Legislator Case Law & Legislation
256/2011 AI generated

256/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 256/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 256 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 256/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο ΧρυσικÏ...

Legislator headnote

AI generated
256/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 256 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 256/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο ΧρυσικÏ... «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
contract award revocation imposition of costs waiver of court fees denial of public funding compensation for political persecution municipal contract award

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 256 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 256/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διευθύνσής του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ν. , κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9 Φεβρουαρίου 2005 δύο ανακοπές του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως και την από 30 Νοεμβρίου 2005 αρνητική αναγνωριστική αγωγή του ιδίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3849/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6320/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας υπ' αριθ. 6320/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά, μεταξύ άλλων, και την από 6.11.2006 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 3849/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ακολούθως κατ' ουσίαν τόσο τις από 9.2.2005 δύο ανακοπές από το άρθρ. 986 ΚΠολΔ του ήδη αναιρεσιβλήτου έναντι μόνον του αναιρεσείοντος Ταμείου, υπέρ του οποίου είχε κατά το άρθρ. 126 α.ν. 2039/1939 ασκήσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αντίστοιχες κύριες παρεμβάσεις ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, όσο και την από 30.11.2005 αρνητική αναγνωριστική αγωγή του αναιρεσιβλήτου, απευθυνόμενη και κατά του αναιρεσείοντος Ταμείου, και έτσι η εφετειακή απόφαση, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), αφού αναγνώρισε ότι το ποσό της αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου του σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ", που ήταν κατατεθειμένο στο αναιρεσείον Ταμείο, δεν αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης και είναι έτσι δεκτικό κατάσχεσης, υποχρέωσε συνακόλουθα το Ταμείο αυτό να καταβάλει από το εν λόγω ποσό νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο το μέρος των 469.630,05 ευρώ, για το οποίο αυτός, ως δανειστής του ως άνω σωματείου, είχε επιβάλει κατάσχεση στο χέρια του Ταμείου ως τρίτου. Η αίτηση αναίρεσης, για την οποία ως εκ περισσού προσκομίζεται η υπ' αριθ. 565/2008 γνωμοδότηση του Β Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αφού το άρθρ. 12 ν. 2298/1995, που προέβλεπε τη σχετική υποχρέωση, καταργήθηκε με το άρθρ. 13§9 ν. 3790/2009, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 741, 769 ΚΠολΔ),είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρ. 47 ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπόκειται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τη δική του καθ' ύλην αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το Εφετείο, δικάζοντας έφεση που υπάγεται κατά το άρθρ. 19 ΚΠολΔ στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο (ΟλΑΠ 3/1991, ΟλΑΠ 30/1995, ΟλΑΠ 5/2003). Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης περιέχει την αιτίαση ότι το Εφετείο ναι μεν ορθά με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, αποδεχόμενο αντίστοιχο λόγο της έφεσης και του αναιρεσείοντος Ταμείου, ότι αυτό και όχι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν κατά το άρθρ. 825 ΚΠολΔ αποκλειστικά αρμόδιο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, να κρίνει αν το ποσό της αποζημίωσης λόγω της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου του σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ", που ήταν κατατεθειμένο στο αναιρεσείον Ταμείο, αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης και είναι έτσι ανεπίδεκτο κατάσχεσης, όμως θα έπρεπε να περιορισθεί στη λύση του προδικαστικού αυτού ζητήματος και να παρέπεμπε στη συνέχεια τις ένδικες ανακοπές προς εκδίκαση στο αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με βάση το ποσό και το είδος της κατασχεθείσας από τον αναιρεσίβλητο στα χέρια του αναιρεσείοντος Ταμείου ως τρίτου απαίτησης του άνω σωματείου κατά του Ταμείου. Δηλαδή κατ' εκτίμηση προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δίκασε τελικά τις ένδικες ανακοπές κρίνοντας εσφαλμένα ότι αυτό και όχι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αρμόδιο. