Legislator Case Law & Legislation
256/2020 AI generated

256/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 256/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

256/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει, όμως, το ακίνητο να έχει την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου, τόσο κατά το χρόνο της κατάληψης, όσο και καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας, χωρίς να αρκεί μόνη η παρέλευση δεκαετίας. Ως εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, θεωρείται το ακίνητο, το οποίο έχει εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του με πρόθεση παραίτησης από την κυριότητα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 256 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 256/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Νίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Το αιτούν - προσφεύγον και ήδη αναιρεσείον με την από 30-9-2015 αίτηση - προσφυγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 298/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-8-2018 αίτησή του. Η υπόθεση, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 34 του αν.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε και στα Δωδεκάνησα, με το άρθρο 1 του β.δ/τος της 31 Δεκεμβρίου 1948-10 Ιανουαρίου 1949 (βλ. και άρθρ. 21 παρ.1 ν.3800/1957), "2. Ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ' αυτών ουδέ δι' αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ' αυτού ως διοικητού αλλοτρίων. 3.

Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ' ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο την ειδικήν εντολήν του Υπουργείου των Οικονομικών (Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων) και του προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής Αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου. 4.

Εφ' όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν, περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων. 5.

Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του καταληφθέντος κτήματος γίνεται, κατ' αίτησιν αυτού, κοινοποιουμένην προς το Δημόσιον, δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην του κατ' άρθρ. 10 συμβουλίου. Αι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται και εν προκειμένω. 6. Εις τον αναλαμβάνοντα το ακίνητόν του ιδιοκτήτην αποδίδονται, κατά την εν τη προηγουμένη παρ. 5 καθοριζομένην διαδικασίαν, και τα εισπραχθέντα τυχόν παρά του Δημοσίου μισθώματα, μειούμενα παρά τας γενομένας δαπάνας και κατά 20% λόγω εξόδων διαχειρίσεως. 7.

Εάν απορριφθή η αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθή απόφασις του υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτου ή εντός της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 11, προθεσμίας, δύναται ούτος να ζητήση την απόδοσιν δι' αιτήσεώς του, υποβαλλομένης προς τον αρμόδιον, ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, πρόεδρον πρωτοδικών (ήδη, με βάση το άρθρο 3 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη των ασφαλιστικών μέτρων). 8. Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα κυριότητος αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για να αποκτήσει το Δημόσιο κυριότητα σε αλλότριο ακίνητο, το οποίο δεν διαχειρίζεται ο κύριος αυτού ή αντιπρόσωπός του, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (α) εγκατάλειψη του ακινήτου από τον κύριο, (β) νομότυπη κατάληψη αυτού από το Δημόσιο και γ) πάροδος δεκαετίας από την κατάληψη (που φέρει το χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας, επί της οποίας δεν αποκλείεται η εφαρμογή λόγου διακοπής της παραγραφής).

Πρέπει, όμως, το ακίνητο να έχει την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου, τόσο κατά το χρόνο της κατάληψης, όσο και καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας, χωρίς να αρκεί μόνη η παρέλευση δεκαετίας. Ως εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, θεωρείται το ακίνητο, το οποίο έχει εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του με πρόθεση παραίτησης από την κυριότητα.

Πρέπει, δηλαδή, ο ιδιοκτήτης του να έχει παραιτηθεί, άτυπα, από τη φυσική εξουσίασή του με τη θέληση να μη νέμεται αυτό (σύμπτωση παραίτησης από το υλικό και το πνευματικό στοιχείο εξουσίασης), με το σκοπό παραίτησης από την κυριότητά του. Εάν το ακίνητο δεν είχε πράγματι εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του και, παρά ταύτα, καταλήφθηκε από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο, τούτο δεν περιέρχεται στην κυριότητα του τελευταίου με την απλή παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη, εφόσον ο ιδιοκτήτης αυτού εξακολουθούσε καθ' όλο το χρονικό διάστημα να νέμεται και εκμεταλλεύεται το ακίνητό του, απολαμβάνοντας τα ωφελήματα απ' αυτό.

