Legislator Case Law & Legislation
256/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no violation of interpretation rules regarding will declarations.

Case Number 256/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Court of Crete. The appellant argued that the lower court violated rules on interpreting declarations of will by failing to address ambiguities or by distorting the content of procedural documents. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly evaluated the evidentiary value of the appellant's statements rather than strictly applying statutory interpretation rules to procedural notes.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; The appeal ground alleging violation of interpretation rules is inadmissible when the court of first instance merely evaluates the evidentiary weight of a party's statements rather than failing to apply statutory rules to fill gaps in declarations of will.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure interpretation of will procedural documents evidentiary value distortion of content appellate review legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 173 of the Civil Code
Art. 200 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 256 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 256/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Β. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Γιαμπουράνη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Η. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 417/2001 προδικαστική και 439/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2012 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/5/2012 αίτησή του και τον από 3/9/2012 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 14/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 31/5/2012 αίτησης, με τον πρόσθετο επ' αυτής λόγο, του Ε. Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 86/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται και αν το ουσιαστικό δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους κανόνες αυτούς, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συντρέχει περίπτωση ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν τα περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό, καθόσον ουσιώδες στοιχείο του εξεταζομένου λόγου αναιρέσεως είναι η έκθεση των περιστατικών, θετικών ή αρνητικών, που είναι τα στοιχεία της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού και όχι η αιτιολόγησή του από τις αποδείξεις εξαγομένου πορίσματος.

Η έλλειψη αυτή υπάρχει και όταν το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται ενδοιαστικά και όχι με βεβαιότητα.

Αν υπάρχουν ελλείψεις στην οντολογική κρίση (στη βεβαίωση δηλ. ότι τα γεγονότα έχουν συμβεί), δηλαδή στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και συγκεκριμένα αν τα περιστατικά, που εκτίθενται στο αιτιολογικό της αποφάσεως καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθότητα του δικανικού (υπαγωγικού) ισχυρισμού, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, οπότε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της περ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. Εξάλλου, ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό λόγο. Αντίφαση, τέλος, στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε ,σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ. 1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον άλλο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της συμβάσεως και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στον άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτήν ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σε αυτόν δυνατότητας συνάψεως της συμβάσεως που τον ενδιαφέρει.

Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο (ΑΠ 815/2007, ΑΠ 1448/2002 ). Εξάλλου, από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι υπόχρεος να καταβάλει αμοιβή στο μεσίτη είναι ο υποσχεθείς την αμοιβή μεσιτικός εντολέας, εφόσον καταρτίσθηκε η σκοπούμενη κύρια σύμβαση ως συνέπεια της μεσολαβήσεως ή υποδείξεως του μεσίτη και ότι προϋπόθεση του δικαιώματος μεσιτικής αμοιβής είναι, μεταξύ άλλων, η μεταξύ μεσιτικής παροχής και συνάψεως της κύριας σύμβασης αιτιώδης συνάφεια, υπό την έννοια της αντικειμενικής αιτιότητας, ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές αντιλήψεις π.χ.

του μεσίτη. Η αιτιώδης συνάφεια πρέπει να υφίσταται κατά τον κρίσιμο χρόνο αναπτύξεως της μεσιτικής παροχής και της επίδρασης αυτής στη σύναψη της κύριας σύμβασης. Η αμοιβή του μεσίτη, ως ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης μεσιτείας, αφού αποτελεί το αντάλλαγμα για την με τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη του μεσίτη κατάρτιση της σύμβασης, προβλέπεται σε ορισμένο ύψος από το νόμο ή συμφωνείται ειδικώς μεταξύ του μεσίτη και του εντολέα.

Εάν η αμοιβή αυτή καθορίζεται με συμφωνία των μερών πέρα από το προβλεπόμενο νόμιμο ύψος, μπορεί να συμφωνηθεί με βάση την από το άρθρο 361 ΑΚ. αναγνωριζόμενη αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης και την ενδοτικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ. Το ποσό της αμοιβής του μεσίτη (μεσιτικά δικαιώματα) μπορεί, αν καθορίζεται με συμφωνία, να οριστεί σε ποσοστό της αξίας του αντικειμένου της σύμβασης ή και σε αριθμητικά καθορισμένο ποσό.

Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων είναι νόμιμα διορισμένος μεσίτης αστικών συμβάσεων με έδρα το …, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο. Στις 12-10-1993 ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν συγκύριος σε ποσοστό 33,333% ενός ακινήτου εμβαδού 290,18 τ.μ., εντός του οποίου υπήρχε μία παλαιά διατηρητέα οικοδομή επί της οδού ...

στην πόλη του ... προσήλθε στο μεσιτικό γραφείο του ενάγοντος, στον οποίο ανέθεσε την εντολή υπόδειξης ευκαιριών για την πώληση του παραπάνω ακινήτου. Μεταξύ των διαδίκων συνήφθη το από 12-10-1993 "συμφωνητικό μεσιτείας- εντολή προς μεσίτη" επί του οποίου ανεγράφη ως επιδιωκόμενο τίμημα το ποσό των 500.000.000 δραχμών και ως αμοιβή του ενάγοντος μεσίτη το ποσό των 10.000.000 δραχμών, η εν λόγω δε αμοιβή συμφωνήθηκε καταβλητέα με την υπογραφή οποιουδήποτε συμβολαιογραφικού εγγράφου.

Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε συμφωνία των διαδίκων περί καταβολής στον ενάγοντα πέραν της ανωτέρω αμοιβής του και του αναλογούντος σε αυτή Φ.Π.Α., ο οποίος θεωρείται ότι συμπεριλαμβάνεται στην ανωτέρω αμοιβή. Δεν έσφαλε, επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε στην ουσία του το αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση επί της αιτούμενης αμοιβής του και του αναλογούντος Φ.Π.Α. 18% και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος της με αρ.

κατ. 972/2007 έφεσης του ενάγοντος- εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο εναγόμενος πρωτοδίκως πρόβαλε την ένσταση της πλαστότητας της φερομένης ως υπογραφής του υπό την ένδειξη "ο εντολέας πωλητής" επί του προσκομισθέντος από τον ενάγοντα ως άνω από 12-10-1993 συμφωνητικού μεσιτείας, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε το υπέγραψε.

Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος. Ειδικότερα ο δικαστικός γραφολόγος Ι. Δ., που διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 417/2001 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου προκειμένου να αποφανθεί περί της γνησιότητας της υπογραφής του εναγομένου Ε. Β. επί του παραπάνω εγγράφου αποφάνθηκε με την από 11-6-2002 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του, ότι η υπογραφή στο υπό έλεγχο έγγραφο, η υπογραφή στην από 14-7-1994 "σύμβαση εντολής πώλησης ακινήτων και η υπογραφή στην από 15-11-1994 έκθεση επίδοσης (έγγραφα για τα οποία θα γίνει λόγος παρακάτω) παρουσιάζουν κοινά γραφολογικά στοιχεία καταλήγοντας στο συμπέρασμα α)ότι πρέπει να χαράχθηκαν από το ίδιο άτομο και β)ότι δεν μπορούν να συνδεθούν γραφολογικά με τις δειγματικές υπογραφές του Ε.

Β., δηλαδή δεν χαράχθηκαν από αυτόν. Ομοίως η δικαστική γραφολόγος Γ. Α. στην από 18-4-2006 γραφολογική γνωμοδότηση, που συνέταξε κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στο "συμφωνητικό μεσιτείας-εντολή προς μεσίτη" με ημερομηνία 12-10-1993, στη "σύμβαση εντολής πώλησης ακινήτων" με ημερομηνία 14-7-1994 και στη έκθεση επίδοσης με ημερομηνία 15-11-1994, οι υπογραφές έχουν χαραχθεί από το ίδιο άτομο και δεν έχουν τεθεί με το χέρι του Ε.

Β., αλλά από τρίτο πρόσωπο. Τέλος ο καθηγητής γραφολογίας χαρακτηρολογίας Α. Μ. στην από 20-7-2002 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε κατόπιν εντολής του ενάγοντος, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στο από 12-10-1993 "συμφωνητικό μεσιτείας-εντολή προς μεσίτη" είναι γνήσια υπογραφή του Ε.

Β., όπως γνήσιες είναι και οι υπογραφές αυτού στην από 14-7-1994 "σύμβαση εντολής πώλησης ακινήτων" και στην υπ'αρ. .../15-11-1995 έκθεση επίδοσης. Κοινό συμπέρασμα και των τριών γραφολογικών εκθέσεων είναι ότι η υπογραφή στα ανωτέρω έγγραφα έχει τεθεί από το ίδιο πρόσωπο. Ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ρητά τη γνησιότητα της υπογραφής του στην ανωτέρω υπ' αριθμ. .../15-11-1994 έκθεση επίδοσης, την οποία ουδέποτε προσέβαλε ως πλαστή.