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα, που αφορά πρωταρχικά την καθ' ύλην αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προς εκδίκαση των ένδικων ανακοπών, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ούτε από άλλο αριθμό του άρθρου αυτού και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αποδίδει τελικά στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τις περιοριστικά οριζόμενες στο άρθρο αυτό. 3.Κατά το άρθρ. 95§1 α.ν. 2039/1939, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθ. 101 ΕισΝΑΚ, "περιουσία διατιθέμενη δια πράξεως εν ζωή ή δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως προς εκπλήρωσιν εις το διηνεκές ή εφ' ωρισμένην διάρκειαν χρόνου κοινωφελούς σκοπού εκ των εν άρθρω 1 του παρόντος, η εκτέλεσις του οποίου ανατίθεται δια συστατικής πράξεως εις φυσικά πρόσωπα (κληρονόμους, κληροδόχους ή εκτελεστάς) ή συνιστώμενα το πρώτον νομικά πρόσωπα ή υφιστάμενα τοιαύτα, οριζομένου όμως κατά την τελευταίαν περίπτωσιν ιδίου τρόπου διοικήσεως, συνιστά ίδρυμα διοικούμενον κατά τα εν τη συστατική πράξει οριζόμενα". Περαιτέρω κατά την παράγραφο 1εδ.α'του άρθρ. 96 του αυτού α.ν. 2039/1939 "περιουσία διατιθέμενη κατά τα εν τω προηγουμένω άρθρω προς εκπλήρωσιν ειδικού κοινωφελούς σκοπού, η εκτέλεσις του οποίου ανατίθεται δια της συστατικής πράξεως εις υφιστάμενα ιδρύματα, σωματεία , πάσης φύσεως οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, νομικά πρόσωπα κλπ, άνευ ειδικωτέρου καθορισμού τρόπου διοικήσεως, αποτελεί κεφάλαιον αυτοτελούς διαχειρίσεως, διακεκριμένης της λοιπής περιουσίας αυτών". Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρ. 96 α.ν. 2039/1939 "κληροδοσίαι και δωρεαί προς τα εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερόμενα ιδρύματα κλπ, χωρίς να προσδιορίζεται ειδικώτερον ή να συνάγηται επαρκώς εκ της συστατικής πράξεως ο επιδιωκόμενος σκοπός, θεωρούνται ως καταληφθείσαι προς εξυπηρέτησιν του σκοπού ον επιδιώκει κατά τον προορισμόν του το ίδρυμα". Τέλος κατά το άρθρο 97§1εδα'του ίδιου και πάλι α.ν. 2039/1939 "περιουσίαι περί ων τα άρθρα 95 και 96 του παρόντος εκκαθαρίζονται κατά τα άρθρα 63 και επόμενα του παρόντος και υπάγονται εις την εποπτείαν του Υπουργείου Οικονομικών". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η περιουσία που διατίθεται για την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού σε υφιστάμενο ίδρυμα, σωματείο οποιασδήποτε φύσεως, οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, νομικό πρόσωπο κλπ, χωρίς να καθορίζεται ειδικότερος τρόπος για τη διοίκησή της, τότε μόνο αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, που διακρίνεται της υπόλοιπης περιουσίας του νομικού προσώπου, όταν ο κοινωφελής σκοπός της είναι ειδικός, δηλαδή διαφορετικός σε σχέση με το σκοπό τον οποίο κατά τον προορισμό του επιδιώκει το δεχόμενο την περιουσία αυτή νομικό πρόσωπο και ο ειδικός αυτός σκοπός προσδιορίζεται ή τουλάχιστον επαρκώς συνάγεται από τη συστατική πράξη. Στην περίπτωση αντίθετα που ο κοινωφελής σκοπός της διατιθέμενης περιουσίας ταυτίζεται με αυτόν του νομικού προσώπου ή δεν προσδιορίζεται στη συστατική πράξη, από την οποία και δεν μπορεί να συναχθεί με επάρκεια σκοπός ειδικός σε σχέση με το σκοπό που κατά τον προορισμό του επιδιώκει το νομικό πρόσωπο, η διατιθέμενη περιουσία θεωρείται τότε, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρ. 96§2 α.ν. 2039/1939, ότι καταλείφθηκε για να εξυπηρετήσει το σκοπό του νομικού προσώπου και συνεπώς δεν προστατεύεται από τις διατάξεις του αναγκαστικού αυτού νόμου (ΑΠ 1344/1992, ΑΠ 344/2010, πρβλ και ΣτΕ 443/2009). Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 10.6.1893 β.