Legislator Case Law & Legislation
256/2019 AI generated

256/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 256/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 142/2016).

Legislator headnote

AI generated

256/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, αντίγραφο της από 21-2-2018 (με αριθμό κατάθεσης ….53/2018) αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο στις 5-4-2018 με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, όπως τούτο προκύπτει από την επισημείωση επ' αυτού του δικαστικού επιμελητή ..

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 256 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 256/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αρετή Μαργαρίτη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1531/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4764/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 21/2/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 142/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, αντίγραφο της από 21-2-2018 (με αριθμό κατάθεσης ….53/2018) αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο στις 5-4-2018 με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, όπως τούτο προκύπτει από την επισημείωση επ' αυτού του δικαστικού επιμελητή ..

Α. Τ., προς τον οποίο είχε δοθεί η από 4-4-2018 εντολή προς επίδοση της πληρεξούσιας δικηγόρου της (αναιρεσείουσας). Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

2. Με την από 21-2-2018 (με αριθμό κατάθεσης …53/2018) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας-εναγομένης κατά του αναιρεσίβλητου- ενάγοντος, πλήττεται η 4764/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσης από 4-12-2015(αριθ. κατ….12/2015) εφέσεως του ενάγοντος κατά της 1531/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 28-11-2013 αγωγής. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεχόμενο την έφεση του ενάγοντος και μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας άνω απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή και επεδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 25.978,98 ευρώ νομιμότοκα. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

3. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν μάλιστα το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές και διατυπώνεται με σαφήνεια στην απόφαση, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που πρότεινε ο διάδικος προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και αν πρόκειται για ελλιπείς αιτιολογίες σε τι συνίσταται η έλλειψη και ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1826/2007, ΑΠ 1875/2006).

4. Στην προκειμένη περίπτωση κατά της προσβαλλόμενης 4764/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφανίζοντας την 1531/2015 πρωτοβάθμια απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή στο σύνολο της, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα, που έχει ως αντικείμενο εργασιών της την παροχή υπηρεσιών εστίασης, συμπεριλαμβανομένης και της υπηρεσίας κατ'οίκον διανομής προϊόντων με έδρα τον Δήμο …, την 31-5- 2012 προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως αρχιμάγειρας στο κατάστημα της ουζερί με την ονομασία "…" στον …, έναντι συμφωνηθεισών μηνιαίων αποδοχών 1666,34 ευρώ και ότι την 1-8-2013, του κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας του καταβάλλοντος μειωμένη αποζημίωση και υποχρέωσε την εναγομένη- αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 25.978,98 ευρώ για διαφορές αποδοχών, για επιδόματα εορτών και αδείας και για διαφορά αποζημίωσης, προβάλλονται, με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης, αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση από το Εφετείο του περιεχομένου των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, υπό την επίκληση πλημμελειών, από τους αριθμούς 1,8,9,10,11,12,13,17,19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους αναίρεσης, παραθέτοντας στον μεν πρώτο ολόκληρο το κείμενο της προσβαλλομένης και στην συνέχεια το κείμενο της πρωτοβάθμιας απόφασης και στο τέλος χωρίς καμιά άλλη μνεία τα εξής " αγνοώντας την πρωτόδικη απόφαση κατά τα πρακτικά της οποίας είχε εξεταστεί και ο ενάγων και κρίνοντας έτσι θεμελιώθηκε η πληττόμενη νυν απόφαση του Εφετείου Αθηνών σε πλημμέλειες που έχουν επιδράσει ουσιαστικά στη διαμόρφωση του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης και θεμελιώνουν λόγους αναίρεσης που τυποποιούνται στου αριθμούς 1,8,9,10,11,12,13,17,19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως παρακάτω θα δείξουμε, αλλά και ως αργότερα με την νόμιμη και εμπρόθεσμη κατάθεση προσθέτων λόγων πρόκειται να θίξουμε".

5. Στον δεύτερο και τρίτο λόγο παραθέτει εκ νέου παραδοχές της προσβαλλομένης και διάφορα επιχειρήματα, για να στοιχειοθετήσει την επικαλουμένη απ'αυτήν κακή εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με τον ισχυρισμό της ότι ο μισθός του ενάγοντος κατά τον χρόνο απόλυσής του ανερχόταν σε 644,49 ευρώ και όχι στο ποσό των 1666,34 ευρώ που δέχθηκε εσφαλμένα η προσβαλλομένη και πάλι στο τέλος το στερεότυπο "κρίνοντας όμως έτσι θεμελιώθηκε η προσβαλλομένη απόφαση σε πλημμέλειες που έχουν επιδράσει ουσιαστικά στη διαμόρφωση του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης και θεμελιώνουν λόγους αναίρεσης που τυποποιούνται στου αριθμούς 1,8,9,10,11,12,13,17,19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ".

6. Επίσης και στους λοιπούς λόγους παραθέτει διάφορα επιχειρήματα, για να στοιχειοθετήσει την επικαλουμένη απ' αυτήν κακή εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με τα προσκομισθέντα έγγραφα, και την απόρριψη των προβληθέντων απ' αυτήν ισχυρισμών, στον δε τέταρτο λόγο παραθέτει αυτούσια τα κείμενα των ενόρκων εξετάσεων μαρτύρων, που εξετάστηκαν με επιμέλειά της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών στα πλαίσια της ανταπόδειξης των αγωγικών ισχυρισμών, και πάλι στο τέλος κάθε λόγου το στερεότυπο ""κρίνοντας όμως έτσι θεμελιώθηκε η προσβαλλομένη απόφαση σε πλημμέλειες που έχουν επιδράσει ουσιαστικά στη διαμόρφωση του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης και θεμελιώνουν λόγους αναίρεσης που τυποποιούνται στου αριθμούς 1,8,9,10,11,12,13,17,19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ", χωρίς δηλαδή να παραθέτει σε κάθε λόγο πλημμέλεια συγκεκριμένη κατά της προσβαλλομένης, αλλά συλλήβδην παραθέτει πλημμέλειες από όλο σχεδόν το άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι με αυτούς πλήττεται αληθώς η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποία η αναιρεσείουσα θεωρεί εσφαλμένη, διότι είναι διαφορετική από τους παρατιθέμενους ισχυρισμούς της και τα επιχειρήματά της από τη δική της εκτίμηση των αποδείξεων, σε κάθε δε περίπτωση ο εκ του άρθρου 10 λόγος ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αλλά στήριξε την κρίση του στα αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται σ' αυτή, δηλαδή στους μάρτυρες και τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν και οι λοιποί ως αόριστοι γιατί δεν περιέχουν, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τις αποδιδόμενες πλημμέλειες και τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν με πληρότητα, ειδικώς δε ως προς τις εκ των αριθ. 1 και 19 πλημμέλειες.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-2-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 4764/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