.Α.
με συλλογική σύμβαση εργασίας οποιασδήποτε έκτασης, (δηλαδή με ρύθμιση κατώτερης της ΚΥΑ τυπικής δύναμης και όχι μόνο με διάταξη άλλης ΚΥΑ), συνάδει με το πλέγμα των διατάξεων του ν. 1876/1990 σύμφωνα με τον οποίο οι όροι εργασίας, τους οποίους ρυθμίζει ορισμένη συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, μπορούν να αντικατασταθούν ή να τροποποιηθούν με νεότερη τέτοια σύμβαση (διαδοχή συλλογικών συμβάσεων εργασίας).
Συνεπώς, η Κοινή Υπουργική Απόφαση, που εκδίδεται κατά τις διατάξεις του α.ν. 435/1968, συνιστά επικουρική νομοθετική διαδικασία καθορισμού αποδοχών, εξομοιούμενη με την κατά το άρθρο 3 παρ. 1 περ. β του ν. 1876/1990 κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας (ΑΠ 749/2020), επί της οποίας, μέχρι και την ισχύ του ν. 4046/2012 (14.2.2012), είχε εφαρμογή το σύνολο των διατάξεων του ν. 1876/1990, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, η Κ.Υ.Α αυτή εκδίδεται όταν η συλλογική αυτονομία (άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος) είναι ανέφικτο να λειτουργήσει για πραγματικούς λόγους (έλλειψη εργοδοτικής οργάνωσης).
Κατ' ακολουθία αυτών και οι Κοινές Αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών- Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας με αριθμούς 49524/2362/2008 "Καθορισμός των όρων αμοιβής και εργασίας για το προσωπικό που απασχολείται στα πάσης φύσεως Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (Κοινωφελή Ιδρύματα, Οργανισμοί, Σωματεία, Σύλλογοι, Κληροδοτήματα κλπ.)", 49532/2365/2008 "Καθορισμός αποδοχών των Κοινωνικών Λειτουργών που απασχολούνται στα Ν.Π.Ι.Δ., Νοσηλευτικά και λοιπά Ιδρύματα ολόκληρης της χώρας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα" και 49539/2369/2008 "Καθορισμός των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα Ιδρύματα Ειδικής Αγωγής, που λειτουργούν ως Ν.Π.Ι.Δ.
μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα", που παρατίθενται στο αναιρετήριο, εξομοιώνονται με τις κατά το άρθρο 3 παρ. 1 περ. β του ν. 1876/1990 κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Επιπρόσθετα, στο άρθρο 2 παρ. 5 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής ΠΥΣ), η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012 και εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 § 6 του ν. 4046/2012 ''Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας'' και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (Ολ ΣΤΕ 2307/2014, ΑΠ 945/2021, ΑΠ 194/2020) ορίσθηκε ότι ''Οι διατάξεις των παραγράφων 1,4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν''.
Στις εν λόγω καταργηθείσες διατάξεις ορίζονταν τα ακόλουθα: Στην παρ. 1 ότι ''Οι ΣΣΕ συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Κάθε ΣΣΕ που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια. Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος''. Στην παρ. 4 ότι ''Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8''.
Και στην παρ. 5 ότι ''Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας''. Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28.02.2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ. 1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη".
Στην παρ. 2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν [την] 14.2.2013". Στην παρ. 3 "ΣΣΕ που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης [της] ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/ 1990".
Στην παρ. 4."Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης", και στην παρ. 6. "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28.02.2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα κατά τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη κατά το νόμο (παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ) πάροδο της χρονικής διάρκειας ενός τριμήνου (υπό το καθεστώς του ν. 1876/1990 ενός εξαμήνου) από τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.
Ειδικότερα, οι ΣΣΕ που βρίσκονταν σε ισχύ ήδη είκοσι τέσσερις (24) μήνες μέχρι την 14.2.2012 (έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012) ή και περισσότερο, έληξαν την 14.2.2013. Σε αυτές όλοι οι κανονιστικοί τους όροι εξακολούθησαν να ισχύουν για ένα τρίμηνο, ήτοι μέχρι τις 14.5.2013 και μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού, ήτοι κατά το στάδιο της μετενέργειας, η μετενέργεια περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας" (παρ. 4 εδαφ.
α και β του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ). Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν".
Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό (εδαφ. γ της παρ. 2 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ) να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων (AΠ 945/2021, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 876/2018). Πρόκειται, δηλαδή, για εκ του νόμου εξάλειψη όρου Σ.Σ.Ε., με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται περίπτωση παράνομης βλαπτικής μεταβολής.