Περαιτέρω ο εναγόμενος στις από 4-5-2007 έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε πρωτοδίκως σαφώς ομολογεί ότι έχει υπογράψει την από 14-7-1994 "σύμβαση εντολής πώλησης ακινήτων" προς τη μεσίτρια Α. Μ. και μάλιστα επιχειρεί να συνάγει και συμπεράσματα από την ύπαρξη αυτή της σύμβασης αναγράφοντας επί λέξει "Μάλιστα στο σημείο αυτό επικαλούμαι την προσαχθείσα εντολή μου με χρονολογία 14-7-1994 προς τη μεσίτρια Α.

Μ., κάτοικο ... (…) στην οποία εντολή και πάλιν ιδιοχείρως έχω σημειώσει αφενός ότι δεν εκπροσωπώ παρά μόνο τον εαυτό μου και όχι τους λοιπούς συγκυρίους...". Από τα παραπάνω και με δεδομένο το πόρισμα και των τριών γραφολογικών εκθέσεων, ότι και τα τρία προαναφερθέντα έγγραφα έχουν υπογραφεί από το ίδιο άτομο προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η υπογραφή στο από 12-10-1993 "συμφωνητικό μεσιτείας-εντολής προς μεσίτη" έχει τεθεί από τον εναγόμενο.

Ο εναγόμενος με την έφεσή του ισχυρίζεται, ότι ουδέποτε ομολόγησε ότι αναγνωρίζει την υπογραφή του κάτωθι της λέξεως "ο εντολέας πωλητής" στο από 14-7-1994 έγγραφο της Α. Μ., αν δε ήθελε θεωρηθεί ότι προέβη σε ομολογία αυτό οφείλεται σε παραδρομή του πληρεξουσίου του δικηγόρου και ήδη προβαίνει σε ανάκλησή της.

Παραταύτα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι η ομολογία του εναγομένου ήταν αναληθής. Αντίθετα, η κρίση ότι ο εναγόμενος υπέγραψε την από 14-7-1994 εντολή μεσιτείας προς την Α. Μ. ενισχύεται και από την κατάθεση της τελευταίας που περιέχεται στα υπ' αρ. 639/4-4-2005 πρακτικά συνεδρίασης του β' Τριμελούς Πλημ/κείου ...

η οποία επί λέξει καταθέτει: "Είχε έλθει στο γραφείο μου το 1994 ο Β. και μου είχε δώσει εντολή, την οποία είχε υπογράψει μπροστά μου...Είμαι σίγουρη ότι είχε υπογράψει ο Β....". Δεν έσφαλε, επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση πλαστότητας της υπογραφής του στο από 12-10-1993 "συμφωνητικό μεσιτείας εντολή προς μεσίτη" και επομένως όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο εναγόμενος εκκαλών με την υπ' αριθμ.

καταθ. 757/2007 έφεσή του και με την αντέφεση, που άσκησε, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ο εναγόμενος για πρώτη φορά με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επικαλείται και προσκομίζει ένα έγγραφο- εντολή προς τον ενάγοντα με ημερομηνία 13- 12-1993, που ο τελευταίος του χορήγησε σε αντίγραφο στις 15-12-1993, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του βρήκε κατά της διάρκεια μετακόμισης και αποτελεί την πραγματική του εντολή προς τον εναγόμενο.

Το έγγραφο όμως αυτό, το οποίο προσκομίζεται σε φωτοαντίγραφο , είναι εμφανώς αλλοιωμένο ως προς το χειρόγραφο περιεχόμενο του και ειδικότερα ως προς την ημεροχρονολογία σύνταξής του και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηρίξει επ' αυτού ασφαλή δικανική κρίση. Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι το εν λόγω έγγραφο φέρει χρονολογία μεταγενέστερη της ένδικης εντολής, μολονότι ο εναγόμενος πρωτοδίκως με τις προτάσεις του (σελ.2 των από 4-5-2007 προτάσεων και 1 των από 28-3-2001 προτάσεων) είχε επικαλεστεί την ύπαρξη άλλης προγενέστερης εντολής.