δ/τος ιδρύθηκε το αθλητικό σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ" με αρχική ονομασία "ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟΣ". Το αρχικό καταστατικό του άνω σωματείου τροποποιήθηκε με τις 372/1927, 884/1935 και 892/1952 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Σκοπός του σωματείου αυτού με βάση το καταστατικό που ίσχυε κατά τα κρίσιμα έτη 1955 και 1956 και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και σήμερα μετά τις ανωτέρω τροποποιήσεις του και εκείνες που πραγματοποιήθηκαν με τις 422/1968, 290/1976 και 72/2000 αποφάσεις του άνω δικαστηρίου, ήταν και είναι: "Η σύμμετρη και αρμονική ανάπτυξη των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων και δεξιοτήτων των μελών και η δημιουργία ισχυρών και ηθικών χαρακτήρων με τη χρησιμοποίηση της γυμναστικής, της αγωνιστικής και λοιπών ασκήσεων, σε συνδυασμό με την εφαρμογή μορφωτικού προγράμματος στους αθλουμένους". Μέσα για την επίτευξη των ανωτέρω σκοπών του σωματείου είναι "α) η ίδρυση γυμναστηρίου και κάθε φύσεως ασκητηρίων και λοιπών εγκαταστάσεων για την άσκηση της νεολαίας αμφοτέρων των φύλων και για την παρασκευή αθλητών, ικανών να εκπροσωπήσουν τον αθλητισμό της Αρκαδίας στα ελληνικά και διεθνή στάδια, β) η συμβολή για την ίδρυση και άλλων γυμναστηρίων και ασκητηρίων στην Αρκαδία για τον ίδιο σκοπό, γ) η τέλεση αθλητικών αγώνων και η σύναψη σχέσεων με άλλους όμοιας φύσης συλλόγους, δ) η ανάγνωση κατάλληλων πραγματειών και μελετών περί αθλητισμού και η οργάνωση αθλητικών διαλέξεων και ε) κάθε άλλη ενέργεια, η οποία κρίνεται ότι εξυπηρετεί την αθλητική ιδέα". Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι με το από 10.10.1955 συμβόλαιο (πρόταση για την κατάρτιση συμβάσεως δωρεάς εν ζωή) του συμβολαιογράφου της πολιτείας Ιλινόϊς των ΗΠΑ Louis Nikolas, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου της Βόρειας Πλευράς Τρίπολης, οι Χ., Δ., Μ. και Ε. Ζ. του Β. πρότειναν στο προαναφερόμενο σωματείο την προς αυτό μεταβίβαση, λόγω συστάσεως δωρεάς εν ζωή, εδαφικής έκτασης έντεκα περίπου στρεμμάτων, ευρισκόμενης στην Τρίπολη Αρκαδίας, που ανήκε στην συνιδιοκτησία τους. Το προαναφερόμενο σωματείο αποδέχθηκε την προαναφερόμενη πρόταση με το υπ' αριθ. .../16.1.1956 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τρίπολης Ευθύμιου Χλέπα, που μεταγράφηκε νόμιμα, με αποτέλεσμα την ολοκλήρωση της προαναφερόμενης συμβάσεως δωρεάς εν ζωή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 158, 185, 189 και 192 ΑΚ. Στο προαναφερόμενο από 10.10.1955 δωρητήριο συμβόλαιο ορίζεται ότι "η δωρεά γίνεται με σκοπό να ιδρυθεί γυμναστήριο για την εξυπηρέτηση του αθλητισμού της Τρίπολης και την εν γένει προαγωγή και εξύψωση της αθλητικής ιδέας στο νομό Αρκαδίας. Ο τίτλος του ιδρυθησόμενου γυμναστηρίου θα είναι εσαεί ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ εις μνήμην Β. Ζ. και Δ. Β. Ζ. το γένος Κ. και με τον όρο να εξυπηρετούνται στο γυμναστήριο και άλλοι αθλητικοί και ποδοσφαιρικοί σύλλογοι, που εδρεύουν στην Τρίπολη, στο Λεβίδι και γενικά στην περιφέρεια του νομού Αρκαδίας. Σε περίπτωση διάλυσης του δωρεοδόχου ομίλου το γυμναστήριο με τον ίδιο τίτλο και εις μνήμην των ίδιων προσώπων θα περιέρχεται στο Δήμο Τρίπολης, ο οποίος υποχρεούται να το διαθέτει στους υπάρχοντες ποδοσφαιρικούς και λοιπούς συλλόγους της Τρίπολης , του Λεβιδίου και γενικά του νομού Αρκαδίας, οι οποίοι θα μπορούν να το χρησιμοποιούν ως γήπεδο. Επανιδρυομένου όμως του Παναρκαδικού Αθλητικού Ομίλου Τρίπολης το γυμναστήριο θα περιέρχεται αυτοδικαίως και χωρίς κάποια άλλη διατύπωση ή διαδικασία στην πλήρη κυριότητα του δωρεοδόχου ομίλου". Περαιτέρω ... προκύπτει ότι με το από 31.8/25.9.1957 β.δ/γμα κηρύχθηκε απαλλοτριωτέα υπέρ του παραπάνω έκταση εμβαδού 3760 τ.μ.. συνεχόμενη με το δωρηθέν ως άνω ακίνητο. Το σωματείο εξόφλησε την αποζημίωση που καθορίστηκε με την 227/1957 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Τρίπολης και έτσι η έκταση αυτή περιήλθε κατά τρόπο πρωτότυπο στην κυριότητά του. Ακολούθως επί του ενιαίου πλέον ακινήτου το άνω αθλητικό σωματείο κατασκεύασε αθλητικό γυμναστήριο. Επίσης αποδεικνύεται ότι με το ΠΔ της 30.9.1991 εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη για την επέκταση του σχεδίου πόλης της Τρίπολης, στην πολεοδομική ενότητα "Στάδιο" του Δήμου Τρίπολης, εκδόθηκε δε προς τούτο η υπ' αριθ. 2747/1996 απόφαση του Νομάρχη Αρκαδίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόρειας Πλευράς Τρίπολης ... Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον με αριθμό 59 πίνακα εφαρμογής και με κτηματολογικό αριθμό ΚΑ ..., το γήπεδο ιδιοκτησίας του αθλητικού σωματείου "ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟΣ Α.Ο.", επιφάνειας 13.603,85 τ.μ. Το ακίνητο αυτό προορίζεται ολόκληρο για τη δημιουργία κοινωφελών χώρων και συγκεκριμένα χώρων αθλοπαιδιών, οφείλει δε εισφορά σε γη 6.787,31 τ.μ., ενώ για έκταση 1.376,14 τ.μ. υποχρεούται να καταβάλει εισφορά σε χρήμα στο Δήμο Τρίπολης, το δε απομένον τμήμα επιφάνειας 6.816,40 τ.μ. απαλλοτριώνεται. Με την 22/2002 απόφαση του ΜονΠρΑθηνών καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του πιο πάνω αθλητικού σωματείου, το οποίο στη συνέχεια αναγνωρίστηκε με την 19/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου δικαιούχος της αποζημίωσης , ανερχόμενης στο ποσό των 500.129,54 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε από το Δήμο Τρίπολης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (αναιρεσείον) με το 7722/17.9.2003 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη 19/2004 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου δεν συμμετείχε ούτε ο ανακόπτων-ενάγων (αναιρεσίβλητος) ούτε το προαναφερόμενο Ταμείο. Επομένως ο ισχυρισμός ότι από την προαναφερόμενη απόφαση παράγεται δεδικασμένο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με το άρθρ. 324 ΚΠολΔ. Τέλος ... προκύπτει ότι με βάση τις 27, 28 και 29 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, που απέκτησαν ισχύ δεδικασμένου, και την 59/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου ο ανακόπτων-ενάγων δικαιούται να λάβει λόγω δανείου από το προαναφερόμενο σωματείο το συνολικό ποσό των 452.040,96 ευρώ. Επίσης το σωματείο αυτό όφειλε λόγω δανείου στον Α. Χ. το ποσό των 17.589,09 ευρώ, το οποίο επιδικάστηκε με την 95/1995 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Ο παραπάνω δανειστής εκχώρησε την εξοπλισμένη με την παραπάνω διαταγή πληρωμής απαίτησή του στον ανακόπτοντα-ενάγοντα δυνάμει του από 17.1.2003 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού. Την ίδια ημέρα ο τελευταίος προέβη σε αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη (σωματείο). Στη συνέχεια ο ανακόπτων-ενάγων, λόγω αρνήσεως του σωματείου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του, επέδωσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τα από 31.5.2004 δύο κατασχετήρια έγγραφα που επιδόθηκαν στο τελευταίο στις 16.12.2004..., με τα οποία κατέσχεσε στα χέρια του παραπάνω Ταμείου, ως τρίτου, το προαναφερόμενο ποσό των 500.129,54 ευρώ, που είχε καταθέσει ο υπόχρεος Δήμος Τρίπολης ως αναλογούσα αποζημίωση του δικαιούχου σωματείου, το οποίο είχε δικαίωμα είσπραξης αυτής με βάση την προαναφερόμενη 19/2004 απόφαση... Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στις προσβαλλόμενες με αριθμούς 365 και 366/2005 δηλώσεις του, αναφέρει ότι δεν έχει αποδώσει στο σωματείο την προαναφερόμενη αποζημίωση, διότι απαιτείται η προσαγωγή σχετικής άδειας-έγκρισης του εποπτεύοντος Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με τις περί εθνικών κληροδοτημάτων διατάξεις, δεδομένου ότι η απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία είχε διατεθεί με δωρεά εν ζωή προς εκπλήρωση ειδικού κοινωφελούς σκοπού, με αποτέλεσμα να αποτελεί αυτή κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, διακεκριμένο της λοιπής περιουσίας του ως άνω σωματείου και υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών, γεγονός που δεν εμποδίζει μεν την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας για την εκπλήρωση άλλου σκοπού δημόσιας ωφέλειας, το ποσό όμως της οφειλόμενης αποζημίωσης υπεισέρχεται στη θέση του ακινήτου και πρέπει να διατεθεί για την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού που έθεσαν οι δωρητές. Υποστηρίζει δηλαδή ότι η επιβληθείσα κατάσχεση είναι άκυρη για το λόγο ότι η κατασχεθείσα στα χέρια του, με την ιδιότητα του τρίτου, απαίτηση είναι ακατάσχετη, εφόσον αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης προς εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού. Ωστόσο από την αντιπαραβολή του καταστατικού του ως άνω σωματείου προς το περιεχόμενο του δωρητηρίου συμβολαίου προκύπτει ότι ο κοινωφελής σκοπός, για τον οποίο