Legislator Case Law & Legislation
256/2013 AI generated

256/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 256/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

256/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του κατά το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω απόσπασμα περιέχει ομολογία της πρώτης αναιρεσίβλητης περί της υπαιτιότητας των προστηθέντων της αλλοδαπής εταιρείας "Formula Freight Ltd" για την επελθούσα ζημία του μεταφερόμενου πράγματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την επισκόπηση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ως αποδειχθέν το γεγονός αυτό.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 256 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 256/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΝΚΟ Διεθνείς Μεταφορές και Αποθηκεύσεις Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "KANKO INT'L S.A." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, εκ μετατροπής της αρχικά αναιρεσείουσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΚΑΝΚΟ Ε.Π.Ε. Διεθνείς Μεταφορές" που είχε την έδρα της στις ..., από εταιρεία περιορισμένης ευθύνης σε ανώνυμη εταιρεία, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πατεράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Compagnie D' Assurances Nationale Suisse", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Α. Α.Ε." και 2) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πίστη Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, από τις οποίες η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ζέμπερη και η δεύτερη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πετσάλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2002 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και με την από 23-10-2002 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3830/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-5-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 9-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας δήλωσε την καθολική διαδοχή της αρχικά αναιρεσείουσας "ΚΑΝΚΟ Ε.Π.Ε. Διεθνείς Μεταφορές" από την ήδη αναιρεσείουσα "ΚΑΝΚΟ Διεθνείς Μεταφορές και Αποθηκεύσεις Α.Ε." εκ μετατροπής από εταιρεία περιορισμένης ευθύνης σε ανώνυμη εταιρεία, ζήτησε δε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 (περ.γ) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ότι η ζημία του μεταφερόμενου πράγματος (για την οποία η τελευταία ζήτησε αποζημίωση με την αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) έγινε στους χώρους της αρχικής παραγγελιοδόχου μεταφοράς "Formula Freight Ltd", η οποία περιεχόταν στην αγωγή της και είχε ως εξής: "Κατά τη διάρκεια των φορτοεκφορτώσεων εντός του χώρου των αποθηκών της παραπάνω αλλοδαπής εταιρείας η αναλυτικά προπεριγραφόμενη γεννήτρια συνεπεία αδέξιων χειρισμών των φορτωτών έπεσε από το γερανό", την οποία ομολογία αυτή (η αναιρεσείουσα) επικαλέστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του εφετείου για την απόδειξη του ισχυρισμού της για πλημμελή φόρτωση και στοιβασία από τον αρχικό παραγγελιοδόχο μεταφοράς, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του κατά το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω απόσπασμα περιέχει ομολογία της πρώτης αναιρεσίβλητης περί της υπαιτιότητας των προστηθέντων της αλλοδαπής εταιρείας "Formula Freight Ltd" για την επελθούσα ζημία του μεταφερόμενου πράγματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την επισκόπηση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ως αποδειχθέν το γεγονός αυτό.

Κατά το μέρος του κατά το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω απόσπασμα περιέχει ομολογία της πρώτης αναιρεσίβλητης και περί της ιδιότητας της προαναφερθείσης εταιρείας ως "αρχικής παραγγελιοδόχου μεταφοράς", ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού από το ίδιο το παρατιθέμενο στο λόγο αυτό απόσπασμα της αγωγής που κατά την αναιρεσείουσα περιέχει την ομολογία, είναι σαφές ότι τέτοια ομολογία δεν περιέχεται σ' αυτό.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται η συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού επικαλείται τα εξής: Ότι προς απόκρουση της προσεπικλήσεως-παρεμπίπτουσας αγωγής της, η δεύτερη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε, κατ' ένσταση στο πρωτοδικείο και με λόγο εφέσεως στο εφετείο, ότι απαλλάσσεται της υποχρεώσεώς της για το ασφάλισμα κατά το αναφερόμενο άρθρο των γενικών όρων ασφαλίσεως "οσάκις η ζημία προήλθεν εκ πταίσματος του ησφαλισμένου".

Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αυτή (η αναιρεσείουσα) δεσμεύεται από τον πιο πάνω όρο, ο οποίος είναι σύννομος και ότι συνακόλουθα, αφού η ζημία του καταστραφέντος πράγματος προήλθε από υπαιτιότητα προσώπων αυτής (της αναιρεσείουσας) για τα οποία ευθύνεται η ίδια, η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν ευθύνεται σε αποζημίωσή της.

Ότι τα ανωτέρω αντέκρουσε αυτή (η αναιρεσείουσα) τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στο εφετείο διότι η εταιρεία "Formula Freight Ltd", ούσα αρχική παραγγελιοδόχος, έχει αυτή και μόνο αυτοτελή ευθύνη, δεδομένου ότι η ζημία έγινε στο δικό της στάδιο ευθύνης. Ότι συνακόλουθα η ευθύνη της δεν μπορεί να μετακυληθεί στην ίδια (την αναιρεσείουσα) και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν είναι προστηθείσα της (της δεύτερης αναιρεσίβλητης) αφού η έννομη σχέση που τις συνδέει είναι η σύμβαση (διαδοχικής) παραγγελίας μεταφοράς.