Η από 12-10-1993 σύμβαση εντολής που υπέγραψε ο εναγόμενος αφορούσε όλο το ακίνητο και όχι μέρος αυτού, όπως σαφώς προκύπτει από το αναγραφόμενο σε αυτήν συμφωνηθέν τίμημα, που αντιστοιχεί στην αξία του ποσοστού του εναγομένου το οποίο άλλωστε ο τελευταίος προσδιορίζει σε 73.725.241 δραχμές, το γεγονός δε ότι ο εναγόμενος δεν ήταν αποκλειστικό κύριος αλλά συγκύριος του ακινήτου δεν αναιρεί την υποχρέωσή του προς καταβολή όλης της μεσιτικής αμοιβής, εφόσον αυτός και μόνο έδωσε τη σχετική εντολή.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που δέχθηκε τα ίδια ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο εναγόμενος με σχετικό λόγο της έφεσής του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Στα πλαίσια της ανωτέρω εντολής ο ενάγων υπέδειξε το έτος 1995 στον εναγόμενο ως αγοραστή τον Ε. Κ., πολιτικό μηχανικό, ο οποίος είχε επίσης δώσει εντολή στον ενάγοντα για την υπόδειξη του εν λόγω ακινήτου επί της οδού ..., προκειμένου να το αγοράσει τοις μετρητοίς ή με αντιπαροχή ή με ανταλλαγή κλπ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 7-5-1995 εντολή του Ε.

Κ. προς αυτόν. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των οικοπεδούχων ως πωλητών και του Ε. Κ. ως αγοραστή, οι οποίες κατέληξαν στην κατάρτιση του υπ' αριθμ. .../20-8-1997 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών αδιαίρετα οικοπέδου και εργολαβικό της συμβ/φου Ηρακλείου Ευαγγελίας Γωνιωτάκη-Πρατικάκη, όπως αυτό διορθώθηκε και τροποποιήθηκε με τις υπ' αριθμ. .../6-5-1999 και .../24-4-2000 πράξεις της ιδίας συμβ/φου, δυνάμει των οποίων η εργολήπτρια εταιρεία "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον Ε.

Κ., προς την οποία ο τελευταίος εκχώρησε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του από το παραπάνω προσύμφωνο, ανέλαβε να ανεγείρει, διατηρούμενης της όψεως του παλαιού κτιρίου, πολυώροφη οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πατάρι ισογείου και πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο πάνω από το ισόγειο ορόφους, οι δε οικοπεδούχοι ανέλαβαν να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν προς την εργολήπτρια εταιρεία ή σε τρίτους καθ' υπόδειξή της τα 317,26%ο ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, κρατώντας για αυτούς τα υπόλοιπα 682,74%ο ποσοστά εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχούν στις λεπτομερώς περιγραφόμενες σε αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες.

Η κατάρτιση της παραπάνω σύμβασης υπήρξε αποτέλεσμα της υπόδειξης του ενάγοντος, που αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία αυτής. Υφίσταται επομένως ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας του ενάγοντος και της κατάρτισης της σύμβασης ανέγερσης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής.

Ο ενάγων επομένως δικαιούται της μεσιτικής αμοιβής, υπόχρεος στην καταβολή της οποίας είναι ο εναγόμενος, ο οποίος έδωσε την εντολή υπόδειξης και δεσμεύτηκε συμβατικά προς τούτο". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες, αφενός μεν παρέχουν τη δυνατότητα του αναιρετικού ελέγχου αυτής, ως προς το εάν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις, που εφαρμόσθηκαν και αφετέρου, δικαιολογούν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε, ήτοι ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε η επίδικη σύμβαση μεσιτείας και ότι ο αναιρεσείων και εντολέας, ήταν υπόχρεος, προς καταβολή της αμοιβής στον αναιρεσίβλητο-μεσίτη αστικών συμβάσεων, η οποία συμφωνήθηκε.

Οι παραδοχές αυτές της απόφασης είναι σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, τα λοιπά δε αναφερόμενα σ' αυτήν, σχετικά με τη γνησιότητα της υπογραφής του αναιρεσείοντος στο κρίσιμο εν προκειμένω έγγραφο και ειδικότερα τα όσα οι πραγματογνώμονες, με τις σχετικές εκθέσεις τους εκτιμούν και συμπεραίνουν, αποτελούν επιχειρήματα και εκτιμήσεις των αποδεικτικών στοιχείων, που προσκομίσθηκαν και δεν αναιρούν το σαφές αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο, κατά τα άνω, κατέληξε το εφετείο.