ορίσθηκε ότι πρέπει να χρησιμοποιηθεί το δωρηθέν στο σωματείο περιουσιακό στοιχείο, ταυτίζεται με το σκοπό τον οποίο επιδιώκει σύμφωνα με το καταστατικό του το σωματείο. Ο σκοπός αυτός είναι η ανάπτυξη και η προαγωγή του αθλητισμού στην Τρίπολη και γενικά στο νομό Αρκαδίας, ειδικότερα δε του ποδοσφαίρου, τόσο στο καταστατικό του σωματείου όσο και κατά τη βούληση των δωρητών, όπως αυτή προσδιορίζεται στο πιο πάνω δωρητήριο συμβόλαιο, καθώς και η ίδρυση γυμναστηρίου για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού. Στην προκειμένη δηλαδή περίπτωση δεν πρόκειται περί ειδικού κοινωφελούς σκοπού, διαφορετικού από το σκοπό που επιδιώκει το υφιστάμενο ήδη κατά το χρόνο της δωρεάς σωματείο, αλλά περί σκοπού που ταυτίζεται με τον επιδιωκόμενο από το δωρεοδόχο σωματείο σκοπό. Επομένως το δωρηθέν ακίνητο δεν αποτελεί ίδρυμα, ούτε αυτοτελές, αφού δεν ορίσθηκε ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης αυτού, ούτε υποτελές, δηλαδή κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, αφού ο σκοπός για τον οποίο διατέθηκε συμπίπτει με τον επιδιωκόμενο από το σωματείο σκοπό. Το προαναφερόμενο δωρηθέν ακίνητο ενσωματώθηκε κατά τη βούληση των δωρητών στην περιουσία του σωματείου και αποτέλεσε ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο, με αποτέλεσμα με μην αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, υποκείμενο στην εποπτεία του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. ... Ο αναγραφόμενος στο δωρητήριο συμβόλαιο όρος να φέρει το γυμναστήριο τον τίτλο ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ εις μνήμην Β. Ζ. και Δ. Β. Ζ., το γένος Κ., αποτελεί απλώς βάρος για το σωματείο που δέχθηκε τη δωρεά και όχι το σκοπό για τον οποίο διατέθηκε το ακίνητο ... Από τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι η αποζημίωση, που υπεισήλθε στη θέση του δωρηθέντος, αλλά και απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δεν αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, μπορεί να διατεθεί ελεύθερα από το δικαιούχο αθλητικό σωματείο για οποιονδήποτε σύμφωνα με το καταστατικό του σκοπό και υπόκειται σε κατάσχεση από τους δανειστές του, όπως είναι ο κατασχών ανακόπτων-ενάγων. Επομένως οι ανακοπτόμενες αρνητικές δηλώσεις του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων είναι ανειλικρινείς". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "εφόσον αποδεικνύεται η ανακρίβεια των ανωτέρω δηλώσεων και η ύπαρξη των κατασχεθεισών απαιτήσεων του σωματείου στα χέρια του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον δηλαδή συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρ. 986 και 990 ΚΠολΔ και προκύπτει ότι η κατασχεθείσα συνολική απαίτηση των 469.630,05 ευρώ δεν αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, αλλά είναι δεκτική κατάσχεσης, πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσία τόσο οι ανακοπές όσο και η αγωγή", ενώ έκρινε αβάσιμες κατ' ουσία και απορριπτέες τις κύριες παρεμβάσεις, που ο αναιρεσείων Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών άσκησε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέρ των καθ' ων οι ανακοπές. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο κοινωφελής σκοπός, για τον οποίο δωρήθηκε από τους αδελφούς Ζ. η έκταση των έντεκα περίπου στρεμμάτων στο σωματείο "ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ", ταυτίζεται με τον επιδιωκόμενο από το σωματείο αυτό σκοπό, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης η μεν δωρεά της εδαφικής έκτασης αποσκοπούσε στην ίδρυση εκεί γυμναστηρίου για την εξυπηρέτηση του αθλητισμού της Τρίπολης και την προαγωγή και εξύψωση γενικά της αθλητικής ιδέας στην Αρκαδία, δηλαδή αφορούσε όλους τους αθλητικούς συλλόγους της Αρκαδίας, ενώ αντίθετα ο καταστατικός σκοπός του ως άνω σωματείου ήταν και είναι η σύμμετρη και αρμονική ανάπτυξη των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων και δεξιοτήτων αποκλειστικά των μελών του, δηλαδή απευθύνεται σε στενότερο κύκλο προσώπων και κατ' αυτή την έννοια ο σκοπός του είναι συγκριτικά στενότερος και διαφοροποιείται από το σκοπό της δωρεάς, με συνέπεια αυτή να αφορά εξ αρχής περιουσία αυτοτελούς διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρ.96§1 α.