Ότι η ανωτέρω κρίση της προσβαλλομένης παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.2, 25 παρ.2 και 33 ν. 2496/1997, των οποίων παραθέτει το περιεχόμενο. Ότι επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ότι ο όρος που απαλλάσσει τον ασφαλιστή και για ελαφρά αμέλεια του ασφαλισμένου, μεταφορέα ή παραγγελιοδόχου είναι καθ' όλα σύννομος, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι για τη θεμελίωσή του η αναιρεσείουσα επικαλείται μεν τις παραβιασθείσες κατ' αυτήν διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δεν εκθέτει όμως σε ποιο νομικό σφάλμα (υπαγωγικό ή ερμηνευτικό) υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε κάθε δε περίπτωση διότι με αυτόν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα απαραδέκτως πλήττει την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα ως προς την ουσιαστική παραδοχή του ότι η εταιρεία "Formula Freight Ltd" ήταν προστηθείσα της αναιρεσείουσας και όχι "αρχική παραγγελιοδόχος", όπως ισχυρίζεται η τελευταία.

Ειδικότερα το εφετείο δέχθηκε σχετικώς ότι την ένδικη μεταφορά εμπορευμάτων (γεννητριών) από τη Βρετανία στην Ελλάδα ανέλαβε η αναιρεσείουσα "με σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς" που συνήψε στην Αθήνα με την παραλήπτρια-αγοράστρια των εμπορευμάτων και ότι "σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής... οι γεννήτριες φορτώθηκαν στο ...

αυτοκίνητο που με επιμέλεια και ευθύνη της εξηύρε η ανωτέρω παραγγελιοδόχος μεταφοράς προκειμένου να μεταφερθούν στις αποθήκες της βρετανικής μεταφορικής εταιρείας ... στην οποία είχε ανατεθεί ως μεταφορέα από την ανωτέρω παραγγελιοδόχο μεταφοράς η μεταφορά τους".

Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται αιτιολογιών, σε κάθε δε περίπτωση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού επικαλείται τα εξής:

Ότι αυτή είναι παραγγελιοδοχική εταιρεία μεταφορών. Ότι δυνάμει συμβάσεως παραγγελίας μεταφοράς την οποία κατάρτισε τηλεφωτοαντιγραφικά με την εταιρεία "Formula Freight Ltd", η τελευταία της γνώρισε ότι έχει ένα φορτίο από γεννήτριες τις οποίες της ζήτησε να μεταφέρει από την Αγγλία στην Ελλάδα. Ότι επειδή αυτή (η αναιρεσείουσα) ως παραγγελιοδοχική εταιρεία μεταφορών στερείται ιδίων μεταφορικών μέσων, ανέλαβε τη μεταφορά εξευρίσκοντας παράλληλα πραγματικό μεταφορέα, στον οποίο ανέθεσε τη διενέργεια του ταξιδίου μεταφοράς.

Ότι επομένως η εταιρεία "Formula Freight Ltd", αναμίχθηκε ως αρχικός παραγγελιοδόχος μεταφοράς και η ίδια ως ενδιάμεση. Ότι παρά ταύτα η προσβαλλόμενη απόφαση, για να θεμελιώσει την ευθύνη αυτής και να απορρίψει την παρεμπίπτουσα αγωγή-προσεπίκλησή της προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, δέχθηκε ότι η σχέση που συνδέει αυτήν (την αναιρεσείουσα) με την πιο πάνω αγγλική εταιρεία δεν είναι η σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς αλλά η σχέση προστήσεως και μάλιστα αναφέρει ότι αυτή προέστησε την πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία.

Στη συνέχεια, αφού παραθέτει ερμηνεία των διατάξεων για τη διαδοχική οδική μεταφορά και την πρόστηση καθώς και απόσπασμα των παραδοχών της προσβαλλομένης, ισχυρίζεται περαιτέρω: Ότι η προσβαλλομένη στερείται αιτιολογιών, σε κάθε δε περίπτωση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ζήτημα των υλικών πράξεων της προστήσεως αρχικού-ενδιαμέσου παραγγελιοδόχου, στο ζήτημα των υλικών πράξεων της φορτώσεως και της στοιβασίας που διενεργούνται από τον αρχικό παραγγελιοδόχο, καθ' ην στιγμή από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ποιος τις διενήργησε και ποια ήταν η έννομη σχέση του με την αγγλική εταιρεία "Formula Freight Ltd".

Ότι μάλιστα η προσβαλλόμενη δέχεται όλως αυθαιρέτως και αναιτιολογήτως ως αποδειχθέντα τα ζητήματα της προστήσεως, της φορτώσεως και στοιβασίας, καθώς και της εξαιρέσεως για την ευθύνη των προστηθέντων από το ισχύον ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ότι όλα τα παραπάνω αυτή (η αναιρεσείουσα) τα αρνήθηκε σε όλα τα δικαστήρια ουσίας.

Ότι τέλος η πρώτη αναιρεσίβλητη στην αγωγή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν προέβαλε ισχυρισμό για πρόστηση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έλλειψη ούτε συγκεκριμένη ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως αλλά, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του εφετείου.