Το ίδιο ισχύει και για το επικαλούμενο, με ημερομηνία 13-12-1993 "έγγραφο εντολής μεσιτείας", το οποίο, το εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, θεώρησε ως αλλοιωμένο "ως προς το χειρόγραφο περιεχόμενό του και, συνεπώς, δε μπορεί να στηριχθεί επ' αυτού ασφαλής δικαστική κρίση". Περαιτέρω, το εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχεται, κατά τρόπο σαφή, με επαρκείς και χωρίς ενδοιασμούς, αιτιολογίες ότι η επίδικη σύμβαση εντολής που υπέγραψε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, αφορούσε όλο το ακίνητο και όχι μέρος αυτού και, επομένως, ορθά υπολογίσθηκε η αμοιβή (της οποίας, άλλωστε, το ύψος, ορίσθηκε, κατ' αποκοπή), με βάση τη συνολική αξία του ακινήτου.

Περαιτέρω, με βάση τα ανωτέρω, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν προκύπτει ότι διαπίστωσε κενά ή αμφίβολα σημεία ως προς το τι θέλησαν τα μέρη με την επίδικη σύμβασή τους και ποιο το περιεχόμενό της, καθόσον αφορά τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις τους και, συνεπώς, ορθά δεν προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., για την ερμηνεία της.

Δεν αποτελεί, εξάλλου, "κενό" ή "αμφίβολο σημείο", η τυχόν πλαστότητα του εγγράφου της συμβάσεως, για την οποία, εν προκειμένω, το δικαστήριο της ουσίας διέταξε την διενέργεια σχετικής πραγματογνωμοσύνης και, στη συνέχεια, με βάση αυτή και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, εχώρησε στην έκδοση του σχετικού, κατά τα άνω, αποδεικτικού πορίσματός του.

Τέλος, ενόψει του γεγονότος ότι το εφετείο δέχθηκε πως τα διάδικα μέρη συμφώνησαν ότι η σύμβαση εντολής αφορούσε όλο το ακίνητο και όχι μέρος αυτού, ορθά δέχθηκε, ότι και η σχετική αμοιβή έπρεπε να υπολογισθεί με βάση τη συνολική αξία του ακινήτου. Σε κάθε περίπτωση, όπως έγινε δεκτό από το εφετείο, η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου ορίσθηκε κατ' αποκοπή, στο ποσό των 10.000.000 δραχμών, ήτοι μέσα στα πλαίσια του άρθου 361 Α.Κ.

και όχι σε ποσοστό επί της αξίας του, για το οποίο η σύμβαση, ακινήτου, ώστε να γεννάται έριδα περί του ύψους αυτής (αμοιβής).

Επομένως οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., 1ος , 3ος και 5ος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει α) ότι το εφετείο παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 καθώς, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, ήταν εφαρμοστέες, καθώς και αυτή του άρθρου 703 Α.Κ., και β) ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559, αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Αποτελούν "πράγμα", κατά την έννοια του νόμου η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά, οι ενστάσεις και αντενστάσεις, καθώς και οι λόγοι εφέσεως. Για το ορισμένο, εξάλλου, του λόγου, θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα", που το δικαστήριο, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα, που δεν έλαβε υπόψη του, ενώ προτάθηκαν, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα, που προήλθε από τη μη λήψη ή τη λήψη υπόψη των "πραγμάτων".

Αν το δικαστήριο απέρριψε κάποιον ουσιώδη ισχυρισμό του διαδίκου, για οποιονδήποτε λόγο (τυπικό ή ουσιαστικό),δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναιρέσεως του 559 περ. 8,γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει, ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τρίτο (υπό στοιχ. 5) αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον δεν απάντησε σε ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς του και ειδικότερα:

α) δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του, ότι η επίδικη σύμβαση έπρεπε να ερμηνευθεί με βάση τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., β)ότι η αξία, με βάση την οποία έπρεπε να υπολογισθεί η αμοιβή του αναιρεσίβλητου, έπρεπε να είναι αυτή της αντιπαροχής του εργολάβου και γ) δεν έλαβε υπόψη του ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, που την προέβαλε και με λόγο εφέσεως.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, κατά τα υπό στοιχ. α και β σκέλη του και απαράδεκτος, κατά το τρίτο (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον α) όπως στην προηγούμενη σκέψη αναφέρθηκε, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., ώστε να ερμηνεύσει την επίδικη σύμβαση και ειδικότερα, καθόσον αφορά το ύψος της αμοιβής, που συμφωνήθηκε, το δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτή έπρεπε να υπολογισθεί σύμφωνα με την αξία του όλου ακινήτου, όπως τα μέρη συμφώνησαν, σε κάθε δε περίπτωση αυτή είχε συμφωνηθεί "κατ' αποκοπή", στο ποσό των 10.000.000 δραχ.

