Legislator Case Law & Legislation
256/2010 AI generated

256/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 256/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

256/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται είτε όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση του δικαιοπρακτούντος, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβίασε τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Keywords

AI generated
health insurance premium subsidies health insurance voucher fee rules on cover mutuality in health insurance sick pay insurance benefits degressive contribution scale
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 256 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 256/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ... και 6) .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε", (ΔΕΗ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μανιάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 730/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4665/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 29-10-2003 αίτηση της και εκδόθηκε η 392/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1709/2006 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-4-2006 αίτησή τους καθώς και με τον από 20-7-2007 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 20-12-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστήριο τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηλία Γιαννακάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης κύριων και πρόσθετων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου λόγου αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, μεταξύ των οποίων και οι των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος.

Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται είτε όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση του δικαιοπρακτούντος, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβίασε τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Εξάλλου, όπως έχει γίνει δεκτό και με την 392/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 4665/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε για την ένδικη διαφορά πριν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν απαγορεύεται από κάποια διάταξη νόμου να καταρτισθεί ειδική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου για συμψηφισμό των επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) στις αποδοχές που καταβάλλονται πάνω από τα ελάχιστα όρια αποδοχών.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Οι αναιρεσείοντες ιατροί προσλήφθηκαν από την αναιρεσίβλητη, τα έτη 1991 και1992, με έγγραφες συμβάσεις παροχής ιατρικών φροντίδων τετράωρης ή τρίωρης ημερήσιας απασχόλησης, με ωρομίσθιο 2800 δραχμών τον πρώτο χρόνο υπηρεσίας και 3000 δρχ.

για τα επόμενα. Στην παρ. 4 της "Σύμβασης Παροχής Ιατρικών Φροντίδων" που οι αναιρεσείοντες υπέγραψαν με την αναιρεσίβλητη, συμφωνήθηκαν τα εξής: "ο ιατρός, εκτός από τη την ως άνω συμφωνούμενη ημερήσια αποζημίωση, καμία άλλη αμοιβή ή οποιασδήποτε φύσεως παροχή ή αποζημίωση δικαιούται από τη ΔΕΗ, γιατί από κοινού συνομολογείται και γίνεται αμοιβαία δεκτό ότι το ύψος αυτής έχει καθοριστεί ενόψει του αριθμού των εξεταζομένων κάθε μέρα ασφαλισμένων και όχι του χρόνου παραμονής του στα ιατρεία η πολυϊατρεία της ΔΕΗ και ότι εάν η αποζημίωση καθοριζόταν βάσει της κατά το χρόνο απασχόλησης του ιατρού θα ήταν κατά πολύ μικρότερη της ως άνω συμφωνηθείσης, εάν ληφθούν ιδίως υπόψη οι αμοιβές των εμμίσθων ιατρών της ΔΕΗ, αλλά και τα γενικώς ισχύοντα όσον αφορά την αμοιβή εμμίσθων ιατρών εν Ελλάδι.

Για τους λόγους αυτούς άλλωστε συνομολογείται και γίνεται αμοιβαίως αποδεκτό ότι μέσα στην ως άνω συμφωνούμενη αποζημίωση συμπεριλαμβάνεται και οποιαδήποτε άλλη αποζημίωση, παροχή ή αμοιβή προβλέπεται ή ήθελε προβλεφθεί από οποιαδήποτε νόμιμη ρύθμιση, τακτική ή έκτακτη, σε χρήμα ή σε είδος ή σε οποιαδήποτε άλλη μορφή, άλλως ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θα είχαν καθορίσει την αποζημίωση σε τέτοιο ύψος ώστε το σύνολό της να μην υπερέβαινε σε καμία περίπτωση το ύψος της αποζημίωσης που καθορίζεται με την παρούσα σύμβαση".

Από τη διατύπωση της ως άνω παραγράφου 4 της σύμβασης των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι, τα επιδόματα (δώρα) εορτών που δικαιούνται οι αναιρεσείοντες συμψηφίζονται με τη συμφωνηθείσα αποζημίωσή τους των δραχμών 3000 δραχμών ανά ώρα που τους καταβάλει η ΔΕΗ, διαφορετικά, τα συμβαλλόμενα μέρη θα είχαν καθορίσει την εν λόγω αποζημίωση σε τέτοιο ύψος, ώστε το σύνολό της μην υπερέβαινε σε καμία περίπτωση το ύψος της αποζημίωσης αυτής.

