256/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 256 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 256/2012
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 256 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 256/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Β. του Ν., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κουτρουμάνο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΔΡΑΣΗ - Χ. Ψ. ΑΤΕ - EDRACO ΑΤΕ" και τον διακριτικό τίτλο "Κ/ΞΙΑ ΕΛΟΥΣ ΚΑΝΔΗΛΑΣ", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΔΡΑΣΗ ΑΤΕ - Χ. Ψ. ΑΤΕ", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "EDRACO ΑΤΕ", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ιωσήφ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 218/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 784/2007 και 6165/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-6-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 30-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρει κατά τρόπο σαφή τον κανόνα δικαίου, του οποίου η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή, σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό. Λόγος που δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι απορριπτέος, ως αόριστος.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο, από την πιο πάνω διάταξη του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, μνημονεύοντας τη διάταξη του άρ. 138 ΑΚ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, όπως κατά λέξη αναφέρει, "στο φύλλο 4, σελίδα 7, ... αναφέρει ότι ανέλαβα εικονικά ως υπεργολάβος το έργο της εξασφαλίσεως των οδεύσεων των αγωγών από σωλήνες (ΡVC) πιέσεως λειτουργίας 12,5 ατμοσφαιρών, χωρίς όμως να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν την εικονικότητα και έτσι η αναιρεσιβαλλομένη στερείται νομίμου βάσεως ...". Με το περιεχόμενο αυτό ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου (εφόσον εννοείται ότι πρόκειται για τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ), καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό, λαμβανομένου υπόψη, ότι ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής του, στήριξε τις ένδικες απαιτήσεις του στην αναφερόμενη σ' αυτή "σύμβαση εντολής εργοταξιάρχη", και το Εφετείο δέχθηκε ότι, για τους αναφερόμενους στην απόφαση λόγους, συμφωνήθηκε μεν εικονικά να αναλάβει ο ενάγων αναιρεσείων, ως υπεργολάβος, το αναφερόμενο στην απόφαση έργο, πλην όμως του είχαν ανατεθεί στην πραγματικότητα καθήκοντα εργοταξιάρχη και ως εργοταξιάρχης απασχολήθηκε (δηλαδή με τα αναφερόμενα και στην αγωγή καθήκοντα).
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Για το ορισμένο του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν τα πράγματα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη του ενώ είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα πράγματα ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των πραγμάτων. Επίσης στην περίπτωση μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο ισχυρισμού που είχε προταθεί, πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν αποδεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά το διατακτικό της.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ότι το Eφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αναφέρει ότι ενώ είχε προσκομίσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του Εφετείου, ως αποδεικτικά έγγραφα τα υπ' αριθμ. 1/30-8-01, 2/30-10-01, 4/30-12-01, 5/29-3-02, 6/30-6-02, 7/10-10-02, 8/5-11-02 Δελτία Παροχής Υπηρεσιών (ΑΠΥ), από τα οποία, όπως κατά λέξη αναφέρει ο αναιρεσείων, "αποδεικνύεται ότι όχι μόνο δεν μου έλειπε η δυνατότητα εκδόσεως ΑΠΥ (δηλαδή Δελτία Παροχής Υπηρεσιών), αλλά και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα είχα εκδόσει τα παραπάνω ΑΠΥ προς αυτούς τούτους τους αναιρεσιβλήτους, παρόλα όμως αυτά η αναιρεσιβαλλομένη στο φύλλο 4, σελ. 7 αναφέρει ότι δεν είχα τη δυνατότητα εκδόσεως Δελτίων Παροχής Υπηρεσιών, αφού ουδόλως έλαβε υπόψη της αυτά τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα ΑΠΥ, πράγματα (κατά την έννοια του άρθρου 335 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία αναμφιβόλως έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης". Με τις αιτιάσεις όμως αυτές δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος λόγος αναιρέσεως, αφού όσα προκύπτουν από τα επικαλούμενα έγγραφα, δεν αποτελούν "πράγματα" με την πιο πάνω έννοια και συνεπώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Όμως και ως λόγος από τον αρ. 11 του ίδιου άρθρου εκτιμώμενος, ο ίδιος λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως εξ αυτής προκύπτει, βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την απόρριψη της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο πιο πάνω αποδεικτικά έγγραφα.