ν. 2039/1939 και συνεπώς αναπαλλοτρίωτη και κατ' επέκταση ακατάσχετη, είτε πρόκειται γι' αυτή καθαυτή την εδαφική έκταση που δωρήθηκε είτε για το ποσό της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε δικαστικά για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσής της και έχει κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ωστόσο σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, περιγράφεται μεν ως καταστατικός σκοπός του σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ" η σύμμετρη και αρμονική ανάπτυξη των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων και δεξιοτήτων των μελών του και η δημιουργία ισχυρών και ηθικών χαρακτήρων με τη χρησιμοποίηση της γυμναστικής, της αγωνιστικής και λοιπών ασκήσεων, σε συνδυασμό με την εφαρμογή μορφωτικού προγράμματος στους αθλουμένους, όμως ο σκοπός αυτός δεν περιορίζεται ρητά με το καταστατικό του σωματείου αποκλειστικά στα μέλη του, με πρόθεση δηλαδή αποκλεισμού από την άθληση στις εγκαταστάσεις του τρίτων μη μελών του, όπως αυθαίρετα υπολαμβάνει το αναιρεσείον Ταμείο, αλλά αντίθετα, διαλαμβάνοντας το καταστατικό του σωματείου ως μέσα για την επίτευξη του σκοπού του, μεταξύ άλλων, και τη συμβολή του για την ίδρυση και άλλων γυμναστηρίων και ασκητηρίων στην Αρκαδία προς εξυπηρέτηση του ίδιου σκοπού, καθώς και τη σύναψη σχέσεων με άλλους όμοιας φύσης συλλόγους με κεντρικό στόχο την εξυπηρέτηση της αθλητικής ιδέας πρωτίστως στο νομό Αρκαδίας, που είναι και ο κυρίαρχος στόχος, στον οποίο απέβλεψαν οι αδελφοί Ζ. με τη δωρεά της έκτασης των έντεκα περίπου στρεμμάτων, συνάγεται αναμφίβολα ότι ταυτίζεται ο σκοπός της δωρεάς αυτής με τον καταστατικό σκοπό του παραπάνω σωματείου, όπως έκρινε και το Εφετείο, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρ. 95-97 α.ν. 2039/1939, στις οποίες στηρίχθηκε αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα, που είναι ουσιώδους σημασίας για την έκβαση της δίκης.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

4. Από τις διατάξεις των άρθρ. 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που είχε τεθεί σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ειδικότερα το ως άνω ουσιαστικό δεδικασμένο (σε αντιπαραβολή με το τυπικό δεδικασμένο ή τελεσιδικία της απόφασης) εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο (ne bis in idem), η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 613/2007). Η ταυτότητα των προσώπων ως αναγκαία κατ' αρχήν υποκειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου και επακόλουθο του συζητητικού συστήματος, που ισχύει κατά το άρθρ. 106 ΚΠολΔ στην πολιτική δίκη, αποτυπώνεται και στο άρθρ. 325 ΚΠολΔ, που θέτει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο ισχύει πρωταρχικά υπέρ και κατά των διαδίκων. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό, ώστε να καλύπτονται από το δεδικασμένο και τρίτα πρόσωπα, αποτελούν οι προβλεπόμενες στο ίδιο άρθρο περιπτώσεις, καθώς και οι περιπτώσεις των επόμενων άρθρων 326-329 ΚΠολΔ, που δεν επιδέχονται ανάλογης εφαρμογής. Αποκλείεται έτσι η επέκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα απλώς και μόνον επειδή η διαφορά τους είναι όμοια κατά την ιστορική και νομική αιτία της με το αντικείμενο δίκης στην οποία δεν μετείχαν. Τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου ισχύουν και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως από την απόφαση και καταλαμβάνονται από το δεδικασμένο με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 331 ΚΠολΔ, δηλαδή εφόσον αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος και το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 8, 9 και 26 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), που έχουν εφαρμογή κατά τη διάταξη του άρθρ. 29§2 του Κώδικα αυτού και στην περίπτωση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου ιδιοκτησίας του "ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΤΡΙΠΟΛΗΣ", προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία της αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης οφειλόμενης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου, αποφαίνεται οριστικά μόνο ως προς τα πρόσωπα των δικαιούχων της αποζημίωσης και η απόφασή του, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο, αποτελεί δεδικασμένο μόνο ως προς το ζήτημα αυτό, δηλαδή ως προς το ποιοι είναι οι