Αντίθετη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της κυριότητας σε ακίνητο για μόνο το λόγο ότι χαρακτηρίστηκε αυτό ως εγκαταλελειμμένο από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, εκδόθηκε το σχετικό πρωτόκολλο κατάληψης, το οποίο εγγράφηκε στην οικεία μερίδα του υποθηκοφυλακείου και παρήλθε δεκαετία, ενώ ο ιδιοκτήτης αυτού, αγνοώντας προφανώς την όλη κατάσταση, εξακολουθούσε να το νέμεται (ΑΠ 47/2019, ΑΠ 736/2008, πρβλ.

και ΑΠ 648/2016, ΑΠ 656/2012, ΑΠ 1758/2009, ΑΠ 1324/2003). Μάλιστα, δεν θεωρείται εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, και το ακίνητο, επί του οποίου ο ιδιοκτήτης δεν άσκησε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, καμία πράξη νομής (ή κατοχής). Και τούτο, διότι στα ακίνητα η νομή και η κατοχή είναι σαφώς διακεκριμένες από την κυριότητα, ώστε η μη άσκησή τους να μην μπορεί να θεωρηθεί ως εγκατάλειψη και της κυριότητας, η οποία είναι δικαίωμα απεριόριστης διάρκειας και αντιτάσσεται αποτελεσματικά κατά των τρίτων, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει ασκηθεί με πράξεις διακατοχής, αφού ο κύριος δεν είναι υποχρεωμένος να ασκεί το δικαίωμά του αυτό, άρα η μη άσκηση - εγκατάλειψη της διακατοχής παραμένει, ως προς την κυριότητα, ένα γεγονός χωρίς έννομες συνέπειες.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την αναιρεσιβαλλόμενη 298/2017 απόφασή του που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [...Το ακίνητο, διώροφη παλαιά οικοδομή, τριών δωματίων στο ισόγειο και δύο στον όροφο, που κείται στην Παλαιά Πόλη της Ρόδου, πάροδο της ..., με κτηματολογικά στοιχεία:

τόμος …, φύλλο …, φάκελος ..., μερίδα ... οικοδομών Ρόδου -όπως διορθώθηκε με την από 4/3/2016 διάταξη του Κτηματολογικού Δικαστή από το εσφαλμένο: μερίδα ...- φέρεται με αρχική θεμελιώδη εγγραφή ... της 26 Νοεμβρίου 1927 ότι ανήκει στους Χ. Μ. του Ι. και Χ. Α., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Ακολουθεί εγγραφή το έτος 1929 με αριθμό ...

για μεταβίβαση (passagio) από τον Χ. Α. Χ. Μ. του Ι. (.../1929). Στη συνέχεια κατόπιν της .../1977 απόφασης του Νομάρχη Δωδεκανήσου, εκδόθηκε το από 1-12-1977 πρωτόκολλο κατάληψης και το ακίνητο καταλήφθηκε από το αιτούν ως εγκαταλελειμμένο και μη διαχειριζόμενο από κανένα, καταχωρίστηκε δε σχετική εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία τον Δεκέμβριο 1977 με αριθμό ....

Τον Ιούλιο 1979 καταχωρίστηκε, με αριθμό ...1964 απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι: α) κληρονόμοι του Χ. Μ. του Ι., που απεβίωσε στη Ρόδο το έτος 1941, είναι οι υιοί του 1) Ι. Χ. του Μ. και Α. Χ. του Μ., β) κληρονόμοι του Ι. Χ. του Μ., που απεβίωσε στο Άουσβιτς Πολωνίας το έτος 1944, είναι ο υιός του Μ.

Χ. του Ι. και γ) κληρονόμοι του Α. Χ. του Μ., που απεβίωσε στο Άουσβιτς Πολωνίας το έτος 1944, είναι ο υιός του Α. Χ. του Α. Στις 12 Φεβρουαρίου 1980 καταχωρίστηκε, με αριθμό ..., η 8/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή η 4798/1979 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Τελ Αβίβ Γιάφα Ισραήλ, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι κληρονόμοι του Ά.