Συνεπώς, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς, πλην τους απέρριψε, ως ουσία αβάσιμους και β) από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως (αλλά και της αντεφέσεως) του αναιρεσείοντα, δεν προκύπτει ότι υπέβαλε λόγο εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης, στηριζόμενο στο άρθρο 281 Α.Κ. και, συνεπώς, ορθά δεν έλαβε υπόψη του το εφετείο έναν τέτοιο ισχυρισμό.

Κατά το άρθρο 559, αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Αν πρόκειται για έγγραφα, δεν είναι αναγκαίο να γίνεται ειδικότερη μνεία αυτών, στην αρχή της απόφασης.

Πρέπει, όμως, από το σύνολο του περιεχομένου της απόφασης, να προκύπτει με βεβαιότητα αυτά ελήφθησαν υπόψη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 4ο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 11, περ. γ'Κ.Πολ.Δικ.

ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του α) υπεύθυνες δηλώσεις, που είχαν δοθεί για άλλη δικαστική υπόθεση και όχι για την παρούσα, β) την ληξιαρχική πράξη γάμου του αναιρεσείοντα, από την οποία προέκυπτε, ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, αυτός απουσίαζε εκτός Ελλάδος, γ) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, όπου καταγράφεται στα οικεία πρακτικά ομολογία του αναιρεσιβλήτου, σχετικά με δεύτερη εντολή του προς αυτόν, δ) την 639|2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημ|κείου Ηρακλείου όπου η μεσίτης Ά.

Μ. ομολογεί, ότι η ίδια έχει γράψει το κείμενο της από 14-7-1994 εντολής, ε) την 120|2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου σχετική με αμοιβή του αναιρεσιβλήτου, που αφορούσε το ίδιο ακίνητο, που επιδικάσθηκε σε βάρος του εργολάβου Ε. Κ., και στ) την υπ' αριθμ. 421|2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ|των Κρήτης, με την οποία ο αναιρεσείων απαλλάχθηκε σε μήνυση του αναιρεσιβλήτου, σχετικά με την υπογραφή του στη επίδικη σύμβαση.

Ότι, αν είχαν ληφθεί υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα, το εφετείο θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση, ήτοι στην απόρριψη της ένδικης αγωγής. Από τα αναφερόμενα στην απόφαση, ότι το δικαστήριο, προς εξαγωγή του ως άνω αποδεικτικού πορίσματός του, έλαβε υπόψη του (πλην των άλλων), "το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίστηκε, κατόπιν της από 5-6-2001 έγκλησης του Ν.

Η. σε βάρος του Ε. Β. και της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίστηκε, κατόπιν της από 12-8-2009 μήνυσης του Ε. Β. κατά του Ν. Η.", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό παραπάνω εκτίθεται και από την ειδικότερη αναφορά ότι "..η κρίση ότι ο εναγόμενος υπέγραψε την από 14-7-1994 εντολή μεσιτείας προς την Α.

Μ., ενισχύεται και από την κατάθεση της τελευταίας, που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 639|2005 πρακτικά συνεδρίασης του Β'Τριμελούς Πλημ|κείου Ηρακλείου ", προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του, προκειμένου να αχθεί στην ως άνω κρίση του και τα ανωτέρω, υπό στοιχ. β'-στ' αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα), την αποδεικτική αξία των οποίων εκτίμησε ελεύθερα και μέσα στα από τις σχετικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ.

διαγραφόμενα πλαίσια. Καθόσον αφορά, εξάλλου, τα υπό στοιχ. α' έγγραφα, ήτοι τις ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις, το δικαστήριο ορθά δεν τις έλαβε υπόψη του, αφού και κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, αυτές δόθηκαν, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν, για την παρούσα δίκη (Ολ. Α.Π. 8|1997).