δικαιούχοι της αποζημίωσης, ισχύει όμως ως προς το ζήτημα αυτό έναντι όλων των ενδιαφερομένων, είτε μετείχαν στη δίκη της αναγνώρισης και δεν διεκδίκησαν την αποζημίωση, είτε μετείχαν σ' αυτή, αλλά δεν αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι, είτε τέλος δεν μετείχαν σ' αυτή, ανεξάρτητα αν κλητεύθηκαν ή όχι, υποχρεούται δε το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο οποίο κατατέθηκε το ποσό της αποζημίωσης, να το αποδώσει στον αναγνωρισθέντα δικαιούχο με την προσκόμιση της απόφασης. Αντίθετα άλλα ζητήματα, που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως στη δίκη για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, όπως προπάντων είναι το ζήτημα της κυριότητας στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, δεν καλύπτονται με δεδικασμένο σε άλλη δίκη όπου εμφανίζονται ως κύρια ή παρεμπίπτοντα (ΑΠ 436/1994? ΑΠ 1459/2003), αφού το Μονομελές Πρωτοδικείο, ακόμη και αν είναι υλικά αρμόδιο, στερείται δικαιοδοσίας να τα κρίνει κατά την ειδική διαδικασία του άρθρ. 26 του Κ.Α.Α.Α. Εξ άλλου με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και μάλιστα στην έκταση και στα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του δικαστηρίου σχετικά με τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο σε διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1459/2003). Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδίδεται με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αναφορικά με τις ένδικες ανακοπές δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 19/2004 απόφαση του ΜονΠρΑθηνών, με την οποία το σωματείο "ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ" αναγνωρίσθηκε μεν δικαιούχος της οφειλόμενης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του αποζημίωσης, όμως παράλληλα το δικαστήριο εκείνο έκρινε, με δύναμη επίσης δεδικασμένου, ότι το ποσό της αποζημίωσης, που είχε ήδη κατατεθεί στο αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, πρέπει να αποδοθεί στο δικαιούχο σωματείο ολόκληρο και χωρίς την οποιαδήποτε κράτηση, προκειμένου να διατεθεί απ' αυτό για την αγορά άλλου ακινήτου προς εξυπηρέτηση του αυτού κοινωφελούς σκοπού που εξυπηρετούσε και το απαλλοτριωθέν ακίνητό του, δηλαδή κατά το αναιρεσείον Ταμείο έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι το ποσό της άνω αποζημίωσης αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης και συνεπώς ως αναπαλλοτρίωτο είναι και ακατάσχετο. Η σχετική ένσταση δεδικασμένου προτάθηκε στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία η ένσταση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσία με την αιτιολογία ότι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 19/2004 απόφαση του ΜονΠρΑθηνών, δεν μετείχαν οι διάδικοι της παρούσας δίκης και συνεπώς ως τρίτοι δεν δεσμεύονται από την κρίση της απόφασης αυτής που χαρακτηρίζει ως κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης την αποζημίωση που δικαιούται το σωματείο "ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ". Η κρίση αυτή του Εφετείου είναι κατ' αποτέλεσμα ορθή, μολονότι ελλιπής, αφού δεν συντρέχουν, κατά τα προεκτεθέντα, όχι μόνον οι υποκειμενικοί, αλλά και οι αντικειμενικοί όροι για να αποτελεί δεδικασμένο η παραπάνω απόφαση του ΜονΠρΑθηνών ως προς τη φύση της αποζημίωσης, που πλεοναστικά κρίνοντας χαρακτήρισε ως κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης.

Συνεπώς, εφόσον κατά τα λοιπά δεν παραβλάπτεται η ορθότητα του διατακτικού της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με επίκληση όμως εσφαλμένων νομικά προϋποθέσεων.

5. Από τις διατάξεις των άρθρ. 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης, δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 986 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ανακρίβεια της δήλωσης. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ.990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ.559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι έκρινε ανακριβείς τις υπ' αριθ. 365 και 366/2005 αρνητικές δηλώσεις του αναιρεσείοντος Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, μολονότι η ανακρίβειά τους δεν αφορά την πραγματική, αλλά τη νομική κατάσταση της απαίτησης που κατάσχεσε ο αναιρεσίβλητος στα χέρια του Ταμείου αυτού ως τρίτου.