Εξάλλου για τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί ελλείψεων της αγωγής γίνεται λόγος στην επόμενη σκέψη της παρούσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.19 (πράγματι δε αριθ.14) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατ' αυτής ως αόριστη για τους λόγους που αναφέρονται στο αναιρετήριο, κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού της που παραδεκτά προέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι πρότεινε τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής με τις προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του εφετείου και όχι (όπως έπρεπε για να είναι η επαναφορά του παραδεκτή), με λόγο εφέσεως, σε κάθε δε περίπτωση διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της από 25-5-2005 εφέσεως της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι η τελευταία δεν επανέφερε με αυτήν στο εφετείο ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 περ.β, 346 και 453 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, ως αποδείξεις που προσκομίσθηκαν νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου που είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 23/2008).

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση αποδεικτικού εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα (πολύ δε περισσότερο όταν δεν γίνεται ούτε τούτο) τα οποία ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.Α.Π. 9/2000), δεν αρκεί δε προς τούτο η επικόλληση φωτοαντιγράφου των πρωτόδικων προτάσεων ή η αντιγραφή αυτών στις προτάσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του εφετείου (Α.Π. 353/2011).

Εξάλλου οι αναφερόμενες στο άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ. γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά έγγραφο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να το μνημονεύσει ειδικά και κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει αποδεικτικά μέσα που φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 187/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη: α) την από 19-10-2001 διαμαρτυρία της ασφαλισμένης της πρώτης αναιρεσίβλητης "ERGOTRAK Α.Ε." προς αυτήν (την αναιρεσείουσα), με την οποία διαμαρτύρεται για κακή στοιβασία και φόρτωση και β) την από 23-1-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εταιρείας πραγματογνωμόνων σε υποθέσεις μεταφορών "Cunningham Lindsey Marine Ltd", από την οποία προέκυπταν τα αίτια της πτώσεως της μεταφερόμενης γεννήτριας κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο λόγο αυτό, της οποίας εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης έπρεπε να γίνει χωριστή μνεία ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος του κατά το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι έπρεπε να γίνει χωριστή μνεία της χαρακτηριζόμενης ως "εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού, παρά το χαρακτηρισμό της αυτό, από τον ίδιο το λόγο αναιρέσεως καθίσταται απολύτως σαφές ότι δεν επρόκειτο για έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το δικαστήριο και αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά για προβλεπόμενη από το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ.

γνωμοδότηση προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η οποία δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικά αλλά αρκεί η γενική μνεία περί λήψεως υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολό του ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των από 7-3-2006 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του εφετείου ως εκκαλούσας και ως εφεσίβλητης προκύπτει ότι αυτή δεν επικαλέστηκε νόμιμα τα προαναφερθέντα έγγραφα, τέτοια δε νόμιμη επίκληση δεν συνιστά η περιεχόμενη σ' αυτές αόριστη αναφορά "επικαλούμεθα τα πιο κάτω έγγραφα: 1..., 2..., 3..., 4 σχετικά μας, 5..." ούτε η επικόλληση σ' αυτές των προτάσεων που είχε υποβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων αυτών.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ.2 ν. 2915/2001, οριζόταν ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Μετά την κατά τ' ανωτέρω τροποποίηση της πιο πάνω διατάξεως και ενόψει της καταργήσεως της προδικαστικής αποφάσεως, απαλείφθηκε το δεύτερο σκέλος της και ήδη με αυτήν ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμιά απόδειξη (Α.Π. 39/2010). Αντίθετα η διάταξη αυτή δεν έχει την έννοια ότι το δικαστήριο οφείλει να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για κάθε επί μέρους παραδοχή του.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι αυτή (η αναιρεσείουσα) μαζί με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο παρέλαβε και τους γενικούς και ειδικούς όρους ασφαλίσεως, χωρίς να διατάξει περί τούτου απόδειξη, δεχόμενη ότι αυτά είχαν προσκομισθεί προαποδεικτικώς και δεν είχαν αμφισβητηθεί, και χωρίς το δικαστήριο να αναφέρει ότι την κρίση του μόρφωσε από κάποιο αποδεικτικό μέσο από αυτά που επιτρέπει ο νόμος.

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του κατά το οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο η αιτίαση ότι δεν διέταξε αποδείξεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το δικαστήριο όφειλε να εκδώσει προδικαστική απόφαση, η οποία προϋπόθεση δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση αφού η αγωγή και η προσεπίκληση επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ασκήθηκαν μετά την 1-1-2002, αφότου άρχισε να ισχύει ο ν. 2915/2001.

Αλλά και κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να αναφέρει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για κάθε επί μέρους παραδοχή του και στην προκειμένη περίπτωση για την παραδοχή του ότι η αναιρεσείουσα μαζί με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο παρέλαβε και τους γενικούς και ειδικούς όρους ασφαλίσεως.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με τα σχετικά αιτήματα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-5-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΝΚΟ Διεθνείς Μεταφορές και Αποθηκεύσεις Α.Ε." για αναίρεση της 3830/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη και σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τη δεύτερη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