Από τη διάταξη του άρθρου 707 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "αν η συμφωνηθείσα αμοιβή του μεσίτη είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη στο μέτρο που αρμόζει", προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό της συμφωνηθείσας ή νόμιμης μεσιτικής αμοιβής δυσανάλογα μεγάλης και μείωση αυτής στο προσήκον μέτρο, πρέπει να ληφθούν υπόψη:

α) Η μεσιτική παροχή, δηλ. οι κόποι και οι προσπάθειες έστω και άγονες, του μεσίτη, οι δαπάνες του, ο χρόνος της απασχόλησης του, ο τρόπος μεσολάβησης του και εν γένει επιμέλεια που επέδειξε για την επίτευξη της κατάρτισης της συμβάσεως, β) Το αποκτώμενο από την επιτευχθείσα σύμβαση νόμιμο περιουσιακό και ηθικό όφελος του μεσιτικού εντολέα, γ) Η οικονομική κατάσταση των μερών, εντολέα και μεσίτη, και δ) Όλα τα ειδικά περιστατικά που έλαβαν χώρα από το χρόνο κατάρτισης της συμβάσεως μεσιτείας, μέχρι το χρόνο γενέσεως της αξίωσης για μεσιτική αμοιβή.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά πρέπει να ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης για τη μεγάλη δυσαναλογία της συμφωνηθείσας ή της νόμιμης μεσιτικής αμοιβής και τον περιορισμό αυτής στο προσήκον μέτρο. Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο δέχθηκε, περαιτέρω, ότι "το συμφωνηθέν ποσό της μεσιτικής αμοιβής κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλο, αν ληφθούν υπόψη οι συγκεκριμένες περιστάσεις και ειδικότερα ότι ο ενάγων δεν υπεβλήθη σε έξοδα και δαπάνες, για την εκτέλεση της εντολής ούτε σε υπέρμετρη χρονική απασχόληση, προσπάθειες και κόπους.

Πρέπει, επομένως, η μεσιτική αμοιβή να ορισθεί σε 6.000.000 δραχμές, ισόποσο με 17.608 ευρώ, που αποτελεί εν προκειμένω το προσήκον μέτρο, λαμβάνοντας υπόψη και το αποκτηθέν από την επιτευχθείσα σύμβαση έννομο όφελος του εναγομένου και την αξία των αυτοτελών, διηρημένων ιδιοκτησιών που περιήλθαν σ' αυτόν και τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, που υπερβαίνει το επιδιωχθέν και αναγραφόμενο στη σύμβαση μεσιτείας τίμημα των 500.000.000 δραχμών, με δεδομένο ότι, με το υπ' αριθμ.

…|22-5-2000 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ|φου Αθηνών Ελένης Σούλη, μέρος της αντιπαροχής του εργολάβου, ποσοστού 194,39%ο εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί στις αναγραφόμενες σε αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες, πωλήθηκε στην Εγνατία Τράπεζα αντί 253.984.070 δραχμών". Με βάση τις παραδοχές αυτές, σε συνδυασμό και με τις αναφερόμενες στην πρώτη σκέψη της παρούσας, ιδιαίτερα τις σχετιζόμενες με το ποσοστό συνιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου, με το ότι ο ΦΠΑ βάρυνε τον αναιρεσίβλητο, ότι η σύμβαση εντολής, που υπέγραψε ο αναιρεσείων αφορούσε όλο το ακίνητο και όχι μέρος αυτού και ότι με βάση την εντολή αυτή, ο αναιρεσίβλητος υπέδειξε στον ενάγοντα το έτος 1995 αγοραστή του επιδίκου ακινήτου, το δε σχετικό συμβόλαιο καταρτίσθηκε το 1997, το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της αποφάσεως, ως προς το αν ορθώς αυτό προέβη στην ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 707 Α.Κ., την οποία και ορθώς εφάρμοσε και με βάση τις οποίες, αυτό καθόρισε την καταβλητέα αμοιβή στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, στο ως άνω (και αναιρετικά ανέλεγκτο, κατά τούτο) χρηματικό ποσό.

Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. περί του αντιθέτου 6ος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559, αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. "Παραμόρφωση" εγγράφου υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο ολοφάνερα διάφορο από το αληθινό και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή όταν υπήρξε διαγνωστικό σφάλμα ή λάθος στην "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου.

Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν υπάρχει σφάλμα περί την εκτίμηση της αποδεικτικής αξία του εγγράφου, δηλαδή στην εκτίμηση του περιεχομένου του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον 7ο (και τελευταίο) λόγο της αίτησής του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενος ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με ημερομηνία 13-12-1993 έγγραφης εντολής του προς τον αναιρεσίβλητο, με το να δεχθεί ότι "το έγγραφο είναι αλλοιωμένο και μάλιστα ως προς την ημερομηνία του, με αποτέλεσμα να μη καταλήξει σε ορθή κρίση και να απορρίψει τον ουσιώδη ισχυρισμό του, ότι η εντολή αυτή είχε χρονικό περιορισμό τριών μηνών".