6. Από τις διατάξεις των άρθρ. 340,341,345,346 ΑΚ, 221§1περ.γ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρ. 7§2 ν. δ. 496/1974 "περί του δημοσίου λογιστικού ΝΠΔΔ", που ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής, οριζόμενος εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής", προκύπτει ότι η υποχρέωση των ΝΠΔΔ, όπως είναι και το αναιρεσείον Ταμείο, προς καταβολή τόκων επί των χρηματικών οφειλών τους αρχίζει μόνον από την επίδοση σχετικής καταψηφιστικής και όχι απλώς αναγνωριστικής αγωγής, η οποία δεν περιέχει όχληση προς εκπλήρωση της οφειλής (ΟλΑΠ 7/2000, ΑΠ 1346/2003). Με καταψηφιστική αγωγή εξομοιώνεται και η κατ' άρθρ. 986 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, στα χέρια του οποίου κατασχέθηκε απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση, εφόσον στην ανακοπή αυτή, κατά την παρεχόμενη από το άρθρ. 990 ΚΠολΔ ευχέρεια, σωρεύτηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρ. 5 α.ν. 1144/1938, το άρθρ. 9§1 ν. 1468/1984, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 63 ν. 2214/1994 και το άρθρ. 10§2 ν. 2526/1997, σε συνδυασμό με το άρθρ. 21 του από 26.6/10.7.1944 διατάγματος "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 109εδ.δ' ΕισΝΑΚ, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν οφείλει τόκο υπερημερίας από την όχλησή του για την απόδοση της παρακαταθήκης, αλλά μόνο από την επίδοση της σχετικής καταψηφιστικής αγωγής με επιτόκιο 6% ετησίως, όπως ισχύει και για τις οφειλές του Δημοσίου και των λοιπών ΝΠΔΔ. Εξ άλλου κατά το άρθρ. 3 του π.δ της 30.12.1926/3.1.1927 "περί συστάσεως και αποδόσεως παρακαταθηκών", οι υποχρεωτικές καταθέσεις στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων διακρίνονται σε δικαστικές, εγγυοδοτικές και διοικητικές, οι δε δικαστικές "είτε εις μετρητά είτε αυτούσιοι ουδένα αποφέρουσιν εκ του Ταμείου τόκον", περιλαμβάνονται δε στις ενδεικτικά αναφερόμενες δικαστικές καταθέσεις και "αι εκ τιμήματος των χάριν δημοσίας ωφελείας απαλλοτριουμένων κτημάτων". Με το άρθρ. 18§3 του ίδιου π.δ/τος ορίζεται ακόμη ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είναι υποχρεωμένο να προβεί σε απόδοση στον δικαιούχο του ποσού που παρακατατέθηκε αμέσως μετά την υποβολή της σχετικής αίτησης με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή το αργότερο μέσα στην επόμενη ημέρα. Τέλος με το άρθρ. 1§1 του από 19/20.11.1935 α.ν. "περί προσθήκης διατάξεών τινων εις τον οργανισμόν του Τ.Π.Δ." ορίζεται ότι "εις ας περιπτώσεις κατά νόμον οφειλέτης προς απαλλαγήν των υποχρεώσεών του ενεργεί δικαστικήν παρακαταθήκην της οφειλής του, το Ταμείον, εφόσον δεν αρθεί κατά νόμιμον τρόπον το εν τω προσώπω του πιστωτού κώλυμα και εν γένει η περί του προσώπου του πιστωτού αμφιβολία, εναγόμενον, δεν υποχρεούται εις την πληρωμήν τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων". Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν αποκλείεται γενικώς η καταδίκη του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων σε καταβολή τόκων υπερημερίας και μπορεί έτσι αυτό, στο οποίο έχει κατατεθεί κατά το άρθρ. 8 του Κ.Α.Α.Α. η οφειλόμενη για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου αποζημίωση, να καταδικασθεί στην καταβολή τέτοιων τόκων, αν αρνηθεί την απόδοση της αποζημίωσης στο δικαιούχο που δικαστικά αναγνωρίσθηκε, εφόσον ως προς το πρόσωπο αυτού δεν υπάρχει αμφιβολία. Το ίδιο ανάλογα ισχύει και στην περίπτωση άρνησης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων να αποδώσει το ποσό της ως άνω αποζημίωσης σ' αυτόν που την κατάσχεσε αναγκαστικά στα χέρια του Ταμείου ως τρίτου, εφόσον και πάλι δεν υπάρχει κώλυμα για την απόδοσή της και γενικώς αμφιβολία ως προς το πρόσωπο του κατασχόντος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδίδεται με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο υποχρέωσε το αναιρεσείον Ταμείο να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο 469.630,05 ευρώ από το ποσό της οφειλόμενης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του σωματείου "ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ" αποζημίωσης, που ο αναιρεσίβλητος κατάσχεσε στα χέρια του Ταμείου ως τρίτου. Όμως εφόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε τελικά την ύπαρξη νόμιμου κωλύματος στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή σ' αυτόν του παραπάνω ποσού και γενικότερα την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς το πρόσωπό του, ενώ και το αναιρεσείον Ταμείο δεν επικαλείται ότι πρόβαλε στο Εφετείο σχετικό ισχυρισμό, καλώς επιδικάσθηκαν σε βάρος του τόκοι επί του ποσού αυτού και είναι συνεπώς αβάσιμος και απορριπτέος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Πρέπει έτσι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ταμείο, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176,183,189§1,191§2 ΚΠολΔ), στον οποίο όμως η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 25§1 ν. 4464/1965, 5§12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 1114/1986).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.2.2008 αίτηση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για αναίρεση της υπ' αριθ. 6320/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 22α Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