Η ρύθμιση περί μετενέργειας είναι αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου και στη φάση αυτή της μετενέργειας, η Σ.Σ.Ε δεν ανήκει στην εξουσία διάθεσης των συλλογικώς συμβαλλομένων (ΑΠ 1041/2020). Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση των παρ. 2, 3 και 4 άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, οι διατάξεις των συγκεκριμένων παραγράφων ισχύουν για όλες τις ΣΣΕ (ΑΠ 945/2021), δηλαδή και για τις κλαδικές Σ.Σ.Ε., οι οποίες προέβλεπαν διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος και θεωρούνταν ότι έχουν αόριστη διάρκεια σύμφωνα με την καταργηθείσα παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (παρ. 5 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012) και οι οποίες, κατά το εδαφ.
α της παρ. 2 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012, λήγουν την 14.2.2013 (ΑΠ 945/2021, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 876/2018) Από το συνδυασμό, λοιπόν, των διατάξεων που παρατίθενται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις και συγκεκριμένα των διατάξεων των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου μόνου του α.ν. 435/1968, [ο οποίος, σημειωτέων, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την έκδοση του ν. 4046/2012 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας ΠΥΣ 6/2012], των άρθρων 2 και 3 παρ. 1 περ.
β του ν. 1876/1990 και του άρθρου 2 παρ. 2, 3 και 4 της ΠΥΣ 6/2012, εναργώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2, 3 και 4 της ως άνω ΠΥΣ ισχύουν και για τις Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις που εκδίδονται κατά τον α.ν. 435/1968, καθότι, ως προς την φύση και τον σκοπό τους, όπως αυτός καθορίζεται από τον ως άνω εξουσιοδοτικό α.ν., εξομοιώνονται με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 3 παρ. 1 περ.
β του ν. 1876/1990 κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και οι τελευταίες, όπως ήδη αναφέρθηκε, καταλαμβάνονται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 2, 3 και 4 της ΠΥΣ 6/2012 (ΑΠ 749/2020). Επομένως οι κατά τον α.ν. 435/1968 εκδιδόμενες ΚΥΑ (όπως οι αναγραφόμενες στο αναιρετήριο με αριθμούς 49524/2362/2008, 49532/2365/2008 και 49539/2369/2008 ΚΥΑ), των οποίων η ισχύς άρχισε την 1.1.2008, δηλαδή ίσχυαν περισσότερο από είκοσι τέσσερις (24) μήνες μέχρι την 14.2.2012, έληξαν την 14.2.2013, ενώ οι κανονιστικοί όροι αυτών εξακολούθησαν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο, δηλαδή, μέχρι τις 14.5.2013 και μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού, δηλαδή κατά το στάδιο της μετενέργειας, η μετενέργεια περιορίζεται πλέον μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και στα τέσσερα επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας", εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΚΥΑ.
Οπότε οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των κατηγοριών των μισθωτών που υπάγονται στις ρυθμίσεις των ως άνω ΚΥΑ "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν". Η προσαρμογή αυτή είναι νομικά επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων και χωρίς αυτό να συνιστά παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών.
Τέλος, η εφαρμογή των ρυθμίσεων των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012 και στις με βάση τον α.ν. 435/1968 εκδοθείσες Κ.Υ.Α. δεν έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 22 παρ. 2 και 23 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι αφενός οι Κ.Υ.Α. αυτές εκδόθηκαν για να καλύψουν τις κατηγορίες των εργαζομένων στις οποίες ήταν ανέφικτη η συλλογική αυτονομία και αφετέρου στις ως άνω διατάξεις της ως άνω ΠΥΣ υπήχθησαν και οι εξομοιούμενες με τις συγκεκριμένες Κ.Υ.Α κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν στο πλαίσιο της συλλογικής αυτονομίας (άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος).