Χ. του Ά. είναι η σύζυγος του Μ. κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου επί του μεριδίου του και τα τέκνα του Ι. Χ. του Ά. και Ά. Χ. του Ά., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Το εκκαλούν, με την από 2-9-1988 αίτησή του, που καταγράφηκε με αριθμό ...8-9-1988, ζήτησε να καταχωριστεί στα βιβλία του Κτηματολογίου ότι περιήλθε σ' αυτό κατά κυριότητα το ακίνητο, ως εγκαταλελειμμένο, λόγω παρέλευσης δεκαετίας από την προναφερόμενη εγγραφή του Δεκεμβρίου 1977.

Η αίτηση απορρίφθηκε με την από 11-6-2015 απόφαση του Δικαστή του Κτηματολογίου, που επιδόθηκε στο εκκαλούν στις 14-9-2015, με την αιτιολογία ότι "εντός της δεκαετίας από την κατάληψη έχουν ήδη καταχωρηθεί δύο κληρονομιές, οπότε το ακίνητο δεν εμφαίνεται εγκαταλελειμμένο". Κατ' αυτής το εκκαλούν άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, που καταχωρίστηκε στα ίδια βιβλία του Κτηματολογίου στις 5-10-2015 με αριθμό ....

Τα ανωτέρω εκτίθενται στο .../2015 πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του ακινήτου. Σύμφωνα δε με τις άνω καταγραφές, μετά την καταχώριση του από 1-12-1977 πρωτοκόλλου κατάληψης στα βιβλία του κτηματολογίου καταχωρίστηκαν: α) η 795/1964 απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου περί της κληρονομικής διαδοχής του Χ. Μ. του Ι. και των κληρονόμων αυτού, υιών του, Ι.

Χ. του Μ. και Α. Χ. του Μ., που κληρονομήθηκαν από τους υιούς τους Μ. Χ. του Ι. και Α. Χ. του Α. αντίστοιχα και β) η 8/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή η 4798/1979 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Τελ Αβίβ Γιάφα Ισραήλ, που αναγνωρίζει κληρονόμους του Α. Χ. του Α., τη σύζυγό του Μ.

και τα τέκνα του Ι. Χ. του Ά. και Ά. Χ. του Ά..

Συνεπώς, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας από την κατάληψη του ακινήτου από το εκκαλούν ελληνικό δημόσιο, οι απώτεροι κληρονόμοι του αρχικού τιτλούχου Χ. Μ. του Ι. προέβησαν στις παραπάνω καταχωρίσεις στα κτηματολογικά βιβλία, για τη διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του ακινήτου λόγω κληρονομίας, αρχικά οι δύο εγγονοί του τιτλούχου (με την .../Ιούλιος 1979 εγγραφή) και στη συνέχεια οι κληρονόμοι του ενός εγγονού (με την .../12-2-1980 εγγραφή).

Από τις καταχωρίσεις αυτές δεν συνάγεται ότι το ακίνητο έχει εγκαταλειφθεί από τους απόντες ιδιοκτήτες του με πρόθεση παραίτησης από την κυριότητα, κατά το χρόνο της κατάληψης και καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας από την κατάληψη, δηλαδή ότι ήταν εγκαταλελειμμένο. Αντίθετα οι απώτεροι κληρονόμοι εκδήλωσαν ενδιαφέρον για να καταχωριστούν οι άνω αποφάσεις, που επιβεβαίωναν την ιδιότητά τους ως απώτερων κληρονόμων του αρχικού τιτλούχου, με συνέπεια την περιέλευση σ' αυτούς, κατά το μερίδιό του στον καθένα, του δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου, ως αποτέλεσμα της κληρονομικής διαδοχής.

Η αιτούμενη καταχώριση για την περιέλευση της κυριότητας του ακινήτου στο εκκαλούν, ως εγκαταλελειμμένου, διότι είχε παρέλθει δεκαετία από την κατάληψη, είναι αντίθετη προς τις άνω καταχωρίσεις από τους απώτερους κληρονόμους του αρχικού τιτλούχου Χ. Μ. του Ι., στους οποίους εμφανίζεται ότι περιήλθε τούτο κατά κυριότητα λόγω κληρονομικής διαδοχής.

Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, ο δικαστής του Κτηματολογίου ελέγχει το υποστατό της αιτήσεως, με βάση την πραγματική κατάσταση που εμφανίζεται στα κτηματολογικά βιβλία και την εναρμόνισή της με την σ' αυτά απεικονιστέα, με βάση γνήσια και με αποδεικτική δύναμη έγγραφα, χωρίς να δικαιοδοτεϊ, είναι φανερό ότι η αιτούμενη καταχώριση περί περιέλευσης της κυριότητας του ακινήτου στο εκκαλούν ως εγκαταλελειμμένου, δεν εναρμονίζεται προς την κατάσταση που απεικονίζεται στα βιβλία, ότι το ακίνητο είχε περιέλθει κατά κυριότητα στους άμεσους και στη συνέχεια τους απώτερους κληρονόμους του αρχικού τιτλούχου Χ.

Μ. του Ι.. Συνακόλουθα ο δικαστής του Κτηματολογίου, που απέρριψε την αίτηση του εκκαλούντος προς καταχώριση της περιέλευσης σ' αυτό της κυριότητας του ακινήτου λόγω της παρόδου δεκαετίας από την κατάληψη αυτού ως εγκαταλελειμμένου, δεν έσφαλε, διότι η αιτούμενη καταχώριση είναι αντίθετη και δεν εναρμονίζεται προς τις προαναφερόμενες καταχωρίσεις, που βεβαιώνουν την κληρονομική διαδοχή του τιτλούχου Χ.

Μ. του Ι. και των κληρονόμων του στο δικαίωμα της κυριότητας του ακινήτου και είναι μεταγενέστερες της καταγραφής της κατάληψης του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου από το εκκαλούν, χωρίς να έχει παρέλθει δεκαετία από την κατάληψη. Ο δικαστής του Κτηματολογίου ενήργησε σύμφωνα με τη δικαιοδοσία του, καθώς κατά την καταχώριση οφείλει να προβεί σε έλεγχο, όχι μόνο κατά τον τύπο, αλλά και την ουσία των μεταγραπτέων πράξεων, τίτλων και εγγράφων.

Για το ακίνητο, με τις παραπάνω μεταγενέστερες του πρωτοκόλλου κατάληψης καταχωρίσεις κληρονομικής διαδοχής, πριν παρέλθει δεκαετία από την κατάληψη, δεν είναι δυνατό να ακολουθήσει καταχώριση περιέλευσης της κυριότητας στο αιτούν, ως εγκαταλελειμμένου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια, με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται όπως ανωτέρω, δεν έσφαλε, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκτίμησε τις αποδείξεις, ώστε οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι άνω κληρονόμοι του αρχικού τιτλούχου δεν ακολούθησαν την διαδικασία των παρ. 5 και 7 του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938, αντιτιθέμενοι στην κατάληψη ως εγκαταλελειμμένου του ακινήτου από το εκκαλούν, δεν υπέβαλαν σχετική αίτηση στον Υπουργό Οικονομικών ή στο Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, που προαναφέρθηκε.

Η παράλειψη τήρησης της άνω διαδικασίας δεν οδηγεί στην περιέλευση της κυριότητας του ακινήτου στο εκκαλούν ως εγκαταλελειμμένου και στην απόσβεση του δικαιώματος των κληρονόμων του τιτλούχου. Αναγκαία προϋπόθεση γι' αυτά, πέραν της παρόδου δεκαετίας από την κατάληψη, είναι το ακίνητο, κατά το χρόνο της κατάληψης να είναι εγκαταλελειμμένο και να εξακολουθήσει να είναι επί δέκα έτη από την κατάληψη, όπως προεκτέθηκε.