Ειδικότερα οι αναιρεσείονες δικαιούνταν να λάβουν για επίδομα εορτών, δυνάμει των προβλεπομένων από τις ΣΣΕ του κλάδου τους (27/1996, 24/1998, 4/1999, 17/2001 ΕΣΣΕ ιατρών ιδιωτικών κλινικών) κατωτάτων νομίμων αμοιβών τους, που αφορούν την ειδικότητά τους (ιατροί ιδιωτικών κλινικών) τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά για τα έτη 1996 έως 2001.

Σε σύγκριση με τις κατώτατες νόμιμες αποδοχές που δικαιούνταν οι αναιρεσείοντες δυνάμει των προαναφερθεισών ΕΣΣΕ, οι καταβαλλόμενες σ' αυτούς μηνιαίες αποδοχές ήσαν πολύ υπέρτερες των νομίμων.

Συνεπώς σ' αυτές συμπεριλαμβάνονταν και τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, όπως νομίμως είχε συμφωνηθεί αυτό μεταξύ τους με τις παραπάνω συμβάσεις παροχής ιατρικών φροντίδων. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή, ως προς το αίτημά της για πληρωμή στους αναιρεσείοντες επιδομάτων εορτών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648 και 361 ΑΚ και 2 του Ν.1876/1990, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή για το επίμαχο ζήτημα αν καταρτίσθηκε ανάμεσα στους διαδίκους ειδική συμφωνία για συμψηφισμό των επιδομάτων εορτών στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, γιατί δεν διαπίστωσε έστω και εμμέσως κενό ή αμφιβολία στη δήλωση βουλήσεως των διαδίκων κατά την κατάρτιση της πιο πάνω συμφωνίας τους.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά τα πρώτο και δεύτερο μέρος του, καθώς και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ερμηνευτικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Επίσης αβάσιμος είναι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, τρίτο μέρος, από το άρθρ. 559 αριθ. 118 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις ανωτέρω έγγραφες συμβάσεις των αναιρεσειόντων, τις οποίες νόμιμα μ' επίκληση αυτοί προσκόμισαν, διότι από την υπάρχουσα στην απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα "που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, και τις εν λόγω συμβάσεις.

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Τέλος, ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 18 του άρθρου559Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την 392/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 4665/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς την κρίση ότι, η συμφωνία των διαδίκων για συμψηφισμό των επιδομάτων εορτών στις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές είναι άκυρη.

Εξάλλου, από την παραπάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την 9287/2002 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου απορρέει δεδικασμένο ότι η σύμβαση που συνδέει τους διαδίκους είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας και όχι των ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Το Εφετείο συμμορφώθηκε με την πιο πάνω αναιρετική απόφαση και ερεύνησε την υπόθεση μόνο κατά το κεφάλαιο που είχε αναιρεθεί η 4665/2003 απόφαση, δηλαδή μόνο ως προς αν καταρτίσθηκε η πιο πάνω συμφωνία των διαδίκων, δεχόμενο ότι η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με το δεδικασμένο που απέρρεε από τις παραπάνω αποφάσεις, τις οποίες κατά τούτο, χαρακτηρίζει ως αμετάκλητες, καίτοι αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι καταρτίσθηκε έγγραφη σύμβαση παροχής ιατρικών φροντίδων.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος τους, από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επίσης, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τα τρία μέρη του, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο πρώτος, δεύτερος και τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 16, 8, 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ότι, το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απορρέει από τις παραπάνω αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών ως προς το είδος της συμβάσεως που συνέδεε τους διαδίκους, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για την ύπαρξη του δεδικασμένου αυτού, για ομολογία της εναγομένης, περί του ότι οι συμβάσεις των εναγόντων δεν ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του νόμου ως προς τη φύση της συμβάσεως των διαδίκων και ότι, περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, είναι αβάσιμοι.

Στην ένδικη αγωγή, όπως αναφέρεται και στο αναιρετήριο, οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι αυτοί δικαιούνται τα επιδόματα που προβλέπονται από τις πιο πάνω ΣΣΕ του κλάδου τους (γάμου, τέκνων, επιστημονικό, προϋπηρεσίας κλπ). Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο έκτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω ΕΣΣΕ καθώς και του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, επειδή για την εξεύρεση των επιδομάτων εορτών, που δικαιούνταν οι αναιρεσείοντες δεν συνυπολογίσθηκαν και τα προβλεπόμενα από τις πιο πάνω ΕΣΣΕ επιδόματα, βασίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-4-2006 αίτηση και το από 20-7-2007 πρόσθετο αναιρετήριο των αναιρεσειόντων ... κλπ. περί αναιρέσεως της 1709/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