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, παραμόρφωση εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, απέδωσε δε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, τον αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο ή δεν προκύπτει, έστω και έμμεσα, ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ότι ενώ με τις από 6-11-2006 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί, ως αποδεικτικό έγγραφο, το 6/9-1-2003 Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών, του οποίου το περιεχόμενο έχει επί λέξει ως εξής: "Για το έργο "Αρδευτικά δίκτυα Έλους Κανδύλας Ν. Αρκαδίας", σύμφωνα με το από 26.9.2000 συμφωνητικό, κατόπιν λύσεώς του κοινή συναινέσει και πλήρους εκκαθαρίσεως των απαιτήσεων", από το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα με σαφήνεια προκύπτει "η πλήρης εκκαθάριση των απαιτήσεών μου για το έργο Αρδευτικά δίκτυα Έλους Κανδύλας Ν. Αρκαδίας σύμφωνα με το από 26-9-2000 συμφωνητικό κατόπιν λύσεώς του κοινή συναινέσει και μου καταβλήθηκαν 16.100 ευρώ συν 2.898 ευρώ ως ΦΠΑ, συνολικά δε 18.998 ευρώ". Εν τούτοις, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, η προσβαλλόμενη απόφαση παρεμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, "δεχθείσα πραγματικά γεγονότα καταδήλως διάφορα των διαλαμβανομένων σ' αυτό, όπως της δήθεν λύσεως της συνεργασίας γενικώς και όχι της λύσεως της από 26-9-2000 συμβάσεως που ρητώς διαλαμβάνεται στο περιεχόμενό του ... και ... ότι η εκκαθάριση και καταβολή των 16.100 ευρώ δεν αφορούσε την εκκαθάριση της από 26-9-2000 συμβάσεως, αλλά δήθεν εξόφληση απαιτήσεών μου από άλλη σύμβαση δηλαδή της από 30-3-2000 συμβάσεως, απαιτήσεις για την εξόφληση των οποίων άσκησα την από 9-11-2004 ένδικη αγωγή μου ...". Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του (δεν εκτίθεται ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης), σε κάθε περίπτωση, κατά το μέρος που αναφέρεται στην αξιολόγηση του αληθινού περιεχόμενου του εγγράφου αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο συνεκτίμησε το παραπάνω έγγραφο μαζί με τις άλλες αποδείξεις, και δεν μόρφωσε γνώμη αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, του οποίου κάνει απλή μνεία παρενθετικώς και πλεοναστικώς (όπως αυτό προκύπτει από τη διατύπωση "να σημειωθεί ότι ....").
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του "εσφαλμένα και με ανεπαρκή αιτιολογία, αποφαίνεται ότι δεν προέβαλα οποιαδήποτε απαίτηση κατά των εναγομένων, προτού εκείνες ασκήσουν την από 26-10-2004 αγωγή τους σε βάρος εμένα, της Β. Α. και του Ε. Κ., προέβαλα δε τις ένδικες αξιώσεις μου ασκώντας την υπό κρίση από 9-11-2004 αγωγή μου, δήθεν μεταγενεστέρως της ασκήσεως της από 26-10-04 αγωγής των αντιδίκων. Έτσι κατά την αναιρεσιβαλλομένη, ορθώς απερρίφθη η από 9-11-2004 αγωγή μου από το Α'βάθμιο Δικαστήριο, θεωρηθείσα ως στρεψόδικη, οι δε αγωγικές αξιώσεις μου ανύπαρκτες, ως δήθεν μεταγενεστέρους της από 26-10-04 (δήθεν ασκηθείσης) αγωγής των αντιδίκων, προβληθείσες", ενώ, όπως ο αναιρεσείων αναφέρει, από τα επικαλούμενα διαδικαστικά έγγραφα αποδεικνύεται ότι "η υπό κρίση αγωγή μου κατατέθηκε δύο ώρες περίπου ενωρίτερα της ασκήσεως (επιδόσεως) της αγωγής των αντιδίκων ...". Με το περιεχόμενο αυτό ο προβαλλόμενος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ούτε αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ποιο είναι δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών, ενώ τα αναφερόμενα "ζητήματα", δηλαδή πιο από τις πάνω αγωγές ασκήθηκε πρώτη, δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, ώστε να διαλαμβάνονται περί αυτών αιτιολογίες. Οι παραδοχές αυτού του Εφετείου συνιστούν επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμά του και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2009 αίτηση (αρ. καταθ. 595/4-6-2009) του Θ. Β. για αναίρεση της 6165/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