Η ρύθμιση δε με την ως άνω ΠΥΣ κατ' αποκλειστικό τρόπο των ως άνω όρων εργασίας και ζητημάτων που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις και συνακόλουθα η αφαίρεσή τους από την ύλη της συλλογικής αυτονομίας, που αποτελεί περιεχόμενο της συνδικαλιστικής ελευθερίας (άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος) ήταν εκείνη τη χρονική περίοδο επιτρεπτή, καθότι συνέτρεχαν λόγοι δημόσιου και γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας (ΑΠ 594/2021) ενόψει της μεγάλης δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα (ΑΠ 1083/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου με τη μη εφαρμογή των διατάξεων του α.ν. 435/1968, των ΚΥΑ 49524/2362/2008, 49532/2365/2008 και 49539/2369/2008 και των άρθρων 22 και 23 του Συντάγματος και με την εφαρμογή της με αριθμό 6/2012 ΠΥΣ, στις ρυθμίσεις της οποίας εσφαλμένα υπήγαγε τις ως άνω ΚΥΑ, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση, για τον αναιρετικό έλεγχο του ως άνω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτου λόγου αναίρεσης, των διαδικαστικών εγγράφων και του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες, με την από 20.7.2015 και με αριθμό κατάθεσης 77856/2620/2015 αγωγή, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από κοινού με πέντε (5) ακόμη ενάγοντες και μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη, εξέθεταν ότι συνδέονταν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο φιλανθρωπικό σωματείο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι:
α) οι 1η μέχρι και τη 10η, οι 31η μέχρι και τον 34ο και οι 46η μέχρι και τον 48ο τότε ενάγοντες κατά τους όρους αμοιβής και εργασίας της με αριθμό 49539/2369/2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και β) οι 11η μέχρι και την 30η, οι 35η μέχρι και την 45η και οι 49η και 50η τότε ενάγουσες κατά τους όρους αμοιβής και εργασίας της με αριθμό 49524/2362/2008 κοινής απόφασης των ιδίων ως άνω Υπουργών και ότι την 1.10.2013, αν και οι ως άνω Κ.Υ.Α.
ήσαν σε ισχύ, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο προέβη μονομερώς σε μείωση των αποδοχών τους κατά τα ποσά τα οποία λεπτομερώς παρατίθενται στην αγωγή, προβαίνοντας με αυτό τον τρόπο σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους. Με βάση τους ως άνω ισχυρισμούς τους οι τότε ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και οι σαράντα πέντε (45) αναιρεσείοντες, ζήτησαν :
α) να αναγνωρισθεί ότι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές τους εξακολουθούν να καθορίζονται από τις ΚΥΑ 49524/2362/2008 και 49539/2369/2008, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να τους καταβάλλει στο μέλλον τις αποδοχές που τους κατέβαλε πριν την χωρήσασα βλαπτική μεταβολή που έλαβε χώρα από 1.10.2013, καταδικαζόμενο σε χρηματική ποινή ύψους 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς την εκδοθησόμενη απόφαση και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα, ως διαφορές μεταξύ των αποδοχών που ορίζουν οι ως άνω ΚΥΑ και εκείνων που τους καταβλήθηκαν, τα αναφερόμενα αναλυτικά στην αγωγή ποσά, που αφορούν την προσδιοριζόμενη χρονική περίοδο των δεκαέξι (16) μηνών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1197/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη. Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, άσκησαν την 4.7.2018 και με αριθμό κατάθεσης 73271/4997/2018 έφεση, με τους δύο λόγους της οποίας επικαλέσθηκαν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Ειδικότερα επικαλέσθηκαν ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή τους ως μη νόμιμη, καθότι οι ΚΥΑ, που καθορίζουν τις μηνιαίες τακτικές αποδοχές τους, εκδόθηκαν βάσει του α.ν. 435/1968, δεν συνιστούν ΣΣΕ ώστε να υπόκεινται στις διατάξεις της ΠΥΣ 6/2012 και εξακολουθούν να ισχύουν, με συνέπεια η επελθούσα από 1.10.2013 περικοπή των μηνιαίων τακτικών αποδοχών τους να συνιστά παράνομη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους.
Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 5063/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού στη μείζονα σκέψη αυτού αναφέρθηκε στις διατάξεις του α.ν. 435/1968, στο άρθρο 9 του ν. 1876/1990 όπως ίσχυε μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012, στο άρθρο 2 της ΠΥΣ 6/2012 και στα άρθρα 22 παρ. 1 και 2 και 23 του Συντάγματος, κατέληξε στην ακόλουθη κατά λέξη κρίση: "[...] από τη γραμματική διατύπωση, αλλά και το σκοπό της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου μόνου α.ν. 435/1968 προκύπτει αναμφίβολα ότι οι ρυθμίσεις που με την έκδοση των σχετικών Κ.Υ.Α.