Επί του λόγου αυτού και από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα εξής: Το εφετείο, καθόσον αφορά το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα, δέχθηκε ότι "ο εναγόμενος, για πρώτη φορά, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, επικαλείται και προσκομίζει ένα έγγραφο-εντολή προς τον εναγόμενο (προφανώς από γραφική παραδρομή, αντί "τον ενάγοντα"), με ημερομηνία 13-12-1993, που ο τελευταίος του χορήγησε σε αντίγραφο στις 15-12-1993, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, βρήκε κατά τη διάρκεια της μετακόμισης και αποτελεί την πραγματική εντολή προς τον εναγόμενο.

Το έγγραφο, όμως, αυτό, το οποίο προσκομίζεται σε φωτοαντίγραφο, είναι εμφανώς αλλοιωμένο, ως προς το χειρόγραφο περιεχόμενό του και ειδικότερα ως προς την ημεροχρονολογία σύνταξής του και συνεπώς το δικαστήριο δε μπορεί να στηρίξει επ' αυτού ασφαλή δικανική κρίση". Σύμφωνα με αυτά, δεν πρόκειται για παραμόρφωση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου, αφού το δικαστήριο αναφέρει ποιο είναι αυτό, αλλά για εκτίμηση της αποδεικτικής του αξίας του περιεχομένου του και, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Τέλος, ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται επίσης, ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ. Δικ, καθόσον παραμόρφωσε το περιεχόμενο των με ημερομηνία 4|5|2007 εγγράφων προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με αποτέλεσμα να συναγάγει, εσφαλμένα, ομολογία αυτού, ως προς το ζήτημα της γνησιότητας της υπογραφής του στην ως άνω, από 14-7-1994 έγγραφη εντολή, προς Α.

Μ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ειδικότερα και ανεξάρτητα ότι, υπό τα επικαλούμενα, δεν πρόκειται για "παραμόρφωση" εγγράφου, κατά την έννοια του νόμου, αφού στην έννοια του όρου έγγραφα υπάγονται μόνο τα έγγραφα, που προβλέπονται από τα άρθρα 439 έως 442 ΚΠολΔικ ως αποδεικτικά μέσα και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα (π.χ.

προτάσεις των διαδίκων) της εκκρεμούς δίκης, αλλά για εκτίμηση του περιεχομένου, ως προς τη σχετική σε αυτό δήλωση του αναιρεσείοντος, στις εν λόγω προτάσεις του, όπως και ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει, σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...Η αλήθεια είναι ότι ενδιαφερόμουν για την πώληση του μεριδίου μου και για το λόγο αυτό έδωσα εντολή στον ενάγοντα να μεσιτεύσει προς τούτο....Όμως ναυάγησε η σχετική συνδιαλλαγή και ματαιώθηκε κάθε περαιτέρω διαπραγμάτευση....Κατά ταύτα από το έτος 1993 είχε αποκλεισθεί η πώληση του μεριδίου μου....Μάλιστα στο σημείο αυτό, επικαλούμαι και την προσαχθείσα εντολή μου, με ημερομηνία 14-7-1994 προς τη μεσίτρια Α.

Μ., κάτοικο ... στην οποία εντολή και πάλι ιδιοχείρως έχω σημειώσει, αφενός ότι δεν εκπροσωπώ, παρά μόνο τον εαυτό μου και όχι τους λοιπούς συγκυρίους....". Όμως το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ίδια ακριβώς δέχεται, ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντα, σχετικά με το επίμαχο ζήτημα, στη συνέχεια δε, εκτιμώντας την αποδεικτική αξία της δηλώσεως αυτής, συναγάγει ομολογία του, περί την γνησιότητα της υπογραφής του (αναιρεσείοντος) στην ως άνω έγγραφη εντολή, προς την Α.

Μ.. Επομένως δεν συντρέχει περίπτωση παραμόρφωσης του εν λόγω εγγράφου και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρόσθετος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, με τον επ' αυτής πρόσθετο λόγο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-5-2012 αίτηση, με τον πρόσθετο επ' αυτής λόγο, του Ε. Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 86|2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Κρήτης

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