Όμως τούτο, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες της εγγραφής της κατάληψης καταχωρίσεις, εμφανίζεται ότι ανήκει κατά κυριότητα στους απώτερους κληρονόμους του αρχικού τιτλούχου. Αυτοί εκδήλωσαν ενδιαφέρον να καταχωριστεί η κληρονομική διαδοχή στα κτηματολογικά βιβλία, που δεν υποδεικνύει θέληση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας, αλλά αντίθετα είναι ενδεικτικό ότι εξακολουθούν να αισθάνονται κύριοι του ακινήτου και δεν το έχουν εγκαταλείψει.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι ίδιες άνω καταχωρίσεις σχετικά με την κληρονομική διαδοχή του αρχικού τιτλούχου, που διενεργήθηκαν πριν την πάροδο της δεκαετίας από την κατάληψη, δεν αποτελούν λόγο διακοπής της παραγραφής, ακριβέστερα της αποσβεστικής δεκαετούς προθεσμίας από την κατάληψη του ακινήτου από το εκκαλούν, παρά αναιρούν την ιδιότητά του ως εγκαταλελειμμένου.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εσφαλμένα στην επάλληλη αιτιολογία απόρριψης της αίτησης αναφέρει τις καταχωρίσεις ως "λόγο διακοπής της παραγραφής", αρκεί δε η αντικατάσταση της αιτιολογίας, όπως ανωτέρω, διότι το δικαστήριο ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 26-2-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 37/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που είχε κρίνει, κατ' αποτέλεσμα, ομοίως, απορρίπτοντας, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την ένδικη, από 30-9-2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 340/1-10-2015, προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της από 11-6-2015 διάταξης του επί του Κτηματολογίου Ρόδου Δικαστή, με την οποία αυτός είχε απορρίψει τη σχετική, από 2-9-1988, αίτηση του τότε Οικονομικού Εφόρου Δημόσιων Κτημάτων Ρόδου για περιέλευση της κυριότητας του καταληφθέντος ακινήτου στο αναιρεσείον, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ.8 αν.ν. 1539/1938.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 34 του αν.ν. 1539/1938 που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας, ούτε και εκείνες (που αναφέρονται στο αναιρετήριο) των άρθρων 279, 269 ΑΚ, 51 και 53 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου (8 παρ.2 ν.510/1947), αλλά διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το ότι ορθά δεν εφαρμόστηκαν στην ερευνώμενη περίπτωση οι διατάξεις του άρθρου 34 του πιο πάνω αν.ν. 1539/1938 και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, οι παραδοχές του Εφετείου για το ότι οι καταχωρίσεις (.../1979 και .../1980) με το προαναφερόμενο περιεχόμενο (για τη διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου με αιτία την κληρονομική διαδοχή), που έγιναν με τη μέριμνα των απώτερων κληρονόμων του αρχικού τιτλούχου Χ. Μ. του Ι., οι οποίες είναι μεταγενέστερες από την εγγραφή, κατά μήνα Δεκέμβριο 1977, της κατάληψης από το αναιρεσείον του εν λόγω ακινήτου, αλλά, πάντως, μέσα στη δεκαετία από την κατάληψή του (1-12-1977) και από τις οποίες συνάγεται ότι οι απόντες ιδιοκτήτες δεν είχαν εγκαταλείψει το ακίνητο με τη θέληση να παραιτηθούν από το δικαίωμα της κυριότητάς τους σε αυτό, στηρίζουν επαρκώς την κρίση του για το ότι ελλείπει μία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητας, από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, του καταληφθέντος ακινήτου, ήτοι η ιδιότητα αυτού ως εγκαταλελειμμένου καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας από την κατάληψη και, συνακόλουθα, νόμιμα ο επί του Κτηματολογίου Ρόδου Δικαστής απέρριψε τη σχετική, από 2-9-1988, αίτηση εγγραφής του Οικονομικού Εφόρου Δημόσιων Κτημάτων Ρόδου.

Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος ο μοναδικός, από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, και συγκεκριμένα ότι α) εφόσον υπήρξε νομότυπη κατάληψη του ακινήτου και παρήλθε δεκαετία, χωρίς αυτή να διακοπεί με την κίνηση της διαδικασίας για διοικητική ή δικαστική απόδοσή του, η κυριότητα αποσβένεται και περιέρχεται στο αναιρεσείον και β) οι πιο πάνω καταχωρίσεις από τους απώτερους κληρονόμους του αρχικού τιτλούχου (που, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ήταν "συμπτωματικές" ή "τυχαίες" ή "μεμονωμένες" και δεν είναι βέβαιο ότι οι αναφερόμενες σε αυτές αποφάσεις αφορούσαν αποκλειστικά το επίμαχο ακίνητο και η έκδοσή τους έγινε προς άρση της ιδιότητάς του ως εγκαταλελειμμένου) δεν αίρουν την ιδιότητα του ακινήτου αυτού ως εγκαταλελειμμένου.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Αυγούστου 2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 15/29-8-2018 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