καταλαμβάνουν διάφορες συλλογικές σχέσεις εργασίας, όπως εν προκειμένω των εκκαλούντων, επέχουν θέση ΣΣΕ και εφαρμόζονται αναλόγως γι' αυτές τα ισχύοντα για τις ΣΣΕ, ως προς τις οποίες κατά το νόμο εξομοιώνονται. Περαιτέρω, η Π.Υ.Σ. 6/2012 εφαρμόζεται και επί των εξομοιουμένων με ΣΣΕ Κ.Υ.Α. 49539/2369 και 49524/2362 του α.ν. 435/1968, χωρίς η ανωτέρω εξομοίωση να παραβιάζει τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 22 και 23 και να αντίκεινται στη συλλογική αυτονομία και τον αυτοπροσδιορισμό των κοινωνικών εταίρων, εντός του συνταγματικά θεμιτού πλαισίου της αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης και της κρίσης χρέους της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες ότι οι παραπάνω ΚΥΑ εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ και να ρυθμίζουν τις αποδοχές τους και ότι αυτές μπορούσαν να τροποποιηθούν μόνο με νεότερες ΚΥΑ, συνακόλουθα δε η εκκαλουμένη απόφαση, που κατέληξε στην ίδια κρίση [...] και απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο, ενώ τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τους ανωτέρω δύο λόγους της κρινόμενης έφεσής τους τυγχάνουν αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα.
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του α.ν. 435/1968, με βάση τον οποίο εκδόθηκαν οι με αριθμούς 49524/2362/2008 και 49539/2369/2008 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοιν.
Προστασίας (που κατά την ένδικη αγωγή ρυθμίζουν τις αποδοχές των αναιρεσειόντων), του άρθρου 3 παρ. 1 περ. β του ν. 1876/1990, του άρθρου 2 παρ. 2 και 4 της ΠΥΣ 6/2012 και των άρθρων 22 παρ. 2 και 23 παρ. 1 του Συντάγματος, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά απέρριψε και τους δύο λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων.
Τούτο διότι οι με αριθμούς 49524/2362/2008 και 49539/2369/2008 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας εκδόθηκαν βάσει του ισχύοντος α.ν. 435/1968, είχαν αόριστη διάρκεια, καθότι όριζαν μόνο την έναρξη ισχύος τους (1.1.2008) [παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, πριν την κατάργησή της με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012] και εξομοιώνονται με τις οριζόμενες στο άρθρο 3 παρ. 1 περ.
β του ν. 1876/1990 κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, από τις οποίες και αντικαθίστανται [παρ. 2 του άρθρου μόνου του α.ν. 435/1968] και οι οποίες υπάγονται στις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 και 4 της ΠΥΣ 6/2012.
Συνεπώς και οι εξομοιούμενες με κλαδικές Σ.Σ.Ε οι ως άνω ΚΥΑ υπάγονται στις ίδιες διατάξεις (δηλαδή αυτές του άρθρου 2 παρ. 2 και 4 της ΠΥΣ 6/2012). Έτσι, οι συγκεκριμένες Κ.Υ.Α., που καθόριζαν τους όρους αμοιβής των αναιρεσειόντων από την 1.1.2008 μέχρι και τις 14.2.2012: α) έληξαν στις 14.2.2013, β) η εξακολούθηση της ισχύος των κανονιστικών όρων αυτών διήρκεσε επί ένα τρίμηνο, δηλαδή, μέχρι τις 14.5.2013 και γ) μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού, ήτοι κατά το στάδιο της μετενέργειας, η μετενέργεια περιορίζεται μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό και στα τέσσερα επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας" και τα οποία προβλέπονταν στις ΚΥΑ αυτές.
Οπότε οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων "προσαρμόζονται", για το μέλλον και περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν". Η προσαρμογή δε αυτή επιτρέπεται εκ του νόμου [εδαφ. γ της παρ. 4 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012] να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη ? αναιρεσίβλητου σωματείου, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων - αναιρεσειόντων και χωρίς αυτό να συνιστά παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των τελευταίων.
Ενόψει αυτών, ο ως άνω πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση επιτρέπεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται, ως προϋπόθεση, το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, δηλαδή να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.
Συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, διότι τότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1704/2017). Με το δεύτερο (και τελευταίο), από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έχει τις ασαφείς, άλλως τις ανεπαρκείς αιτιολογίες που παραθέτουν.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κατήρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, αλλά απέρριψε την από 4.7.2018 (με αριθμό κατάθεσης 73271/4997/2018) έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 1197/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η ένδικη, από 20.7.2015 (με αριθμό κατάθεσης 77856/2620/2015), αγωγή των τότε εναγόντων-εκκαλούντων, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες.
Κατ' ακολουθία των ως άνω εκτεθέντων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 18.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 4306/516/2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5063/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Οι αναιρεσείοντες, αν και νικήθηκαν, δεν καταδικάζονται στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, διότι το τελευταίο δεν υποβάλει αντίστοιχο αίτημα με τις από 10.5.2022 προτάσεις που κατέθεσε στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 106 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 4306/516/2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5063/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